Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, αναπλ. πρόεδρος Αβέρωφ Νεοφύτου
Σταύρος Ευαγόρου Μαρία Κυριακού
Γιάννος Λαμάρης Μαρίνος Σιζόπουλος
Τάκης Χατζηγεωργίου Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουλίου 2008. Στη συνεδρία αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, ο διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, εκπρόσωποι του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου, του Φορέα Προώθησης Ξένων Επενδύσεων και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, ώστε, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε υποχρεώσεως για τήρηση εχεμύθειας ή περιορισμού, περιλαμβανομένου και τραπεζικού ή επαγγελματικού απορρήτου, αλλά τηρουμένου του αναγνωρισμένου δυνάμει νόμου δικηγορικού απορρήτου, να δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες στο διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, όταν αυτός το απαιτεί για σκοπούς συμμόρφωσης με τις διατάξεις των συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας.

Επισημαίνεται ότι η προτεινόμενη νομοθεσία αποσκοπεί στην εκπλήρωση υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με συμβάσεις για την αποφυγή διπλής φορολογίας, που συνάπτονται από την Κυπριακή Δημοκρατία με βάση το πρότυπο σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η διατήρηση και επέκταση του υφιστάμενου δικτύου Συμβάσεων Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (ΣΑΔΦ) είναι υψίστης σημασίας και αποτελεί σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Κύπρου για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την προώθηση της Κύπρου ως διεθνούς επιχειρηματικού κέντρου. Κατά τις πρόσφατες όμως διαπραγματεύσεις για τη σύναψη ή την αναθεώρηση διμερών ΣΑΔΦ με άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και με τρίτα κράτη, έχει προκύψει ως βασικό και αμετάκλητο αίτημα των κρατών αυτών όπως περιληφθούν διατάξεις στις ΣΑΔΦ με βάση τις οποίες να είναι δυνατή η ανταλλαγή πληροφοριών για μη φορολογικούς κατοίκους της Κύπρου. Για τους σκοπούς αυτούς, “εχέμυθη πληροφορία” θεωρείται αυτή που τηρείται ή τυγχάνει διαχείρισης από τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εμπιστευματοδόχο, εντολοδόχο, αντιπρόσωπο ή πρόσωπο που σχετίζεται με συμφέροντα ιδιοκτησίας και η οποία δίδεται σε άλλο πρόσωπο.

Όπως επίσης έχει κατατεθεί ενώπιον της επιτροπής, η Γερμανία, η Γαλλία, η Δανία, η Ιταλία, οι Βαλτικές Χώρες, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Φιλανδία κατά την επαναδιαπραγμάτευση υφιστάμενων ΣΑΔΦ ή κατά τη διαπραγμάτευση για τη μονογράφηση κειμένων νέων ΣΑΔΦ έχουν απαιτήσει έντονα την ικανοποιητική διασφάλιση, με την εισαγωγή συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων, της ανταλλαγής εχέμυθων πληροφοριών μεταξύ φορολογικών αρχών και της λήψης συναφών μέτρων για την άρση της απαγόρευσης ανταλλαγής εχέμυθων πληροφοριών.

Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, η Κύπρος δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να ανταλλάξει εχέμυθες πληροφορίες για μη φορολογικούς κατοίκους της χώρας λόγω συγκεκριμένων απαγορευτικών διατάξεων. Ακόμη και εάν η Κύπρος συνομολογήσει ΣΑΔΦ, οι οποίες με βάση το διεθνές δίκαιο υπερέχουν της εθνικής νομοθεσίας, στις οποίες να προβλέπεται η ανταλλαγή εχέμυθων πληροφοριών για μη φορολογικούς κατοίκους της Κύπρου, χωρίς την ύπαρξη του αναγκαίου νομοθετικού πλαισίου η κυβέρνηση δε θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι το θέμα της ανταλλαγής εχέμυθων πληροφοριών για σκοπούς άμεσης φορολογίας, όπως έχει κατατεθεί, δεν καλύπτεται ικανοποιητικά από το κοινοτικό κεκτημένο και δίκαιο. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι η σχετική κοινοτική Οδηγία 70/799/EEC του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμόδιων φορολογικών αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και ασφαλίστρων έχει ήδη ενσωματωθεί στην εθνική φορολογική νομοθεσία, το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο σε σχέση με την ανταλλαγή εχέμυθων πληροφοριών για μη φορολογικούς κατοίκους της Κύπρου, καθιστά αναποτελεσματική τη δυνατότητα του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων να ανταλλάξει τέτοιες πληροφορίες. Αναφέρεται επίσης ότι η υποχρέωση για ανταλλαγή πληροφοριών με βάση την κοινοτική Οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουλίου 2003 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου 2005, αφορά πληροφόρηση για εισοδήματα υπό μορφή τόκων από αποταμιεύσεις τα οποία καταβάλλονται σε κατοίκους των άλλων κρατών μελών από καταθέσεις που διατηρούν στην Κύπρο.

Στο στάδιο της συζήτησης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι κατατέθηκε στην επιτροπή μόλις την περασμένη Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008, με την παράκληση από το αρμόδιο υπουργείο όπως εξετασθεί το ταχύτερο από την αρμόδια επιτροπή, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε τα ακόλουθα:

1. Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αποτελεί υψίστης σημασίας θέμα για την κυπριακή κυβέρνηση και η ψήφισή του σε νόμο αναμένεται να αποφέρει συγκριτικό πλεονέκτημα για την Κυπριακή Δημοκρατία.

2. Όλα τα κράτη με τα οποία η Κύπρος διαπραγματεύεται συμφωνίες αποφυγής διπλής φορολογίας προτάσσουν την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικών μηχανισμών παροχής των αναγκαίων πληροφοριών.

3. Η αποκάλυψη πληροφοριών είναι ένας δυνητικός κίνδυνος αποτροπής ξένων καταθετικών επενδύσεων, αλλά, όπως έχουν αυτή τη στιγμή τα πράγματα, οι διαπραγματεύσεις για τη συνομολόγηση των αναγκαίων συμφωνιών αποφυγής διπλής φορολογίας δεν είναι δυνατό να ολοκληρωθούν.

4. Η κυβέρνηση δεν επιθυμεί την έμμεση προώθηση της φοροδιαφυγής ούτε και τη δημιουργία αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού, αντίθετα επιδιώκει τη διαφάνεια σε σχέση με την παροχή φορολογικών πληροφοριών.

Συναφώς με τα πιο πάνω, σημειώνεται ότι όλοι οι παριστάμενοι στη συνεδρία της επιτροπής εκπρόσωποι συνδέσμων ή οργανώσεων συμφώνησαν με το κείμενο του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, εκφράζοντας την ευαρέσκειά τους επειδή είχαν προηγηθεί οι αναγκαίες διαβουλεύσεις με το αρμόδιο υπουργείο στο στάδιο της κατάρτισής του.

Αναφορικά με την πρόνοια τήρησης του αναγνωρισμένου δυνάμει νόμου δικηγορικού απορρήτου, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, αναλύοντας τη σημασία της πρόνοιας αυτής, ανέφερε ότι μετά την εφαρμογή αποφάσεων του Κοινοδικαίου (Common Law) έχει παύσει από το έτος 2002 να ισχύει η δικηγορική ασυλία, το δε δικηγορικό απόρρητο τηρείται με βάση νόμο προς προστασία του πελάτη και όχι του δικηγόρου. Από την άλλη όμως, ο πελάτης οφείλει να θέτει ενώπιον του δικηγόρου όλα τα στοιχεία τα οποία αφορούν την υπόθεσή του, είτε είναι αθωωτικά είτε ενοχοποιητικά, ο δε δικηγόρος ενεργεί πάντοτε στη βάση της προστασίας του πελάτη του.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, παρά το γεγονός ότι τάχθηκε υπέρ των σκοπών οι οποίοι επιδιώκονται με την προτεινόμενη νομοθεσία, ανέφερε ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι και σκοποί δεν επιτυγχάνονται με το υπό αναφορά νομοσχέδιο. Όπως ο ίδιος επεξήγησε, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Προτύπου Σύμβασης για την Αποφυγή της Διπλής Φορολογίας του ΟΟΣΑ, σε καμία περίπτωση δε δύναται το συμβαλλόμενο κράτος να μη δώσει τα ζητούμενα στοιχεία, επικαλούμενο την κατοχή των πληροφοριών από εμπιστευματοδόχο ή άλλο πρόσωπο που ενεργεί νομίμως ως αντιπρόσωπος και προς όφελος άλλου προσώπου. Επομένως, εφόσον στην περίπτωση αυτή γίνεται ειδική πρόνοια για διασφάλιση του δικηγορικού απορρήτου, είναι ενδεχόμενο σημαντικές ζητούμενες πληροφορίες να μην καλύπτονται από τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, αφού θα τυγχάνουν διαχείρισης από δικηγόρους οι οποίοι ενδεχομένως να ενεργούν εκ μέρους πελατών τους κατά τον πιο πάνω τρόπο (nominees).

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υπό το φως όλων των στοιχείων που κατατέθηκαν ενώπιόν της, υιοθετεί τους σκοπούς του υπό συζήτηση νομοσχεδίου και κατά πλειοψηφία του αναπληρωτή προέδρου της βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του μέλους της βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κόμματος εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

Με την ευκαιρία αυτή, η επιτροπή εκφράζει τη δυσαρέσκεια του αναπληρωτή προέδρου της και άλλων βουλευτών μελών της για το χρόνο κατάθεσης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, που δεν επέτρεψε στην επιτροπή να συζητήσει πολλές πτυχές του όλου θέματος και να υπεισέλθει σε μεγαλύτερο βάθος. Η πρακτική αυτή, η οποία συχνά ακολουθείται από το Υπουργείο Οικονομικών, ειδικά όσον αφορά νομοσχέδια που κρίνεται ότι είναι μεγάλης σημασίας θεωρείται αντιδεοντολογική και για το λόγο αυτό καλείται το αρμόδιο υπουργείο στο μέλλον να αποφεύγει τέτοιου είδους πρακτική.

8 Ιουλίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων