Αρχείο

    

Κοινή έκθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί της Συνθήκης της Λισσαβώνας για την Τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Κυρωτικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών: Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων:
Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Νίκος Κλεάνθους, πρόεδρος
Σωτήρης Σαμψών Αθηνά Κυριακίδου
Ελένη Θεοχάρους Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου
Άντρος Κυπριανού Τάκης Χατζηγεωργίου
Σκεύη Κουκουμά Τάσος Μητσόπουλος
Πάμπης Κυρίτσης Χρήστος Στυλιανίδης
Ανδρέας Αγγελίδης Κυριάκος Χατζηγιάννη
Νίκος Κλεάνθους Φειδίας Σαρίκας
Γιώργος Βαρνάβα Δημήτρης Συλλούρης
Δημήτρης Συλλούρης  
Μη μέλη των επιτροπών:  
Χρήστος Πουργουρίδης  
Ιωνάς Νικολάου  
Αντιγόνη Παπαδοπούλου  
Ζαχαρίας Κουλίας  
Ρίκκος Ερωτοκρίτου  

 

Το πιο πάνω νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή στις 6 Μαρτίου 2008 και παραπέμφθηκε στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων. Εξετάστηκε από τις εν λόγω κοινοβουλευτικές επιτροπές σε δύο κοινές συνεδρίες τους, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 Απριλίου και στις 22 Μαΐου 2008. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων των δύο επιτροπών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Υπουργός Εξωτερικών συνοδευόμενος από το γενικό διευθυντή και άλλους λειτουργούς του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και ο Γενικός Εισαγγελέας συνοδευόμενος από εκπροσώπους του γραφείου του.

Κατά τη διάρκεια και των δύο συνεδριάσεων, τηρήθηκαν στενογραφημένα πρακτικά τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα στο Αρχείο της Βουλής και στη διάθεση κάθε μέλους του σώματος.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας για την Τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως και της Τελικής Πράξης της εν λόγω συνθήκης, η οποία υπογράφτηκε από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Λισαβόνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2007.

Η επιψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου από τη Βουλή απαιτείται για την κατά νόμο κύρωση της πιο πάνω συνθήκης, με βάση το άρθρο 169.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η υπό κύρωση Συνθήκη της Λισσαβώνας είναι το αποτέλεσμα των εργασιών της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 2007, που άρχισαν τον Ιούλιο του 2007 και ολοκληρώθηκαν το Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Η ανάγκη σύγκλησης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης προέκυψε μετά τη στασιμότητα που παρατηρήθηκε στη διαδικασία κύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης, η οποία οδήγησε την Ένωση στο να κινήσει διαδικασία προβληματισμού για τις μελλοντικές μεταρρυθμίσεις. Στη συνέχεια το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου του 2006 ζήτησε από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διερευνήσει πιθανές μελλοντικές εξελίξεις. Με την ανάληψη της προεδρίας από τη Γερμανία η περίοδος προβληματισμού τερματίστηκε. Οι προκαταρκτικές εργασίες που διεξήγαγε η γερμανική προεδρία, καθώς και η Διακήρυξη του Βερολίνου, στην οποία οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων συμφώνησαν ενωμένοι να εφοδιάσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέχρι το 2009 που θα γίνουν οι επόμενες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με ένα ανανεωμένο κοινό θεμέλιο, έδωσαν τη δυνατότητα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά τη σύνοδό του την 21η και 22α Ιουνίου 2007, να συμφωνήσει για τη σύγκληση Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Οι εργασίες της Διακυβερνητικής Διάσκεψης διεξήχθησαν σύμφωνα με την αναλυτική “εντολή καθηκόντων” που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και υπό τη γενική ευθύνη των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, με τη συνδρομή των μελών του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών Σχέσεων και τη συμμετοχή αντιπροσωπίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους εντολής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς τη Διακυβερνητική Διάσκεψη, κύριος στόχος της Συνθήκης της Λισσαβώνας είναι να καταστήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση:

· δημοκρατικότερη και διαφανέστερη, με ενισχυμένο το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων, με περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες να εκφράζονται και να ακούγεται η φωνή τους,

· αποτελεσματικότερη, με απλουστευμένες μεθόδους εργασίας και κανόνες ψηφοφορίας, με βελτιωμένα και σύγχρονα θεσμικά όργανα και με βελτιωμένη ικανότητα παρέμβασης σε τομείς άμεσης προτεραιότητας,

· Ευρώπη των δικαιωμάτων και των αξιών, της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της ασφάλειας, με την προώθηση των αξιών της Ένωσης, την ενσωμάτωση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη δημιουργία νέων μηχανισμών αλληλεγγύης και τέλος

· Ευρώπη με έντονη παρουσία στην παγκόσμια σκηνή.

Η Συνθήκη της Λισσαβώνας, σε αντίθεση με τη Συνταγματική Συνθήκη η οποία αντικαθιστούσε το σύνολο των εν ισχύι συνθηκών, επιφέρει τροποποιήσεις στις ισχύουσες συνθήκες.

Συγκεκριμένα, η Συνθήκη της Λισσαβώνας περιέχει δύο ρήτρες ουσίας που τροποποιούν:

1. τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αποτελεί τη βασική συνθήκη στην οποία περιέχονται όλες οι θεμελιώδεις διατάξεις, καθώς και οι διατάξεις αναφορικά με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και

2. τη Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία μετονομάζεται σε “Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, στην οποία περιέχονται οι διατάξεις που αναφέρονται στις διαδικασίες λειτουργίας, καθώς και στις πολιτικές της Ένωσης. Οι δύο αυτές συνθήκες εισάγουν μεταρρυθμίσεις στις υφιστάμενες συνθήκες, οι οποίες θα συνεχίσουν να ισχύουν και θα αποτελούν τη νομική βάση στην οποία θα εδράζεται η Ένωση, έχοντας και οι δύο ίση νομική αξία.

Ειδικότερα, οι βασικές καινοτομίες της συνθήκης, σύμφωνα με το επεξηγηματικό σημείωμα της εκτελεστικής εξουσίας, αφορούν τα ακόλουθα:

· Πρόεδρος Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: Η Συνθήκη προβλέπει τη δημιουργία θέσεως μόνιμου Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο οποίος θα εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία για θητεία δυόμισι ετών.

· Ύπατος Εκπρόσωπος για τις Εξωτερικές Υποθέσεις και την Πολιτική Ασφάλειας: Η συνθήκη προβλέπει τη δημιουργία θέσεως Ύπατου Εκπροσώπου για τις Εξωτερικές Υποθέσεις και την Πολιτική Ασφάλειας, ο οποίος θα διορίζεται με ειδική πλειοψηφία από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος θα είναι Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και θα προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων.

Η εν λόγω συνθήκη προβλέπει επίσης ότι η ΚΕΠΠΑ θα παραμείνει αυστηρά στη διακυβερνητική σφαίρα και ως εκ τούτου οι αποφάσεις σε αυτό τον τομέα θα λαμβάνονται με ομοφωνία.

Η προεδρία του Συμβουλίου θα είναι δεκαοκτάμηνος, με εξαίρεση το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων την προεδρία του οποίου θα ασκεί ο Ύπατος Εκπρόσωπος, όπως αναφέρεται και πιο πάνω. Συναφώς, η προεδρία του Συμβουλίου θα ορίζεται ισομερώς και εκ περιτροπής ανάμεσα στα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία και τη γεωγραφική ισορροπία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την προεδρία της Επιτροπής των Μόνιμων Αντιπροσώπων θα ασκεί εκπρόσωπος του κράτους μέλους το οποίο θα προεδρεύει του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων και η προεδρία της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας θα ασκείται από εκπρόσωπο του Ύπατου Εκπροσώπου.

· Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης: Η συνθήκη προβλέπει τη δημιουργία της υπηρεσίας αυτής, η οποία θα επικουρεί τον Ύπατο Εκπρόσωπο για τις Εξωτερικές Υποθέσεις και την Πολιτική Ασφάλειας.

· Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Η συνθήκη προνοεί όπως από την 1η Ιανουαρίου 2015 ο αριθμός των Επιτρόπων μειωθεί στα δύο τρίτα του αριθμού των κρατών μελών στη βάση της ίσης εκ περιτροπής εκπροσώπησης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι σε κάθε τρεις θητείες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η Κύπρος θα εκπροσωπείται στις δύο.

· Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔ): Ο ΧΘΔ δεν ενσωματώθηκε στο κείμενο της συνθήκης, αλλά καθίσταται νομικά δεσμευτικός. Ως εκ τούτου, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αλλά και τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την υποχρέωση να σέβονται τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στο ΧΘΔ. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Πολωνία εξασφάλισαν, μέσω πρωτοκόλλου, την εξαίρεσή τους από το ΧΘΔ.

· Ενίσχυση Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: Η συνθήκη ενισχύει το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρωτίστως μέσω της αύξησης του αριθμού των τομέων εκείνων για τους οποίους θα ισχύει η διαδικασία συναπόφασης, συμπεριλαμβανομένου και του προϋπολογισμού. Η διαδικασία συναπόφασης θα αποτελεί πλέον την κανονική διαδικασία υιοθέτησης νομοθετικών πράξεων. Παράλληλα, η συνθήκη προβλέπει τη μείωση του αριθμού των ευρωβουλευτών από επτακοσίους ογδόντα έξι (786) σε επτακοσίους πενήντα (750), συν τη θέση του Προέδρου. Η Κύπρος έχει διατηρήσει έξι (6) ευρωβουλευτές.

· Ενίσχυση εθνικών κοινοβουλίων: Ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων ενισχύεται όσον αφορά τις διαδικασίες μεταρρύθμισης των συνθηκών, τη διαδικασία υποβολής αίτησης ένταξης από ενδιαφερόμενες χώρες, καθώς και τον Τομέα Δικαστικής Συνεργασίας Αστικού Δικαίου, όπου παρέχεται στα εθνικά κοινοβούλια η δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αρνησικυρίας. Επίσης, ο ρόλος τους ενδυναμώνεται μέσω της ενεργότερης συμμετοχής τους στον Τομέα Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης και στην εμπλοκή τους στον πολιτικό έλεγχο της Europol και στην αξιολόγηση της Eurojust. Περαιτέρω, το πρωτόκολλο για το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων προβλέπει ότι τα εθνικά κοινοβούλια θα συνεισφέρουν στην ομαλή λειτουργία της Ένωσης μέσω της διαδικασίας πληροφόρησης των εθνικών κοινοβουλίων επί προσχεδίων νομοθετικών πράξεων (παροχή διαστήματος οκτώ εβδομάδων για υποβολή αιτιολογημένων γνωμών για τη συμβατότητα νομοσχεδίων με την αρχή της επικουρικότητας). Εγκαθιδρύεται επίσης διακοινοβουλευτική συνεργασία μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

· Αρμοδιότητες: Η συνθήκη κατονομάζει και κατηγοριοποιεί τις αρμοδιότητες της ΕΕ (αποκλειστικές, συντρέχουσες και συμπληρωματικές) και διασαφηνίζει τα όριά τους τόσο οριζόντια (μεταξύ των ευρωπαϊκών οργάνων) όσο και κάθετα (μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών). Σε πλείστες περιπτώσεις αναφέρεται ότι η Ένωση δεν μπορεί να νομοθετεί ή να δρα καθ’ υπέρβασιν των αρμοδιοτήτων που της έχουν αναθέσει τα κράτη μέλη και διευκρινίζεται το αυτονόητο, ότι δηλαδή όσες αρμοδιότητες δεν απονέμονται στην Ένωση ανήκουν στα κράτη μέλη. Προβλέπει επίσης ότι οι συνθήκες μπορούν να αναθεωρηθούν, έτσι ώστε οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αυξηθούν ή να μειωθούν.

· Σύστημα ψηφοφορίας/Στάθμιση ψήφων: Η συνθήκη εισάγει το σύστημα διπλής πλειοψηφίας, με το οποίο καταργείται η στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο (κάθε κράτος μέλος θα έχει πλέον μία ψήφο). Το σύστημα αυτό προβλέπει ότι για την έγκριση νομοθετικών πράξεων θα απαιτείται η έγκριση 55% του αριθμού των κρατών μελών, το οποίο θα αντιπροσωπεύει το 65% του πληθυσμού της ΕΕ. Το σύστημα διπλής πλειοψηφίας θα τεθεί σε εφαρμογή από το 2014, ενώ μέχρι τότε θα ισχύει το παρόν σύστημα ειδικής πλειοψηφίας, όπως αυτό προβλέπεται στη Συνθήκη της Νίκαιας. Στο διάστημα από την 1η Νοεμβρίου 2014 μέχρι την 31η Μαρτίου 2017 το σύστημα διπλής πλειοψηφίας θα αποτελεί τον κανόνα. Εντούτοις, εάν ένα κράτος μέλος το ζητήσει, θα υπάρχει η δυνατότητα όπως οι αποφάσεις λαμβάνονται με το σύστημα ειδικής πλειοψηφίας.

Επιπλέον, θα ισχύει ο λεγόμενος “Συμβιβασμός των Ιωαννίνων”. Ο μηχανισμός ουσιαστικά παρέχει τη δυνατότητα σε αριθμό κρατών μελών τα οποία διαφωνούν με τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης να ζητούν από το Συμβούλιο να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την ενδυνάμωση της δημοκρατικής νομιμοποίησης αποφάσεων που λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία. Εν ολίγοις, παρέχεται η δυνατότητα σε αριθμό κρατών μελών να καθυστερεί τη λήψη μιας απόφασης με την οποία διαφωνούν, για εύλογο χρονικό διάστημα, μέχρι την εξεύρεση ικανοποιητικής λύσης, η οποία θα διασκεδάζει τις ανησυχίες όλων των κρατών μελών.

· Απλοποίηση συστήματος λήψης αποφάσεων: Η ομοφωνία θα παραμείνει η βάση για τη λήψη αποφάσεων στους τομείς ΚΕΠΠΑ, φορολογίας, άμυνας, κοινωνικής πρόνοιας και πολιτισμού. Εντούτοις, η συνθήκη εισάγει την ειδική πλειοψηφία ως μέθοδο λήψης απόφασης σε περισσότερους από σαράντα νέους τομείς (π.χ. Τομέας Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης), γεγονός το οποίο προφανώς θα διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων. Η κατάργηση των πυλώνων και η υιοθέτηση της κοινοτικής μεθόδου στον Τομέα Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης θα έχει ως συνέπεια την επέκταση της γενικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) στην ερμηνεία και στον έλεγχο της νομιμότητας πράξεων στον τομέα αυτό. Στα πλαίσια του τομέα αυτού υιοθετούνται, μεταξύ άλλων, πράξεις για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, οι οποίες συχνά έχουν σοβαρό αντίκτυπο στους πολίτες και στα θεμελιώδη δικαιώματά τους. Η επέκταση της δικαιοδοσίας του ΔΕΚ αναμένεται ότι θα διασφαλίσει υψηλότερο επίπεδο δικαστικού ελέγχου και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών και του κράτους δικαίου. Στους τομείς αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, μέσω των οποίων οι δύο χώρες εξαιρούνται από τον τομέα αυτό, αλλά έχουν τη δυνατότητα να αναιρούν την εξαίρεσή τους σε ad hoc βάση.

· Ενισχυμένη συνεργασία: Η συνθήκη διευκολύνει τις ενισχυμένες συνεργασίες σε τομείς μη αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό την έννοια ότι για τη θέσπισή τους σε συγκεκριμένο τομέα θα απαιτούνται εννέα κράτη μέλη (ανεξαρτήτως μελλοντικής αύξησης των κρατών μελών). Η ενισχυμένη αυτή συνεργασία θα πρέπει να υπηρετεί τους στόχους της Ένωσης, να προστατεύει τα συμφέροντά της και να ενισχύει τη διαδικασία ολοκλήρωσης. Επίσης, δε θα πρέπει να υπονομεύει την ενιαία αγορά, την οικονομική, την κοινωνική και την περιφερειακή συνοχή και τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, οι ήδη θεσπισθείσες συνεργασίες θα είναι ανοιχτές σε κράτη μέλη που θα θέλουν να προστεθούν ανά πάσα στιγμή. Για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της ΚΕΠΠΑ θα απαιτείται ομοφωνία.

· Ρήτρα αλληλεγγύης: Η συνθήκη εισάγει τη ρήτρα αλληλεγγύης, η οποία προβλέπει την κινητοποίηση όλων των μέσων που έχει στη διάθεσή της η Ένωση, συμπεριλαμβανομένων και στρατιωτικών, για την προσφορά βοήθειας σε κράτη μέλη (έπειτα από αίτηση των πολιτικών τους αρχών) σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης ή καταστροφής (φυσικής ή άλλης). Η ρήτρα αυτή θεσμοθετεί την έννοια της συλλογικής αρωγής και θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ο πρόδρομος μιας ρήτρας κοινής άμυνας, εάν οι εξελίξεις το επιτρέψουν στο μέλλον.

· Ρήτρα αποχώρησης: Η συνθήκη προβλέπει για πρώτη φορά τη δυνατότητα αποχώρησης κρατών μελών από την Ένωση.

· Έναρξη ισχύος της συνθήκης: Το κείμενο της συνθήκης προβλέπει ως ημερομηνία έναρξης ισχύος της την 1η Ιανουαρίου 2009, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη. Περιέχει επίσης σε δήλωση πρόνοιες για μεταβατικές ρυθμίσεις, στην περίπτωση που υπάρξει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της διαδικασίας επικύρωσης.

Κατά την πρώτη κοινή συνεδρία των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, που πραγματοποιήθηκε στις 8 Απριλίου 2008, παρέστησαν ο γενικός διευθυντής και εκπρόσωποι του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών, ενημερώνοντας τα μέλη των δύο επιτροπών, αναφέρθηκε στο ιστορικό των εξελίξεων που οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβώνας, καθώς και στη διαδικασία επικύρωσής της, υπογραμμίζοντας ότι στόχος είναι να τεθεί η συνθήκη σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2009, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης. Ακολούθως, αναφέρθηκε στους δεδηλωμένους στόχους της Συνθήκης της Λισσαβώνας, καθώς και στις βασικότερες θεσμικές αλλαγές οι οποίες επέρχονται με την υιοθέτησή της. Ο εν λόγω γενικός διευθυντής αναφέρθηκε επίσης σε συντομία στις διατάξεις της συνθήκης που αφορούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, όπως τη δημιουργία της θέσης Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την καθιέρωση του θεσμού του Ύπατου Εκπροσώπου για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, την αλλαγή της σύνθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και στις διατάξεις που αφορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Πρόσθετα, παρέθεσε τις διατάξεις της που αφορούν την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων, την εγκαθίδρυση της αρχής της λαϊκής πρωτοβουλίας, καθώς και τις διατάξεις που αφορούν το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Τέλος, αναφέρθηκε στο νέο σύστημα ψηφοφορίας κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και στην καθιέρωση ρήτρας αποχώρησης ενός κράτους μέλους από την Ένωση.

Τα μέλη των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, στα πλαίσια της συζήτησης του όλου θέματος, ήγειραν αριθμό ζητημάτων σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Τα θέματα που απασχόλησαν τα μέλη των δύο επιτροπών αφορούσαν ειδικότερα ένα ευρύ φάσμα προβληματισμού σε σχέση με τις πρόνοιες και τους σκοπούς της Συνθήκης της Λισσαβώνας και περιλάμβαναν ουσιαστικές, νομικές, πολιτικές αλλά και πρακτικές πτυχές που προκύπτουν από την υιοθέτηση της συνθήκης. Επίσης, τα μέλη προβλημάτισαν ζητήματα που αφορούν τη σημασία ή τις ενδεχόμενες συνέπειες από την υιοθέτηση της συνθήκης ιδιαίτερα για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Για τα πιο πάνω θέματα έγινε ανταλλαγή απόψεων και ζητήθηκαν διευκρινίσεις από την εκτελεστική εξουσία. Λόγω του μεγάλου αριθμού ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στα πλαίσια της συζήτησης, αυτά καταγράφηκαν και αποστάλθηκαν προς τον Υπουργό Εξωτερικών με σχετική επιστολή των προέδρων των δύο επιτροπών, ημερομηνίας 17 Απριλίου 2008. Σημειώνεται ότι η απάντηση της εκτελεστικής εξουσίας στα πιο πάνω ερωτήματα αποστάλθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων με εκτενή επιστολή, ημερομηνίας 16 Μαΐου 2008.

Οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων συνέχισαν την εξέταση του πιο πάνω νομοσχεδίου σε κοινή συνεδρία τους, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαΐου 2008. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον των δύο επιτροπών ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.

Στα πλαίσια της συζήτησης του νομοσχεδίου, τα μέλη των δύο επιτροπών ήγειραν αριθμό ζητημάτων σε σχέση με το όλο θέμα της επικύρωσης της Συνθήκης της Λισσαβώνας και όλες τις σχετικές πτυχές του τόσο προς τον αρμόδιο υπουργό όσο και προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ας σημειωθεί ότι κατά τη συνεδρίαση αυτή τα μέλη των δύο επιτροπών βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις δήλωσαν ότι προτίθενται να αποστείλουν επιστολή προς την εκτελεστική εξουσία με αριθμό πρόσθετων διευκρινιστικών ερωτημάτων. Σημειώνεται ότι απάντηση στην πιο πάνω επιστολή αποστάλθηκε από την εκτελεστική εξουσία στη Βουλή των Αντιπροσώπων με την επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 24 Ιουνίου 2008.

Κατά τη συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των αρμοδίων και των μελών των δύο επιτροπών, τα βασικά ζητήματα που επικράτησαν ήταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Το ενδεχόμενο διενέργειας δημοψηφίσματος στην Κύπρο για τη διακρίβωση της ετυμηγορίας του κυπριακού λαού σε σχέση με την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας.

2. Το ενδεχόμενο να έχει αναληφθεί από πλευράς μας οποιαδήποτε χρονική δέσμευση για επικύρωση της εν λόγω συνθήκης και αν υπάρχει για την Κυπριακή Δημοκρατία πολιτικό πλεονέκτημα από την επικύρωση της συνθήκης σύντομα.

3. Η πολιτική της κυβέρνησης για ενημέρωση των πολιτών για το περιεχόμενο της συνθήκης.

4. Ο αναβαθμισμένος ρόλος που αποκτά η Βουλή των Αντιπροσώπων με την υιοθέτηση της συνθήκης και η ανάγκη συνεργασίας και στήριξης από την εκτελεστική εξουσία για την αποτελεσματική άσκησή του.

Για τα πιο πάνω θέματα υπήρξε ιδιαίτερος προβληματισμός και ζητήθηκαν διευκρινίσεις από τον Υπουργό Εξωτερικών και το Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον των δύο επιτροπών από τους δύο αρμοδίους σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα, προκύπτουν τα ακόλουθα:

1. Υπάρχει πολιτική δέσμευση των αρχηγών των κρατών μελών ότι για την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας τα κράτη μέλη δε θα διεξαγάγουν δημοψηφίσματα, με μόνη εξαίρεση την Ιρλανδία, στην οποία, με βάση το σύνταγμά της, η διενέργεια δημοψηφίσματος είναι υποχρεωτική.

2. Από πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχει αναληφθεί οποιαδήποτε χρονική δέσμευση για επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Υπάρχει το γενικότερο χρονικό πλαίσιο που προβλέπει επικύρωσή της πριν από την 1η Ιανουαρίου 2009. Εκτίμηση του Υπουργού Εξωτερικών είναι ότι πολιτικό πλεονέκτημα δε θα υπάρξει από την έγκαιρη επικύρωση της συνθήκης, ωστόσο σε περίπτωση καθυστέρησης δυνατόν να υπάρξει μειονέκτημα.

3. Για το θέμα της ενημέρωσης των πολιτών, ο Υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι στο παρόν στάδιο και πριν από την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας δεν κρίνεται αναγκαίο να γίνει εκστρατεία διαφώτισης. Ωστόσο, το Υπουργείο Εξωτερικών θα δημιουργήσει ιστοσελίδα στην οποία θα αναφέρονται τα οφέλη που προσφέρει η Συνθήκη της Λισσαβώνας στους πολίτες.

4. Εκφράστηκε η προθυμία της εκτελεστικής εξουσίας να συνεργαστεί και να στηρίξει τη Βουλή στην άσκηση του νέου αναβαθμισμένου της ρόλου, χωρίς να δεσμεύεται ωστόσο νομικά από οποιαδήποτε θέση της Βουλής αλλά μόνο πολιτικά και μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας συνταγματικής τάξης και του πολιτειακού μας συστήματος. Παράλληλα, επισημάνθηκαν και οι πρακτικές δυσκολίες που υπάρχουν, που έχουν ως αποτέλεσμα, παρά τη θετική πρόθεση σε πολιτικό επίπεδο για συνεργασία, στην πράξη πολλές φορές αυτή να μην μπορεί να επιτυγχάνεται.

Περαιτέρω, εκφράστηκε προβληματισμός από μέλη των δύο επιτροπών αναφορικά με το κατά πόσο η κυβέρνηση υποστηρίζει την επικύρωση της συνθήκης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει αποσύρει το σχετικό κυρωτικό νομοσχέδιο, που κατέθεσε η προηγούμενη κυβέρνηση, και εκ των πραγμάτων αναμένεται η επικύρωση της συνθήκης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τις δύο επιτροπές, μετά από εισήγηση ορισμένων μελών τους, απασχόλησε και το ενδεχόμενο να κληθούν στις συνεδρίες τους εκπρόσωποι οργανωμένων συνόλων της κοινωνίας των πολιτών, για να ενημερωθούν μέσα από τη συζήτηση που διεξάγεται για τις πρόνοιες της συνθήκης. Ωστόσο, οι επιτροπές αποφάσισαν τελικά ότι οποιαδήποτε ενημέρωση των πολιτών θα πρέπει να γίνει με ειδικές προς τούτο εκδηλώσεις που θα μπορούσε να διοργανωθούν και από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Στα πλαίσια της δεύτερης συνεδρίασης και μετά από εισήγηση των δύο προέδρων των επιτροπών ακολούθησε ανταλλαγή απόψεων για το κατά πόσο η συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου έχει ενώπιον των επιτροπών ολοκληρωθεί. Η πλειοψηφία των μελών των δύο επιτροπών, με τη διαφωνία των μελών τους βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, τάχθηκε υπέρ της άποψης ότι, καθόσον αφορά τη διαδικασία συζήτησης του όλου θέματος ενώπιον των δύο επιτροπών, αυτή έχει ολοκληρωθεί.

Υπό το φως της πιο πάνω θέσης, οι πρόεδροι των δύο επιτροπών ζήτησαν από όλες τις πλευρές να τοποθετηθούν επί της ουσίας του νομοσχεδίου είτε κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης είτε, στη συνέχεια, καταθέτοντας γραπτώς τις απόψεις τους. Συναφώς, και με βάση είτε τις προφορικές θέσεις που κατατέθηκαν από τα μέλη των δύο επιτροπών είτε τις γραπτές θέσεις που διαβιβάστηκαν στη γραμματεία, η πλειοψηφία των μελών των δύο επιτροπών και ειδικότερα τα μέλη τους βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και τα μέλη τους βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Ευρωπαϊκού Κόμματος τάχθηκαν υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο για την κατά νόμο κύρωση της συνθήκης στην οποία αυτό αναφέρεται.

Τα μέλη των επιτροπών βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί του όλου θέματος κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια του σώματος, επειδή, όπως δήλωσαν στη συνεδρίαση, μέχρι τη χρονική εκείνη στιγμή δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εσωτερικές διεργασίες στο κόμμα τους σε σχέση με το θέμα αυτό.

30 Ιουνίου 2008

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων