Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Συγκοινωνιών και Έργων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Ρύπανση από Πλοία) Νόμος του 2006»

Παρόντες:

Ζαχαρίας Κουλίας, πρόεδρος Άριστος Αριστοτέλους
Αντώνης Αντωνίου Γεώργιος Γεωργίου
Αντρέας Φακοντής Τάσος Μητσόπουλος
Κύπρος Χρυσοστομίδης Φειδίας Σαρίκας

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 9 και 16 Ιανουαρίου 2007. Στα πλαίσια της πρώτης συνεδρίασης κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, καθώς και εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Κυπριακού Ναυτιλιακού Συμβουλίου (ΚΝΣ), της Κυπριακής Ένωσης Πλοιοκτητών (ΚΕΠ), του Κυπριακού Συνδέσμου Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (Επιτροπή Ναυτιλίας) και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ και ΣΕΚ. Το Γραφείο του Συντονιστή Εναρμόνισης, καθώς και η συνδικαλιστική οργάνωση ΔΕΟΚ, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στη συνεδρία της επιτροπής. Η συνδικαλιστική οργάνωση ΔΕΟΚ κοινοποίησε όμως γραπτώς τις θέσεις της επί του θέματος στην επιτροπή.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με την Οδηγία 2005/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις, καθώς και με την Απόφαση Πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2005 για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία.

Ειδικότερα, το υπό αναφορά νομοσχέδιο, μεταξύ άλλων, προνοεί τα ακόλουθα:

1. Ποινικοποιεί την απόρριψη από πλοίο ρυπογόνου ουσίας που ρυθμίζεται από το Παράρτημα Ι (πετρέλαιο) ή το Παράρτημα ΙΙ (επιβλαβείς υγρές ουσίες που μεταφέρονται χύδην) της Διεθνούς Σύμβασης περί Προλήψεως της Ρύπανσης της Θάλασσας από Πλοία (MARPOL).

2. Παραχωρεί τις αναγκαίες διοικητικές αρμοδιότητες στον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων και στους επιθεωρητές του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας για έλεγχο και εξαναγκασμό της συμμόρφωσης των ναυτιλλομένων προς την υποχρέωση που τους επιβάλλει το νομοσχέδιο, στις οποίες αρμοδιότητες περιλαμβάνεται και η επιβολή διοικητικού προστίμου.

Με την υιοθέτηση του προτεινόμενου νόμου και την υλοποίηση των προνοιών του θα διευρυνθεί η έκταση της ποινικής ευθύνης για ατυχηματική ρύπανση των ναυτικών που υπηρετούν σε κοινοτικά πλοία και σε πλοία τρίτων χωρών που επισκέπτονται κοινοτικά ύδατα.

Η χρονική προθεσμία που είχε τεθεί για υιοθέτηση της Απόφασης Πλαισίου έληξε στις 12 Ιανουαρίου 2007, ενώ για την υιοθέτηση της Οδηγίας η προθεσμία λήγει την 1η Απριλίου 2007.

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, καθώς και την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, η εν λόγω Οδηγία, παρ’ όλο που επιδιώκει την εναρμονισμένη εφαρμογή μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των προνοιών της Σύμβασης MARPOL, σε μερικές περιπτώσεις παρεκκλίνει από τις πρόνοιες αυτής και ως εκ τούτου στο στάδιο της υιοθέτησής της, καθώς και στο στάδιο της υιοθέτησης της υπό αναφορά Απόφασης Πλαισίου από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Κυπριακή Δημοκρατία υποστήριξε πως τα νομοθετήματα αυτά, στο βαθμό που αντιβαίνουν προς το διεθνές δίκαιο και ιδιαίτερα προς τη Σύμβαση MARPOL, αποτελούν παρέκκλιση από το διεθνές δίκαιο. Τις θέσεις της Κύπρου συμμερίστηκαν επίσης η Ελλάδα και η Μάλτα. Επιπρόσθετα, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι πληροφόρησαν την επιτροπή πως εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) διαδικασία ακύρωσης της Απόφασης Πλαισίου στην υπόθεση C440/05, την οποία καταχώρισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εναντίον του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, η εγκυρότητα των προνοιών της Οδηγίας έχει προσβληθεί ενώπιον του ΔΕΚ στην υπόθεση C-308/06. Επιπρόσθετα, έχει ζητηθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υποβάλουν παραστάσεις προς το ΔΕΚ είτε προς υπεράσπιση της εγκυρότητας της Οδηγίας είτε προς ακύρωση της Οδηγίας, σε μια διαδικασία προδικαστικού ερωτήματος που τέθηκε ενώπιον του ΔΕΚ από βρετανικό δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε, έπειτα από αίτηση οργανώσεων πλοιοκτητών και άλλων ενδιαφερομένων, πως η Οδηγία είναι άκυρη. Η Κύπρος, όπως ενημέρωσαν την επιτροπή οι ίδιοι εκπρόσωποι, έχει υποβάλει παρατηρήσεις προς το ΔΕΚ προς ακύρωση της Οδηγίας, στο βαθμό που η Οδηγία αντίκειται στο διεθνές δίκαιο και ιδιαίτερα στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση UNCLOS) και στη Σύμβαση MARPOL.

Σε παρατηρήσεις μελών της επιτροπής κατά πόσο, υπό το φως των εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών, η υιοθέτηση του κοινοτικού κεκτημένου με το υπό αναφορά νομοσχέδιο θα μπορούσε να ανασταλεί μέχρι την τελική εκδίκαση των εκκρεμουσών δικαστικών υποθέσεων, τόσο οι κυβερνητικοί αρμόδιοι όσο και ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατέστησαν σαφές στην επιτροπή πως, ανεξάρτητα από την εν λόγω εκκρεμότητα, εφόσον η Απόφαση Πλαίσιο και η Οδηγία είναι ακόμα σε ισχύ, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να συμμορφωθεί με τις κοινοτικές υποχρεώσεις της που πηγάζουν από τα εν λόγω κοινοτικά νομοθετήματα και να ψηφίσει σε νόμο το υπό συζήτηση νομοσχέδιο.

Όλοι οι παρευρισκόμενοι, παρ’ όλο που διαφώνησαν με την προβλεπόμενη επέκταση της ποινικής ευθύνης των ναυτικών, με δεδομένο το ότι οι πρόνοιες της Απόφασης Πλαισίου και της Οδηγίας είναι στο παρόν στάδιο σε ισχύ και η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούται να τις υιοθετήσει, συμφώνησαν στην ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Ρύπανση από Πλοία) Νόμος του 2007».

24 Ιανουαρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων