Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί Παραγραφής (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Tάσος Μητσόπουλος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιαννάκης Ομήρου
Άριστος Αριστοτέλους Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε την πιο πάνω πρόταση νόμου, η οποία κατατέθηκε από την ίδια, σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαΐου 2008.

Σκοπός της πρότασης νόμου είναι η αναστολή της εφαρμογής των διατάξεων του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15, μέχρι την 31η Μαρτίου 2009, ώστε να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος για τον εκσυγχρονισμό και την αναθεώρησή του.

Σημειώνεται ότι η ανάγκη για την κατάθεση της υπό συζήτηση πρότασης νόμου προέκυψε στα πλαίσια αυτεπάγγελτης εξέτασης από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών συναφούς θέματος που ενέγραψαν τα μέλη της βουλευτές κ. Ιωνάς Νικολάου, Αριστοφάνης Γεωργίου και Ανδρέας Αγγελίδης, με τίτλο «Τα προβλήματα που συνεπάγεται η εφαρμογή του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15», ύστερα από γραπτές παραστάσεις της Παγκύπριας Συνεργατικής Συνομοσπονδίας και με σκοπό τη διακρίβωση των δυσκολιών στην εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας. Στη συνεδρία της επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 15 Μαΐου 2008, κατά την οποία εξετάστηκε το υπό αναφορά θέμα, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας, του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών και της Παγκύπριας Συνεργατικής Ομοσπονδίας.

Στα πλαίσια της όλης συζήτησης του πιο πάνω θέματος που προηγήθηκε, υπήρξε κοινή θέση όλων όσοι παρευρέθηκαν στη σχετική συνεδρία της επιτροπής ότι για σκοπούς ασφάλειας των συναλλαγών είναι αναγκαία η εφαρμογή νομοθετικής ρύθμισης της περιόδου παραγραφής. Ωστόσο, κοινή ήταν και η διαπίστωση ότι ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, ο οποίος θεσπίστηκε το 1945, παρουσιάζει πολλά κενά και αδυναμίες, γι’ αυτό απαιτείται να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του. Αυτό οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι από τη θέσπισή του μέχρι σήμερα επήλθαν σημαντικές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που τον καθιστούν αναχρονιστικό και αφετέρου στο ότι ύστερα από την πολύχρονη αναστολή της εφαρμογής του επανειλημμένα με διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις επανατέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2005, με αποτέλεσμα τώρα να διαπιστώνονται οι πιο πάνω αδυναμίες του.

Ειδικότερα, από την πλευρά του χρηματοπιστωτικού τομέα επισημάνθηκε το γεγονός ότι οι ασάφειες και τα κενά του εν λόγω νόμου δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην εφαρμογή του, καθώς και άνιση μεταχείριση μεταξύ των διάφορων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία, στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, θα οδηγήσουν μαζικά στα δικαστήρια πολίτες χρεώστες τους. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, επισημάνθηκε στην επιτροπή ότι στον υπό αναφορά νόμο υπάρχει ασάφεια ως προς το χρόνο γένεσης ενός αγώγιμου δικαιώματος από τον οποίο αρχίζει να υπολογίζεται η περίοδος παραγραφής, καθώς και κατά πόσο στην έννοια του όρου “τράπεζα” περιλαμβάνονται και τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και οι θυγατρικές εταιρείες των τραπεζών, ώστε και για τις οφειλές από και προς αυτά να ισχύει η ίδια περίοδος παραγραφής που ισχύει σε σχέση με τις τράπεζες.

Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ανέφερε στην επιτροπή ότι, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης αναστολής των διατάξεων για την παραγραφή των χρεών, οδηγούνται τώρα στο δικαστήριο υποθέσεις που αφορούν πολύ παλιά χρέη τα οποία δεν μπορούν να αποδειχθούν και ως εκ τούτου οι υποθέσεις απορρίπτονται λόγω μη διασφάλισης της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Συναφώς, επισήμανε την ανάγκη όπως οποιαδήποτε απόφαση για παραπέρα αναστολή της εφαρμογής του εν λόγω νόμου περιοριστεί στην απόλυτα αναγκαία χρονική περίοδο προς το σκοπό του εκσυγχρονισμού των διατάξεών του με την ετοιμασία ολοκληρωμένης νομοθεσίας, στην οποία να κωδικοποιούνται όλες οι ισχύουσες διατάξεις που αφορούν την παραγραφή.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αφού συμφώνησε με τις πιο πάνω επισημάνσεις του προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ανταποκρινόμενος στη σχετική παράκληση της επιτροπής, ανέλαβε τη δέσμευση για ετοιμασία ολοκληρωμένης νομοθετικής ρύθμισης για την παραγραφή. Παράλληλα, τόνισε ότι τέτοια ρύθμιση άπτεται μεν νομικών πτυχών, αλλά περισσότερο σχετίζεται με οικονομικά ζητήματα και με το όλο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, για την υλοποίηση του έργου αυτού που ανέλαβε, ζήτησε τη συνδρομή των εμπορικών τραπεζών και του συνεργατικού κινήματος, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και όλων των εμπλεκομένων στα ζητήματα αυτά. Περαιτέρω, συμφώνησε με την άποψη της επιτροπής ότι το αναμενόμενο νομοσχέδιο θα πρέπει να κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα έγκαιρης εξέτασής του από την επιτροπή και ψήφισής του σε νόμο, για να καταστεί δυνατή η έναρξη της εφαρμογής του μέχρι την 31η Μαρτίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία θα λήξει η προτεινόμενη με την υπό συζήτηση πρόταση νόμου αναστολή του ισχύοντος νόμου.

Στη βάση των πιο πάνω, όλοι όσοι παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής συμφώνησαν με την ανάγκη κατάθεσης και προώθησης για ψήφιση της υπό συζήτηση πρότασης νόμου.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται στην ολομέλεια του σώματος την ψήφιση της πρότασης νόμου σε νόμο. Παράλληλα, η επιτροπή αναμένει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι θα συμβάλουν θετικά στην υλοποίηση των πιο πάνω δεσμεύσεων.

 

 

22 Μαΐου 2008

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων