Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, αναπλ. πρόεδρος Αβέρωφ Νεοφύτου
Σταύρος Ευαγόρου Μαρία Κυριακού
Γιάννος Λαμάρης Μαρίνος Σιζόπουλος
Τάκης Χατζηγεωργίου Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 23 και 30 Ιουνίου και στις 7 Ιουλίου 2008. Στο στάδιο της συζήτησης του υπό αναφορά νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η εναρμόνιση του βασικού νόμου για τις τραπεζικές εργασίες με την Οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το επεξηγηματικό σημείωμα της εκτελεστικής εξουσίας, οι πρόνοιες της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ έχουν ήδη ενσωματωθεί στην κυπριακή έννομη τάξη με την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 15 Δεκεμβρίου 2006, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η δεσμευτική ημερομηνία για τη μεταφορά των εν λόγω προνοιών ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2006. Παρά το γεγονός ότι οι διατάξεις της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με άλλες σχετικές πρόνοιες, ενσωματώθηκαν στην προαναφερθείσα Οδηγία (ΚΔΠ) της Κεντρικής Τράπεζας, κρίθηκε απαραίτητο, σύμφωνα με το επεξηγηματικό σημείωμα, να τροποποιηθεί σε ορισμένα σημεία και ο περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμος, ώστε οι βασικές διατάξεις της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας να ενσωματωθούν και στην πρωτογενή νομοθεσία.

Ειδικότερα, με το υπό αναφορά νομοσχέδιο:

· προστίθενται νέες πρόνοιες στο άρθρο 4 του βασικού νόμου, οι οποίες συνάδουν με τα άρθρα 6, 7, 11 και 12 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, που αφορούν την έκδοση άδειας λειτουργίας τράπεζας,

· εξειδικεύονται οι περιπτώσεις ανάκλησης άδειας τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ,

· τροποποιείται το άρθρο 10Α του βασικού νόμου, ούτως ώστε οι διατάξεις του που αφορούν την ελεύθερη εγκατάσταση και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών για τις θυγατρικές επιχειρήσεις των τραπεζών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε κράτη μέλη να συνάδουν με το άρθρο 24 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ,

· τροποποιείται το άρθρο 17 του βασικού νόμου, ώστε να συνάδει με τα άρθρα 19 έως 21 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, σχετικά με την απόκτηση ποσοστού 10% ή περισσότερο του μετοχικού κεφαλαίου τράπεζας,

· παρέχεται στην Κεντρική Τράπεζα η εξουσία να αναγνωρίζει Εξωτερικούς Οργανισμούς Πιστοληπτικής Αξιολόγησης ως επιλέξιμους για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών τραπεζών (π.χ. Moody’s, Standard and Poor’s, Fitch) με την προσθήκη του νέου άρθρου 22Α στο βασικό νόμο,

· περιλαμβάνονται στο άρθρο 26 του βασικού νόμου διατάξεις βάσει των οποίων η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου πρέπει να εξετάζει τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν οι τράπεζες προκειμένου να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του βασικού νόμου,

· περιλαμβάνεται στο βασικό νόμο το νέο άρθρο 26Α, το οποίο καθορίζει τις υποχρεώσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που αφορούν την εφαρμογή από πλευράς της των διατάξεων της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, για σκοπούς εποπτικής διαφάνειας και ενημέρωσης των αρμόδιων εποπτικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

· προστίθενται στο βασικό νόμο τα νέα άρθρα 27Α έως 27Δ, τα οποία διευρύνουν το πεδίο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων οργάνων, συμπεριλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη των οργάνων των άλλων κρατών μελών που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση των τραπεζών, ώστε να συνάδουν με τα άρθρα 4, 48 και 52 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ,

· προστίθενται στο βασικό νόμο τα νέα άρθρα 28Α, 28Β και 28Γ, τα οποία αφορούν την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητες για λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας και από εντεταλμένους από την Κεντρική Τράπεζα ελεγκτές και εμπειρογνώμονες. Ρυθμίζεται περαιτέρω η χρήση των εμπιστευτικών πληροφοριών από τα πρόσωπα αυτά,

· περιλαμβάνεται στο άρθρο 42 του βασικού νόμου η δυνατότητα επιβολής διοικητικού προστίμου από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας για ορισμένες παραλείψεις ή παραβιάσεις υποχρεώσεων των τραπεζών,

· εισάγονται στο άρθρο 39 του βασικού νόμου πρόσθετες διατάξεις ως προς την άσκηση ενοποιημένης εποπτείας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 125, 126, 131 και 132 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

Περαιτέρω, με το παρόν νομοσχέδιο προτείνεται:

· τροποποίηση του άρθρου 15 του βασικού νόμου, ώστε να επιτρέπεται σε τράπεζα, με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας, να αποκτά ή να εμπορεύεται για ίδιο λογαριασμό δικές της μετοχές,

· προσθήκη στο βασικό νόμο του νέου άρθρου 42Α για επιβολή διοικητικού προστίμου σε περίπτωση που τράπεζα παραβιάζει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις των άρθρων 3, 4 και 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 2560/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ, με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή αυτού στη Δημοκρατία.

Στο στάδιο της συζήτησης του υπό αναφορά νομοσχεδίου η επιτροπή ζήτησε από τους κυβερνητικούς αρμοδίους να προχωρήσουν σε μετατροπή σε ευρώ των προβλεπόμενων ποσών, τα οποία στο κατατεθέν στη Βουλή κείμενο του νομοσχεδίου αναφέρονται σε λίρες.

Συναφώς, το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή του, ημερομηνίας 23 Ιουνίου 2008, κατέθεσε τροποποιημένο κείμενο του νομοσχεδίου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απαίτηση της επιτροπής.

Επιπρόσθετα, μέλη της επιτροπής ζήτησαν να ενημερωθούν αναφορικά με το πώς συγκρίνονται τα προτεινόμενα πρόστιμα με τα αντίστοιχα πρόστιμα που επιβάλλονται από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επ’ αυτού οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών ανέφεραν ότι οι χρηματικές ποινές ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, ανάλογα τόσο με το μέγεθος των πιστωτικών ιδρυμάτων όσο και με την παράδοση που επικρατεί σε κάθε χώρα, αλλά σε γενικές γραμμές τα αντίστοιχα πρόστιμα που προβλέπουν τα άλλα κράτη μέλη είναι πιο υψηλά από τα προτεινόμενα, αναφέροντας ενδεικτικά το παράδειγμα του Βελγίου, της Βουλγαρίας, της Γερμανίας και της Ελλάδας.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τους ίδιους εκπροσώπους, τα προτεινόμενα πρόστιμα δεν πρέπει να θεωρούνται υπερβολικά.

Απαντώντας και σε παρατηρήσεις του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου αναφορικά με τις αυξήσεις στις χρηματικές ποινές και στα διοικητικά πρόστιμα, το Υπουργείο Οικονομικών ανέφερε ότι αυτές έχουν αναπροσαρμοστεί, ώστε να ανταποκρίνονται στις τεράστιες θεσμικές αλλαγές οι οποίες έχουν επέλθει στο τραπεζικό σύστημα και στο χρηματοοικονομικό τομέα από το 1997 μέχρι το 2008, καθώς και στην ανάγκη επίτευξης ενός αποτελεσματικού εποπτικού πλαισίου στα δεδομένα του σύγχρονου περιβάλλοντος.

Ενδεικτικά, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι σε απαντητική επιστολή τους ανέφεραν ότι από το 1997 μέχρι σήμερα έχει μεσολαβήσει η θεσμική εξέλιξη της χρηματιστηριακής αγοράς, η κατάργηση των συναλλαγματικών περιορισμών και το δικαίωμα εγκατάστασης και η ελευθερία παροχής υπηρεσιών, η ελευθεροποίηση των επιτοκίων, η ένταξη στην ΕΕ και η ενσωμάτωση του κυπριακού χρηματοοικονομικού τομέα στην ενιαία αγορά και, στα πλαίσια αυτά, η ανάγκη σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών, η ένταξη στην Ευρωζώνη (υιοθέτηση κοινού νομίσματος), η τροποποίηση του διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου (Συνθήκη Βασιλεία 1 του 1988 και Συνθήκη Βασιλεία 2 του 2004) και η ανάλογη τροποποίηση των κοινοτικών Οδηγιών, η ανάπτυξη νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων και συναφή ζητήματα διαφάνειας και εκτίμησης των κινδύνων κ.λπ. Όλα αυτά συνηγορούν, όπως αναφέρεται στη σχετική επιστολή, υπέρ ενός αυστηρότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας στον τραπεζικό και τον ευρύτερο χρηματοοικονομικό τομέα.

Κατά τη διάρκεια της μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου μέλη της επιτροπής ζήτησαν, μεταξύ άλλων, περαιτέρω ενημέρωση αναφορικά με το ελάχιστο όριο συμμετοχής επενδυτή στο κεφάλαιο μιας τράπεζας για το οποίο απαιτείται έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας (10%), την πρόνοια του νομοσχεδίου βάσει της οποίας επιτρέπεται, με την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας, σε τράπεζα να αποκτά ή να εμπορεύεται δικές της μετοχές για ίδιο λογαριασμό και κατά πόσο αυτό συγκρούεται με την ισχύουσα νομοθεσία για την κεφαλαιαγορά, καθώς και περαιτέρω διασαφήνιση ορισμένων όρων και εννοιών που αναφέρονται στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο.

Συναφώς, το Υπουργείο Οικονομικών διαβίβασε στην επιτροπή με την προαναφερθείσα επιστολή του τις σχετικές απαντήσεις επί όλων των θεμάτων τα οποία είχαν τεθεί.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού διεξήλθε το κείμενο του εν λόγω νομοσχεδίου και αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, καθώς και του μέλους της βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κόμματος, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο.

Ο αναπληρωτής πρόεδρος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

8 Ιουλίου 2008

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων