Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Tάσος Μητσόπουλος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιαννάκης Ομήρου
Άριστος Αριστοτέλους  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε την πιο πάνω πρόταση νόμου, η οποία κατατέθηκε από την ίδια, σε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 15ης Μαΐου και 26ης Ιουνίου 2008. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός της πρότασης νόμου είναι να καταστήσει ιδιώνυμο αδίκημα ορισμένες καταδολιευτικές ενέργειες στις οποίες προβαίνει οφειλέτης εναντίον του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων, καθώς και την παράλειψη τέτοιου οφειλέτη να πληρώσει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του με δόσεις δυνάμει δικαστικού διατάγματος, παρά τη δυνατότητά του να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία ετοιμάστηκε σε συνεργασία με τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο έπειτα από σχετική γραπτή εισήγησή του, κρίθηκε αναγκαία μετά την κατάργηση της ποινής φυλάκισης για αστικά χρέη και στοχεύει στην ενίσχυση των μέτρων εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων και γενικότερα στην προστασία των συναλλαγών.

Ειδικότερα, στον προτεινόμενο νόμο, στη μορφή που κατατέθηκε, προβλέπονται κυρίως τα ακόλουθα:

1. Ως καταδολιευτικές ενέργειες καθορίζονται οι πιο κάτω ενέργειες του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους:

α. Οποιαδήποτε δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου ή μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου, εφόσον οι ενέργειες αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εκ δικαστικής αποφάσεως χρεών του.

β. Η παράλειψη να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις.

γ. Η εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις ή μετά από οποιαδήποτε άλλη απάτη κατά τη σύναψη οποιουδήποτε χρέους ή υποχρέωσης.

2. Οι πιο πάνω ενέργειες θα στοιχειοθετούν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, που επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €5.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Σε περίπτωση δε δεύτερης ή άλλης καταδίκης, καθορίζονται ως κατώτατα όρια της ποινής φυλάκισης οι έξι μήνες και της χρηματικής ποινής τα €2.000, εκτός αν το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικά ότι ο οφειλέτης έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής του χρέους με δόσεις ή ότι στο μεταξύ έχει εκδοθεί διάταγμα για τροποποίηση ή αναστολή του εν λόγω διατάγματος ή ότι ο οφειλέτης έχει υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για έκδοση τέτοιου διατάγματος πριν από την καταχώριση του κατηγορητηρίου.

3. Σε ποινική διαδικασία για αδίκημα που προβλέπεται στην πρόταση νόμου θα αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο οφειλέτη, αν αποδείξει, μεταξύ άλλων, και ανάλογα με την κατηγορία που του προσάπτεται, ότι προέβη στις ενέργειες, που διαφορετικά θα θεωρούνται καταδολιευτικές, με καλή πίστη και χωρίς πρόθεση να καθυστερήσει την είσπραξη του χρέους από τον πιστωτή ή αν αποδείξει ότι εξασφάλισε πίστωση χωρίς ψευδείς παραστάσεις ή άλλη απάτη. Επίσης, σε σχέση με την κατηγορία για παράλειψη πληρωμής δόσης, προβλέπεται ότι ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει ως υπεράσπισή του το γεγονός ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις και ότι έχει υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για αναστολή του διατάγματος.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επισήμανε το ενδεχόμενο η προτεινόμενη ρύθμιση, όπως αυτή αρχικά κατατέθηκε, να μην είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ειδικότερα, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας σε σχετική γραπτή γνωμάτευσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Εγείρεται θέμα συμβατότητας με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 3(1)(β) της πρότασης νόμου, που ποινικοποιούν και τιμωρούν με φυλάκιση την παράλειψη καταβολής δόσης για αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους το οποίο το δικαστήριο έχει διατάξει να καταβάλλεται από τον εξ αποφάσεως χρεώστη με δόσεις, δυνάμει του άρθρου 90 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η ασυμβατότητα αφορά το γεγονός ότι το αδίκημα αυτό επισύρει εκτός από πρόστιμο και ποινή φυλάκισης.

2. Το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου απαγορεύει τη στέρηση της ελευθερίας οποιουδήποτε προσώπου μόνο λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση. Το σκεπτικό για την απαγόρευση του πρωτοκόλλου είναι ότι η στέρηση της ελευθερίας μόνο λόγω οικονομικής αδυναμίας βρίσκεται σε αντίθεση με την έννοια της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Οι εν λόγω διατάξεις της πρότασης νόμου δεν αποκλείουν τη στέρηση της ελευθερίας εξ αποφάσεως χρεώστη λόγω μόνο της οικονομικής του αδυναμίας να εκπληρώσει συμβατικές του υποχρεώσεις και δύνανται έτσι να καταλήξουν σε παραβίαση του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου. Από σκοπιάς του πρωτοκόλλου οι διατάξεις αυτές δε διαφέρουν στο θέμα ουσίας και στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τη φυλάκιση από τις διατάξεις του άρθρου 91 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, που επίσης παρείχαν τη δυνατότητα φυλάκισης εξ αποφάσεως χρεώστη και καταργήθηκαν το 2005 λόγω του ενδεχομένου παραβίασης της σύμβασης.

3. Εύρημα για παραβίαση θα υπάρχει σε κάθε περίπτωση που ο χρεώστης αιτητής ικανοποιεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) ότι, παρά το γεγονός ότι δε μεταβλήθηκε η οικονομική του δυνατότητα ή το γεγονός ότι δεν υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του δικαστικού διατάγματος δόσεων, στην πραγματικότητα δεν είχε την οικονομική δυνατότητα καταβολής των δόσεων για τις οποίες το δικαστήριο του επέβαλε τη φυλάκιση λόγω του αδικήματος της παράλειψης να τις καταβάλει. Η πιο πάνω ερμηνεία του άρθρου προκύπτει από νομολογία του 1971, η οποία δεν είναι ενδεικτική των σύγχρονων τάσεων και αντιλήψεων στο ΕΔΑΔ. Σε περίπτωση ερμηνείας του πρωτοκόλλου από το ΕΔΑΔ σήμερα, διατάξεις όπως αυτές της πρότασης νόμου ενδεχομένως να προσεγγιστούν με ακόμα αυστηρότερα κριτήρια.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε στην επιτροπή ότι υιοθετεί τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω γνωμάτευση.

Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, σε σχέση με το σκεπτικό της προτεινόμενης ρύθμισης, επισήμανε ότι αυτή είναι αναγκαία, ώστε να επανέλθει το ισοζύγιο πληρωμών στον εμπορικό κόσμο. Όπως ανέφερε ο ίδιος, συχνά διαπιστώνεται πως οι εξ αποφάσεως οφειλέτες που καλούνται να πληρώσουν τα χρέη τους βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους πιστωτές τους, οι οποίοι αδυνατούν να εισπράξουν τα οφειλόμενα σε αυτούς, και ως εκ τούτου θα πρέπει να προστατευτεί και αυτή η κατηγορία προσώπων.

Περαιτέρω, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου εξέφρασε την άποψη ότι το πρωτόκολλο προστατεύει τα πρόσωπα που έχουν πραγματική οικονομική αδυναμία να εκπληρώσουν συμβατική υποχρέωση και όχι τα πρόσωπα που, παρ’ όλο που έχουν την οικονομική δυνατότητα, δεν την εκπληρώνουν. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις του πρωτοκόλλου δεν έχουν ερμηνευτεί νομολογιακά και ότι παρόμοιες με την προτεινόμενη νομοθετικές ρυθμίσεις ισχύουν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Αγγλία, χωρίς να έχει εγερθεί ζήτημα συμβατότητάς τους με το πρωτόκολλο.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου εισηγήθηκε τη διαμόρφωση του αρχικού κειμένου της πρότασης νόμου, ώστε σ’ αυτό να διαλαμβάνονται τα πιο κάτω:

1. Η παράλειψη του εξ αποφάσεως οφειλέτη να καταβάλει οποιαδήποτε δόση έχει διαταχθεί από το δικαστήριο θα συνιστά αδίκημα μόνο όταν η παράλειψη αυτή οφείλεται σε λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

2. Δε θα ασκείται δίωξη εναντίον του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη για διάπραξη του αδικήματος της παράλειψης πληρωμής δόσης, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τριών τουλάχιστο δόσεων.

3. Το πιο πάνω αδίκημα της παράλειψης καταβολής δόσης από τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη θα τιμωρείται μόνο με χρηματική ποινή μέχρι €5.000 ευρώ και όχι με ποινή φυλάκισης, όπως προβλέπεται στο αρχικό κείμενο της πρότασης νόμου. Σε περίπτωση δε δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, το κατώτατο όριο ποινής θα είναι €1.000 ευρώ, εκτός αν το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, κρίνει σκόπιμο να μην επιβάλει ποινή και, στην περίπτωση δεύτερης μεταγενέστερης καταδίκης, κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή.

4. Σε περίπτωση καταδίκης για το πιο πάνω αδίκημα, το δικαστήριο θα δύναται, εφόσον ζητηθεί, να εκδώσει διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή και να αναστείλει την εκτέλεσή του μέχρι έξι μήνες.

Υπό το φως της γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και λαμβάνοντας υπόψη τις επισημάνσεις του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, η επιτροπή αποφάσισε να υιοθετήσει τις πιο πάνω εισηγήσεις.

Η επιτροπή κατέληξε στην απόφαση αυτή ύστερα από σοβαρό προβληματισμό και με στόχο τη διασφάλιση της συμβατότητας της προτεινόμενης ρύθμισης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και την προστασία των καλόπιστων οφειλετών που αδυνατούν να πληρώσουν τα χρέη τους, καθώς και την προστασία των καλόπιστων πιστωτών που αδυνατούν να εισπράξουν τα οφειλόμενα σ’ αυτούς χρέη, κρίνοντας ότι με το διαμορφωμένο κείμενο επιτυγχάνονται και οι δύο αυτοί στόχοι.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού διαμόρφωσε το κείμενο της πρότασης νόμου στη βάση των πιο πάνω, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή της σε νόμο.

 

 

 

1η Ιουλίου 2008

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων