Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αποφάσεων Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες Επιβάλλουν Χρηματικές Ποινές Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Κύπρος Χρυσοστομίδης
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος
Κώστας Παπακώστας Γιαννάκης Ομήρου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 29 Νοεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η εναρμόνιση με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Απόφαση-Πλαίσιο 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 24ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών».

Ειδικότερα, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, αυτό προβλέπει την αναγνώριση και την εκτέλεση δικαστικών ή διοικητικών αποφάσεων άλλων κρατών μελών οι οποίες επιβάλλουν χρηματικές ποινές, μέσω της έκδοσης διατάγματος εκτέλεσης από αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο στη Δημοκρατία.

Επιπρόσθετα, με το εν λόγω νομοσχέδιο ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Ορίζονται οι αρμόδιες αρχές έκδοσης και εκτέλεσης αποφάσεων στη Δημοκρατία.

2. Καθορίζεται η διαδικασία διαβίβασης των αποφάσεων από άλλο κράτος μέλος στη Δημοκρατία.

3. Καθορίζονται η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των αποφάσεων και οι ενδεχόμενοι λόγοι άρνησης εκτέλεσης των αποφάσεων αυτών από το επαρχιακό δικαστήριο.

4. Προβλέπεται η εκ πρώτης όψεως απόδειξη της αυθεντικότητας των εν λόγω αποφάσεων ενώπιον δικαστηρίου.

5. Καθορίζεται η υποχρέωση ενημέρωσης των αρχών έκδοσης των αποφάσεων ως προς την πορεία εκτέλεσής τους.

6. Καθορίζεται η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης απόφασης της αρμόδιας αρχής της Δημοκρατίας σε άλλο κράτος μέλος.

Σημειώνεται ότι το άρθρο 20 της υπό αναφορά απόφασης-πλαισίου προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της μέχρι τις 22 Μαρτίου 2007. Το ίδιο άρθρο παρέχει επίσης στα κράτη μέλη την ευχέρεια περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της για μέγιστη περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της, δηλαδή από τις 22 Μαρτίου 2005.

Το εν λόγω νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 25 Οκτωβρίου 2007 και, όπως ενημερώθηκε η επιτροπή, η κυβέρνηση δεν προέβη σε χρήση της ευχέρειας περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της υπό αναφορά απόφασης-πλαισίου.

Στα πλαίσια της μελέτης του νομοσχεδίου, την επιτροπή απασχόλησαν και τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Η πρόνοια της παραγράφου (2) του άρθρου 7 του νομοσχεδίου, η οποία υιοθετεί την πρόνοια της παραγράφου (1) του άρθρου 5 της πιο πάνω απόφασης-πλαισίου, σύμφωνα με την οποία κάθε απόφαση που διαβιβάζεται στη Δημοκρατία αναγνωρίζεται και εκτελείται χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου για ορισμένα ποινικά αδικήματα όπως αυτά ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης και εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό.

2. Κατά πόσο υφίσταται δικαίωμα καταχώρισης προσφυγής για προσβολή της νομιμότητας της απόφασης-πλαισίου.

3. Κατά πόσο είναι δυνατή η προσθήκη διάταξης στο νομοσχέδιο που να προβλέπει ότι ο καταδικασθείς σε χρηματική ποινή από αλλοδαπό δικαστήριο έχει δικαίωμα να παρουσιαστεί ή κλητεύεται ενώπιον του κυπριακού δικαστηρίου που αποφασίζει για την εκτέλεση της χρηματικής ποινής στη Δημοκρατία.

Αναφορικά με το πρώτο πιο πάνω ζήτημα, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε στην επιτροπή ότι ο αποκλεισμός ελέγχου του διττού αξιόποινου είναι δεσμευτικός σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο. Η επιτροπή κρίνει ότι η υιοθέτηση της υπό αναφορά πρόνοιας για αναγνώριση και εκτέλεση στη Δημοκρατία κάθε απόφασης που διαβιβάζεται από το κράτος έκδοσης, χωρίς την ασφαλιστική δικλίδα της διεξαγωγής ελέγχου του διττού αξιόποινου, ελλοχεύει κινδύνους, αφού θα καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των αποφάσεων των δικαστηρίων άλλων κρατών μελών για πράξεις που αποτελούν αδικήματα σε άλλα κράτη μέλη, αλλά δεν είναι αξιόποινες σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο.

Σε σχέση με τα άλλα δύο ζητήματα που απασχόλησαν την επιτροπή, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατέθεσε γραπτώς στην επιτροπή τις ακόλουθες θέσεις:

1. Η παράγραφος (6) του άρθρου 35 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύναται να ελέγξει τη νομιμότητα απόφασης-πλαισίου στα πλαίσια προσφυγής που ασκείται από κράτος μέλος εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης-πλαισίου. Επομένως, εφόσον η υπό συζήτηση απόφαση-πλαίσιο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 22 Μαρτίου 2005, το δικαίωμα καταχώρισης προσφυγής έληξε στις 22 Μαΐου 2005, οπότε η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο καλύπτεται πλέον τελεσίδικα από το τεκμήριο της νομιμότητας.

2. Η παράγραφος (1) του άρθρου 9 της απόφασης-πλαισίου προβλέπει ότι η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης άλλου κράτους μέλους διέπεται από τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, συνεπώς η αλλοδαπή χρηματική ποινή θα εκτελείται σύμφωνα με τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο. Ως εκ τούτου, θέση του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι ότι η προσθήκη στο νομοσχέδιο διάταξης που να προβλέπει ότι ο καταδικασθείς σε χρηματική ποινή από αλλοδαπό δικαστήριο έχει δικαίωμα να παρουσιαστεί ή κλητεύεται ενώπιον κυπριακού δικαστηρίου που αποφασίζει για την εκτέλεση της χρηματικής ποινής στη Δημοκρατία ενδεχομένως είναι αχρείαστη στην έκταση που ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος ρυθμίζει την παρουσία του καταδικασθέντος ενώπιον του δικαστηρίου.

Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, που παρευρέθηκε στις συνεδρίες της επιτροπής, δήλωσε ότι συμφωνεί με τις πρόνοιες του προτεινόμενου νόμου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε να επαναδιατυπώσει ανάλογα το κείμενο του υπό εξέταση νομοσχεδίου με την προσθήκη διάταξης σύμφωνα με την οποία αντίγραφα της αίτησης για έκδοση διατάγματος εκτέλεσης της απόφασης και της ίδιας της απόφασης να κοινοποιούνται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η απόφαση.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί από την ίδια.

 

 

13 Δεκεμβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων