Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Τάσος Μητσόπουλος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιαννάκης Ομήρου
Κύπρος Χρυσοστομίδης Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το υπό αναφορά νομοσχέδιο σε αρκετές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Νοεμβρίου και 6 Δεκεμβρίου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εξωτερικών, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και εκπρόσωποι του Γραφείου του, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ο Αρχηγός Αστυνομίας και εκπρόσωποι του Αρχηγείου Αστυνομίας, εκπρόσωπος του Γραφείου του Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων και εκπρόσωποι των φορέων τηλεπικοινωνιών της ΑΤΗΚ, της ΜΤΝ, της ΟΤΕΝΕΤ TELECOM, της NETWAY, της FSR και του Κυπριακού Ερευνητικού Ακαδημαϊκού Δικτύου (ΚΕΑΔ). Σημειώνεται ότι στα πλαίσια των πιο πάνω συνεδριάσεων είχαν κληθεί ενώπιον της επιτροπής όλοι οι φορείς τηλεπικοινωνιών που παρέχουν υπηρεσίες σταθερής τηλεφωνίας, κινητής τηλεφωνίας και υπηρεσίες διαδικτύου.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η εναρμόνιση με την κοινοτική Οδηγία 2006/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για τη διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημόσιων δικτύων επικοινωνιών και για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ.

Ειδικότερα, με το υπό αναφορά νομοσχέδιο δημιουργείται το νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση της υποχρέωσης διατήρησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, με σκοπό τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως αυτά τα αδικήματα καθορίζονται με βάση το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Προσδιορίζονται οι ευθύνες και οι υποχρεώσεις των παροχέων υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται στην παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και στην παροχή δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, περιλαμβανομένης της σταθερής και κινητής τηλεφωνίας.

2. Καθορίζεται η υποχρέωση των πιο πάνω παροχέων να διατηρούν τα δεδομένα σε σχέση με την τηλεφωνία σταθερού δικτύου, την κινητή τηλεφωνία, το διαδίκτυο και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεφωνίας μέσω διαδικτύου για περίοδο έξι μηνών.

3. Παρέχεται η δυνατότητα σε αστυνομικό ανακριτή να εξασφαλίσει δεδομένα που έχουν σχέση με τη διερεύνηση σοβαρού ποινικού αδικήματος εφόσον προηγουμένως εξασφαλίσει σχετικό διάταγμα από το δικαστήριο.

4. Απαγορεύεται ρητά η αποκάλυψη του περιεχομένου οποιασδήποτε επικοινωνίας.

5. Ανατίθενται στον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα καθήκοντα εποπτικής αρχής για την παρακολούθηση της εφαρμογής των διατάξεων του προτεινόμενου νόμου.

Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου την επιτροπή απασχόλησαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ζητήματα:

1. Ο καθορισμός της έννοιας του σοβαρού ποινικού αδικήματος για τη διερεύνηση του οποίου θα επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις η φύλαξη τηλεπικοινωνιακών δεδομένων.

2. Η ανάγκη συμπερίληψης πρόσθετων ασφαλιστικών δικλίδων στο νομοσχέδιο, έτσι ώστε να αποφευχθεί, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο καταχρηστικής εφαρμογής των διατάξεών του.

3. Η συμβατότητα των διατάξεων του προτεινόμενου νόμου με το άρθρο 17 του συντάγματος, δεδομένης της τελευταίας τροποποίησής του, με την οποία προστέθηκαν σ’ αυτό οι διατάξεις του άρθρου 1Α αναφορικά με την υπεροχή των κοινοτικών πράξεων νομοθετικού περιεχομένου έναντι των συνταγματικών διατάξεων.

Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εξέφρασε τη διαφωνία του με το ενδεχόμενο, όπως εισηγήθηκαν μέλη της επιτροπής, να συμπεριληφθεί στον προτεινόμενο νόμο περιπτωσιολογική αναφορά των σοβαρών ποινικών αδικημάτων, γιατί τέτοια ρύθμιση εμπερικλείει τον κίνδυνο να μην προβλεφθούν και συνεπώς να μην περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου ορισμένα σοβαρά ποινικά αδικήματα. Περαιτέρω, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διατύπωσε τη θέση ότι πρέπει να υιοθετηθεί ένας γενικός ορισμός σε σχέση με τα σοβαρά ποινικά αδικήματα. Ειδικότερα, υποστήριξε την άποψη ότι θα πρέπει να περιληφθούν στον εν λόγω ορισμό τα ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης τριών ετών και άνω, όπως προτείνεται στο υπό αναφορά νομοσχέδιο. Σημειώνεται ότι με τη θέση αυτή συμφώνησαν και οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της αστυνομίας. Δεδομένου ότι τα μέλη της επιτροπής εξέφρασαν την άποψη ότι η υιοθέτηση της πιο πάνω θέσης θα έχει ως αποτέλεσμα να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου μη σοβαρά αδικήματα, τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τριών ή περισσοτέρων ετών, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε ότι είναι αποδεκτή, ως δεύτερη εναλλακτική επιλογή, η διατύπωση ενός γενικού ορισμού, που να περιλαμβάνει τα ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω.

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα για επιπρόσθετες ασφαλιστικές δικλίδες, με στόχο την αποφυγή του ενδεχομένου καταχρηστικής εφαρμογής των διατάξεων του προτεινόμενου νόμου, η επιτροπή αποφάσισε όπως τεθούν περαιτέρω ασφαλιστικές δικλίδες, ιδιαίτερα σε σχέση με τις πρόνοιες που αφορούν τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία έκδοσης του δικαστικού διατάγματος, με βάση το οποίο θα επιτρέπεται η πρόσβαση στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, καθώς και σε σχέση με τις πρόνοιες που αφορούν την καταστροφή των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων μετά την πάροδο της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου των έξι μηνών. Στην ίδια βάση αποφάσισε επίσης να εισηγηθεί τη διαφοροποίηση των προνοιών αναφορικά με τα αδικήματα και τις ποινές, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του προτεινόμενου νόμου. Ως εκ τούτου, η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας υπέβαλε στην επιτροπή αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου στη βάση της πιο πάνω απόφασης της επιτροπής.

Σε σχέση με το ζήτημα της συνταγματικότητας των προνοιών του προτεινόμενου νόμου, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας διατύπωσε την άποψη ότι, εφόσον πρόκειται για διατάξεις που ρυθμίζουν σαφή νομική υποχρέωση που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, τότε στη γενική του λογική και ως προς τις περισσότερες διατάξεις του το νομοσχέδιο είναι συμβατό με το σύνταγμα, λόγω της πρόνοιας του άρθρου 1Α του τελευταίου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ακόμη και στα ζητήματα στα οποία η κοινοτική Οδηγία παρέχει ελευθερία επιλογής στα κράτη μέλη, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν την υποχρέωση να προβούν σε κάποια επιλογή. Τέλος, πρόσθεσε ότι εναπόκειται στην τελική κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου το κατά πόσο μια συγκεκριμένη επιλογή στα πλαίσια της Οδηγίας ήταν η καταλληλότερη στην περίπτωση της Κύπρου και ότι πρόκειται καθαρά για ζήτημα αναλογικότητας.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά πλειοψηφία των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, υιοθετεί το πιο πάνω αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου και, αφού τροποποίησε την ερμηνεία του όρου «σοβαρό ποινικό αδίκημα», ώστε να περιλαμβάνει μόνο τα ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί από αυτήν.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις διατυπώνουν τη θέση αρχής ότι δεν αποδέχονται οποιαδήποτε παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων που αφορούν την προσωπική και ιδιωτική ζωή των πολιτών και παράλληλα εκφράζουν την άποψη ότι οι πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου συγκρούονται με την αρχή αυτή και συνεπώς διαφωνούν με αυτές. Περαιτέρω, θεωρούν ότι οι πρόνοιες του νομοσχεδίου προσκρούουν στο άρθρο 17 του συντάγματος και ότι η πρόσφατη τροποποίηση του συντάγματος για την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου δεν αναιρεί την αντισυνταγματικότητα αυτή. Τέλος, διευκρινίζουν ότι η πιο πάνω θέση τους δεν επηρεάζει τη θέση αρχής τους για καταπολέμηση του εγκλήματος. Με βάση τις πιο πάνω θέσεις τους, τάσσονται εναντίον του υπό αναφορά νομοσχεδίου.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Ευρωπαϊκού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

12 Δεκεμβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων