Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Άμυνας για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας  (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Γιαννάκης Ομήρου, πρόεδρος Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Σωτήρης Σαμψών Ζαχαρίας Κουλίας
Άριστος Αριστοτέλους Νίκος Κουτσού
Κώστας Κωνσταντίνου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Άμυνας μελέτησε την πιο πάνω πρόταση νόμου, που κατατέθηκε στη Βουλή από το βουλευτή κ. Γιαννάκη Ομήρου εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 25 Οκτωβρίου, την 1η και στις 29 Νοεμβρίου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας συνοδευόμενος από υπηρεσιακούς παράγοντες και εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου, με την εισαγωγή σ’ αυτόν διατάξεων με τις οποίες καθίσταται αδίκημα:

1. η παράλειψη από οποιοδήποτε πρόσωπο ενημέρωσης, γραπτώς και ενυπογράφως, της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Άμυνας για πρόταση που του γίνεται για λήψη προμήθειας ή άλλου οικονομικού οφέλους για σκοπούς αγοράς οποιουδήποτε αντικειμένου που πληρώνεται από το κεφάλαιο που αφορά δαπάνες αμυντικής θωράκισης του προϋπολογισμού του Υπουργείου Άμυνας,

2. η αποδοχή προμήθειας ή άλλου οικονομικού οφέλους από πρόσωπο που κατέχει δημόσιο αξίωμα ή βρίσκεται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας για την αγορά οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο πληρώνεται από το κεφάλαιο για δαπάνες αμυντικής θωράκισης του προϋπολογισμού του Υπουργείου Άμυνας.

Εισάγοντας την υπό αναφορά πρόταση νόμου στην επιτροπή, ο εισηγητής της κ. Γιαννάκης Ομήρου δήλωσε πως την κατέθεσε στη Βουλή με στόχο να επαναφέρει τις προτεινόμενες με αυτή ρυθμίσεις στον περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμο, οι οποίες καταργήθηκαν το 2002, στα πλαίσια της φορολογικής μεταρρύθμισης που επήλθε με την κατάθεση από την εκτελεστική εξουσία αριθμού νομοσχεδίων, μεταξύ των οποίων και νομοσχέδιο το οποίο ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε νόμο και με το οποίο τροποποιήθηκε και ο υπό τροποποίηση με την υπό αναφορά πρόταση νόμου βασικός νόμος.

Απώτερος στόχος των προτεινόμενων τροποποιήσεων, πρόσθεσε ο ίδιος εισηγητής, είναι η αποτροπή εξασφάλισης από πρόσωπα προμήθειας που σχετίζεται με την αγορά οποιουδήποτε αντικειμένου για σκοπούς άμυνας, τόσο για λόγους ηθικής όσο και για λόγους πολιτικής τάξεως, με σκοπό τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.

Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας, σχολιάζοντας τις πρόνοιες της υπό συζήτηση πρότασης νόμου, εξέφρασε επιφυλάξεις για το κατά πόσο αυτές είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, καθώς και για το κατά πόσο οι πρόνοιές της που αφορούν τα πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας επικαλύπτονται από σχετικές πρόνοιες του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, καθώς και του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσαν πως το Υπουργείο Οικονομικών δεν ενίσταται στην ψήφιση της υπό συζήτηση πρότασης νόμου. Ενημερώνοντας οι ίδιοι την επιτροπή για τους λόγους που ενδεχομένως οι προτεινόμενες με την πρόταση νόμου ρυθμίσεις καταργήθηκαν, δήλωσαν πως, με τη φορολογική μεταρρύθμιση που επήλθε το 2002, στο νομοσχέδιο που κατατέθηκε για τροποποίηση του περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου δεν περιλαμβάνονταν οποιεσδήποτε πρόνοιες που να αφορούν δαπάνες, αλλά μόνο έσοδα σε σχέση με την έκτακτη εισφορά. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη τότε ποινικοποίηση, η οποία αφορούσε δαπάνες και στης οποίας την επαναφορά στοχεύει η πρόταση νόμου, καταργήθηκε.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε πως η αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας να νομοθετεί υπόκειται στους περιορισμούς του συντάγματος, των διεθνών συμβάσεων και του κοινοτικού δικαίου. Σχολιάζοντας ο ίδιος εκπρόσωπος τις πρόνοιες της πρότασης νόμου, δήλωσε πως αυτές δεν αντιβαίνουν στις πρόνοιες του συντάγματος και επιφυλάχθηκε να ενημερώσει γραπτώς την επιτροπή αναφορικά με τη συμβατότητα των προνοιών της με το κοινοτικό κεκτημένο.

Στο στάδιο της μελέτης της υπό αναφορά πρότασης νόμου από την επιτροπή διατυπώθηκαν από τα μέλη της επιφυλάξεις σε σχέση με τα πιο πάνω, ως ακολούθως:

· Την προτεινόμενη πρόνοιά της με την οποία ποινικοποιείται η παράλειψη από οποιοδήποτε πρόσωπο ενημέρωσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Άμυνας για πρόταση που του γίνεται για λήψη προμήθειας ή άλλου οικονομικού οφέλους για σκοπούς αγοράς οποιουδήποτε αντικειμένου που πληρώνεται από το κεφάλαιο του κρατικού προϋπολογισμού που αφορά τις δαπάνες αμυντικής θωράκισης και εισηγήθηκαν την τροποποίησή της με τρόπο που να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί κακόβουλα από οποιοδήποτε πρόσωπο.

· Την ανάγκη εισαγωγής σ’ αυτήν πρόνοιας που να ποινικοποιεί όχι μόνο την παράλειψη ενημέρωσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Άμυνας για πρόταση που γίνεται σε πρόσωπο να λάβει προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος για σκοπούς αγοράς αμυντικού εξοπλισμού, αλλά και για την αποδοχή της υπό αναφορά προμήθειας ή του οικονομικού οφέλους από πρόσωπο για τέτοιες αγορές.

Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή κάλεσε τον εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να εκφράσει την άποψή του τόσο για τις υπό αναφορά επιφυλάξεις που τέθηκαν από μέλη της επιτροπής όσο και για τη συμβατότητα των προνοιών της πρότασης νόμου με το κοινοτικό δίκαιο.

Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με επιστολή του που απέστειλε στην επιτροπή, διατύπωσε τις ακόλουθες απόψεις:

1. Ως προς το ενδεχόμενο να τεθεί η ποινική υποχρέωση σε πρόσωπο να ενημερώνει την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Άμυνας, όχι μόνο όταν του προτείνεται προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος για σκοπούς κρατικής αγοράς αμυντικού εξοπλισμού, αλλά και όταν την αποδέχεται, τέτοια διάταξη θα έχει τις ίδιες συνέπειες με την προτεινόμενη σχετική διάταξη της πρότασης νόμου, εφόσον και οι δύο διατάξεις αφορούν την πληροφόρηση.

2. Σε περίπτωση όμως που η Βουλή επιθυμεί να θεσπίσει ποινικό αδίκημα το οποίο να απαγορεύει την αποδοχή της προσφοράς ή του οφέλους για τις υπό αναφορά αγορές, τότε τέτοια διάταξη θα καλύψει όχι μόνο τις στοχευμένες περιπτώσεις αθέμιτου πλουτισμού, αλλά θα ποινικοποιήσει και τη θεμιτή επαγγελματική διαμεσολάβηση για την αγορά εξοπλισμού από τη Δημοκρατία, δημιουργώντας ενδεχομένως πρακτικό πρόσκομμα στην υλοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων της Δημοκρατίας.

3. Σε ό,τι αφορά τη συμβατότητα της πρότασης νόμου με το κοινοτικό δίκαιο, δεν υπάρχει καταρχήν πρόσκομμα στην ψήφιση της πρότασης νόμου, εφόσον το άρθρο 296, παράγραφος 2, στοιχείο (β) της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα κατά την κρίση τους αναγκαία μέτρα που αφορούν, μεταξύ άλλων, την εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού, που περιλαμβάνονται στον απόρρητο πίνακα που κατάρτισε το Συμβούλιο ομόφωνα στις 15 Απριλίου 1958.

4. Αναφορικά με την προτεινόμενη πρόνοια της πρότασης νόμου με την οποία ποινικοποιείται η αποδοχή προμήθειας ή άλλου οικονομικού οφέλους για την αγορά οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο πληρώνεται από το κεφάλαιο για δαπάνες αμυντικής θωράκισης του προϋπολογισμού του Υπουργείου Άμυνας σε σχέση με τα πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας και σε σχέση με τα πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα, αυτή επικαλύπτεται από το άρθρο 69 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου και τις αντίστοιχες διατάξεις σε άλλες νομοθεσίες που ρυθμίζουν την υπηρεσία της Δημοκρατίας, καθώς. και από το άρθρο 4 του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου, αντίστοιχα, και ως εκ τούτου είναι αχρείαστη η ψήφιση της πρόνοιας αυτής.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Άμυνας, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε να τροποποιήσει το κείμενο της πρότασης νόμου, ως ακολούθως:

1. Με την προσθήκη σ’ αυτό πρόνοιας σύμφωνα με την οποία καθίσταται αδίκημα και η παράλειψη ενημέρωσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Άμυνας από πρόσωπο σε περίπτωση που αυτό από μόνο του ή σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο λαμβάνει ή συμφωνεί να λάβει για λογαριασμό άλλου προσώπου προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος ή οτιδήποτε σχετικό με την κατακύρωση προμήθειας υλικού οπλικών συστημάτων ή για υπηρεσίες αναφορικά με αυτά, όπως αυτά καθορίζονται στον προϋπολογισμό για τις δαπάνες αμυντικής θωράκισης.

2. Με τη διευκρίνιση ότι ποινικοποιείται η παράλειψη ενημέρωσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Άμυνας στην περίπτωση όπου αποδεδειγμένα προτείνεται σε πρόσωπο η αναφερόμενη πιο πάνω προμήθεια ή το οικονομικό όφελος.

3. Με τη διαφοροποίηση της προβλεπόμενης σ’ αυτό ποινής που επιβάλλεται στα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα σε περίπτωση που παραλείψουν να ενημερώσουν γραπτώς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Άμυνας σύμφωνα με τις πρόνοιες της πρότασης νόμου, έτσι ώστε, πέραν της προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης που δύναται να τους επιβληθεί, να δύναται το δικαστήριο να τους επιβάλει διαζευκτικά χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και τις δύο υπό αναφορά ποινές.

Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή, αφού διαμόρφωσε το κείμενο της πρότασης νόμου σύμφωνα με τις πιο πάνω θέσεις της, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση της πρότασης νόμου σε νόμο.

 

 

 

11 Δεκεμβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων