Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου και Βιομηχανίας για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «O περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2007»

Παρόντες׃

Λευτέρης Χριστοφόρου, πρόεδρος Νικόλας Παπαδόπουλος
Κυριάκος Χατζηγιάννη Γιώργος Βαρνάβα
Σταύρος Ευαγόρου Mη μέλη της επιτροπής:
Ντίνος Χατζηνικόλας Άριστος Αριστοτέλους
Ανδρέας Μουσκάλλης Κώστας Κωνσταντίνου
Άγγελος Βότσης Γεώργιος Γεωργίου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρέστησαν ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, με τη συνοδεία λειτουργών του υπουργείου του, εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ), καθώς και εκπρόσωποι της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) και των συντεχνιών του προσωπικού της.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου για τη ρύθμιση της αγοράς φυσικού αερίου του 2004 και όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ώστε να παρασχεθεί εξουσία στη ΡΑΕΚ, μέχρις ότου δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, για να καταστεί η κυπριακή αγορά αναδυόμενη, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, κατά παρέκκλιση από τις υπόλοιπες διατάξεις του νόμου, με τα οποία να διασφαλίζεται ότι δε θα τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο και θα επιτρέπεται η ανάπτυξη αναδυόμενης αγοράς σε περιβάλλον όπου δεν ισχύουν πλήρως οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, σύμφωνα με τη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία/2003/55/ΕΚ και το νόμο.

Ειδικότερα, παρέχεται εξουσία στη ΡΑΕΚ να μην εκδίδει τέτοιες άδειες, μέχρις ότου η κυπριακή αγορά καταστεί αναδυόμενη, καθώς και εξουσία τροποποίησης και ανάκλησης άδειας, όταν η αγορά καταστεί αναδυόμενη, αναφορικά με άδειες που θα έχει εκδώσει μέχρι τότε.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο αυτό, η Οδηγία 2003/55/ΕΚ σκοπό έχει την προστασία των αγορών φυσικού αερίου των κρατών μελών που δεν είναι αρκετά ώριμες, ώστε να εφαρμοστούν πλήρως σ’ αυτές οι κανόνες του ανταγωνισμού. Οι διατάξεις της πιο πάνω Οδηγίας, που συντάχθηκε πριν από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αφού λήφθηκαν υπόψη μόνο οι περιπτώσεις των δεκαπέντε κρατών μελών, δε διασφαλίζουν επαρκώς την προστασία αγορών στις οποίες δεν πραγματοποιήθηκε ακόμα η παράδοση φυσικού αερίου. Οι πρόνοιες της Οδηγίας αυτής έχουν ενσωματωθεί στις πρόνοιες του σχετικού νόμου (άρθρο 42).

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου υπουργείου προς τη Βουλή που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, σήμερα, με βάση τον ισχύοντα νόμο, η κυπριακή αγορά δεν είναι “αναδυόμενη αγορά”, αφού δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί «η πρώτη εμπορική προμήθεια φυσικού αερίου στα πλαίσια της πρώτης μακρόχρονης σχετικής σύμβασης» για την προμήθεια φυσικού αερίου στην Κύπρο. Επειδή η πρώτη εμπορική προμήθεια ενδέχεται να καθυστερήσει, με αποτέλεσμα να καταστεί δύσκολη η παροχή αποκλειστικών δικαιωμάτων στη Δημόσια Εταιρεία Φυσικού Αερίου (ΔΕΦΑ), και επειδή εκκρεμούν επίσης ενώπιον της ΡΑΕΚ δύο σχετικές αιτήσεις ιδιωτικών εταιρειών που ζητούν την εξασφάλιση άδειας εισαγωγής, αποθήκευσης και αεριοποίησης φυσικού αερίου, επιβάλλεται η ψήφιση σε νόμο του υπό αναφορά νομοσχεδίου, ώστε να καταστεί η αγορά φυσικού αερίου της Κύπρου αναδυόμενη.

Στην ίδια εισηγητική έκθεση αναφέρεται επίσης ότι το Υπουργικό Συμβούλιο πρόσφατα έλαβε τις πιο κάτω αποφάσεις, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:

1. Απόφαση με αρ. 65.652, ημερομηνίας 6 Ιουνίου 2007: «Η προοπτική ανακήρυξης της αγοράς ως αναδυόμενης, σύμφωνα με τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν προκύπτει πριν από την εισαγωγή φυσικού αερίου και, όταν οι συνθήκες αυτές δημιουργηθούν, το Συμβούλιο θα εξετάσει ευνοϊκά αυτή την προοπτική, κάτω από τις συνθήκες που θα επικρατούν τότε».

2. 5 Δεκεμβρίου 2007: Πρόθεση της κυπριακής κυβέρνησης να κηρύξει την αγορά φυσικού αερίου ως “απομονωμένη και αναδυόμενη”, με βάση τις διατάξεις του νόμου και της σχετικής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλιστούν παρεκκλίσεις από τους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Επιπρόσθετα, με βάση την ίδια εισηγητική έκθεση, για υλοποίηση του πιο πάνω στόχου πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλες την 21η του παρελθόντος Νοεμβρίου συνάντηση κυπριακής αποστολής, που αποτελείτο από εκπροσώπους του αρμόδιου υπουργείου, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τον πρόεδρο της ΡΑΕΚ και εκπροσώπους της ΑΗΚ, με αξιωματούχους της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας και Μεταφοράς (DG TREN) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να διευθετηθεί το χρονικό σημείο κήρυξης της αγοράς φυσικού αερίου ως αναδυόμενης.

Στα πλαίσια της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου ενώπιον της επιτροπής, ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός δήλωσε ότι είναι πρόθεση της κυβέρνησης η κήρυξη της αγοράς ως αναδυόμενης και για το σκοπό αυτό συντάχθηκε το νομοσχέδιο αυτό, σε στενή συνεργασία με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το νομοσχέδιο αυτό πρέπει να υιοθετηθεί αυτούσιο και άμεσα από τη Βουλή, γιατί διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η αγορά της Κύπρου να μην κηρυχθεί αναδυόμενη.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αφού εξήγησε τις νόμιμες διαδικασίες μέσω των οποίων μπορεί να ανακηρυχθεί η αγορά αναδυόμενη, διευκρίνισε περαιτέρω ότι σήμερα η αγορά της Κύπρου δεν είναι αναδυόμενη, γιατί δεν υπάρχει τη χρονική αυτή στιγμή στην Κύπρο κανένας προμηθευτής φυσικού αερίου. Πρόσθεσε επίσης ότι το νομοσχέδιο αυτό διευκρινίζει καλύτερα τις εξουσίες της ΡΑΕΚ, ώστε η τελευταία να μπορεί να ανακαλεί ή να τροποποιεί άδειες. Ο ίδιος εκπρόσωπος πρόσθεσε ακόμη ότι το υπό αναφορά νομοσχέδιο είναι εναρμονισμένο με το κοινοτικό κεκτημένο και οποιαδήποτε προσπάθεια τροποποίησης ή αναστολής της εφαρμογής των διατάξεών του πιθανόν να προκαλέσει προβλήματα και εμπερικλείει κινδύνους για τα συμφέροντα του τόπου. Ο ίδιος διευκρίνισε περαιτέρω ότι είναι διαφορετικές οι ρυθμίσεις για την κήρυξη της αγοράς ως αναδυόμενης από εκείνες για την κήρυξή της ως απομονωμένης.

O πρόεδρος της ΡΑΕΚ δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι εδώ και ένα χρόνο εκκρεμούν ενώπιόν της δύο αιτήσεις εταιρειών που ζητούν να εξασφαλίσουν άδεια εισαγωγής, αποθήκευσης και αεριοποίησης φυσικού αερίου. Επιπλέον, πρόσθεσε ότι η ΡΑΕΚ αποφασίζει για τις άδειες με βάση κριτήρια, όπως τη βιωσιμότητα, οικονομικά και άλλα κριτήρια.

Οι εκπρόσωποι της ΑΗΚ, «ως ο μοναδικός καταναλωτής στο αρχικό στάδιο εισαγωγής φυσικού αερίου και άμεσα επηρεαζόμενος», κατέθεσαν ενώπιον της επιτροπής υπόμνημα με τις θέσεις τους, σύμφωνα με το οποίο «με το εν λόγω νομοσχέδιο δεν επιτυγχάνονται οι σκοποί που τέθηκαν από την κυβέρνηση για χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει η Ευρωπαϊκή Οδηγία, όπως αυτές περιγράφονται στο πιο πάνω συμπέρασμα της σύσκεψης των Βρυξελλών την 21η Νοεμβρίου 2007. Αντίθετα, μεταφέρεται το βάρος της ευθύνης και οι εξουσίες στη ΡΑΕΚ, για να ενεργεί με τους τρόπους που περιγράφονται στο νομοσχέδιο, ώστε να μην τεθούν σε κίνδυνο οι σκοποί που η Δημοκρατία επέλεξε να επιδιώξει, όπως δικαιούται δυνάμει των διατάξεων των σχετικών άρθρων της Οδηγίας και της νομοθεσίας. Με τις επιπρόσθετες αυτές εξουσίες που δίδονται στη ΡΑΕΚ, εισάγονται ουσιαστικά διακρίσεις στο ζήτημα των αδειοδοτήσεων σε αντίθεση με το κεκτημένο και τίθεται υπό σοβαρότατη αμφισβήτηση η δυνατότητα επίτευξης των σκοπών που έθεσε η Δημοκρατία.».

Οι πιο πάνω εκπρόσωποι της Αρχής πρόσθεσαν ότι συμπερασματικά η Αρχή θεωρεί ότι οι τροποποιήσεις στην κειμένη νομοθεσία πρέπει να καταστήσουν δυνατή την επίτευξη της διακηρυγμένης πολιτικής και των σκοπών που έθεσε η κυβέρνηση για κήρυξη της αγοράς φυσικού αερίου ως αναδυόμενης και δημιουργία του χερσαίου τερματικού και μπορούν να καλυφθούν, γι’ αυτό και εισηγήθηκαν την αναστολή ορισμένων άρθρων της νομοθεσίας και των κανονισμών με βάση την Οδηγία. Με τις πιο πάνω θέσεις της ΑΗΚ συμφώνησαν και οι συντεχνίες του προσωπικού της.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου και Βιομηχανίας επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια της Βουλής.

14 Δεκεμβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων