Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί της Περιβαλλοντικής Ευθύνης όσον αφορά την Πρόληψη και την Αποκατάσταση Περιβαλλοντικής Ζημιάς Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Κυριάκος Χατζηγιάννη
Ντίνος Χατζηνικόλας Μάριος Καρογιάν
Πανίκκος Σταυριανός Σοφοκλής Φυττής
Νίκος Τορναρίτης Ρούλα Μαυρονικόλα
Ελένη Θεοχάρους Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε αρκετές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου και 6ης Δεκεμβρίου 2007. Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών και του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Ταμείου Θήρας του Υπουργείου Εσωτερικών, του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο Επίτροπος Περιβάλλοντος, η Έφορος Ασφαλίσεων, εκπρόσωποι του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ), της Ομοσπονδίας Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ), του Κυπριακού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (ΚΕΒΕ), της Ένωσης Δήμων Κύπρου, της Ένωσης Κοινοτήτων Κύπρου, της Ομοσπονδίας Περιβαλλοντικών και Οικολογικών Οργανώσεων Κύπρου και του Ιδρύματος Προστασίας του Περιβάλλοντος (Terra Cypria).

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημιάς.

Ειδικότερα, το υπό αναφορά νομοσχέδιο δημιουργεί ένα κοινό πλαίσιο για την πρόληψη και την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημιάς, ενσωματώνοντας τη βασική αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», σύμφωνα με τη Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ούτως ώστε ο φορέας εκμετάλλευσης που προκάλεσε την περιβαλλοντική ζημιά ή τον άμεσο κίνδυνο ανάλογης ζημιάς να θεωρείται οικονομικά υπεύθυνος.

Επιπλέον, με τον προτεινόμενο νόμο παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επηρεάζονται ή ενδεχομένως θα επηρεαστούν από περιβαλλοντική ζημιά να καλέσουν την αρμόδια αρχή να αναλάβει δράση.

Ειδικότερα, στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Ορίζεται η περιβαλλοντική ζημιά ως ζημιά σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικοτόπους σε νερά και στο έδαφος.

2. Καθορίζεται ότι την αίτηση για ανάληψη δράσης για αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημιάς δικαιούται να υποβάλει στην αρμόδια αρχή οποιοδήποτε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεαστεί από την περιβαλλοντική ζημιά. Επίσης, αίτημα για ανάληψη δράσης δικαιούται να υποβάλει οποιοσδήποτε οργανισμός ή σύνδεσμος έχει ως κύριο σκοπό του την προώθηση και την προάσπιση της προστασίας του περιβάλλοντος.

3. Εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του νόμου η περιβαλλοντική ζημιά που προκαλείται από ένοπλη σύγκρουση ή φυσικό φαινόμενο, η ζημιά που είναι διάχυτου χαρακτήρα και η αιτία της δεν μπορεί να αποδειχθεί, η ζημιά που προκαλείται από έργα εθνικής άμυνας και η ζημιά που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διεθνών συμβάσεων που απαριθμούνται σε παραρτήματα του νομοσχεδίου και αφορούν την περιβαλλοντική ζημιά στη θάλασσα και τους πυρηνικούς κινδύνους,

4. Εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του νόμου ζημιά που προκλήθηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2007 και ζημιά που έλαβε χώρα μετά τις 30 Απριλίου 2007, εφόσον η ζημιά αυτή οφείλεται σε συγκεκριμένη δραστηριότητα η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από την πιο πάνω ημερομηνία.

5. Ορίζεται ως αρμόδια αρχή η Υπηρεσία Περιβάλλοντος και προβλέπεται επίσης ότι σε ειδικές περιπτώσεις ο υπουργός, ανάλογα με την περιβαλλοντική ζημιά, μπορεί να ορίσει και άλλη αρμόδια αρχή (όπως για παράδειγμα σε περίπτωση ζημιάς σε δάσος μπορεί να οριστεί το Τμήμα Δασών). Παράλληλα, ο υπουργός θα μπορεί να καθορίσει τις κατάλληλες εγγυήσεις που θα πρέπει να καταβληθούν από το φορέα εκμετάλλευσης που προκάλεσε την επικείμενη απειλή ζημιάς ή την περιβαλλοντική ζημιά. Ο υπουργός θα μπορεί επίσης να καθορίσει μέτρα ενθάρρυνσης της ανάπτυξης χρηματοοικονομικών μέσων (τραπεζική εγγύηση ή υποθήκευση περιουσίας) ή ασφάλισης.

6. Καθορίζονται ποινές και πρόστιμα σε περίπτωση παράβασης ή παράλειψης συμμόρφωσης με τις διατάξεις του νομοσχεδίου.

Στο επεξηγηματικό σημείωμα που συνοδεύει το πιο πάνω νομοσχέδιο αναφέρονται τα ακόλουθα:

1. Η Οδηγία έπρεπε να είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών μέχρι τις 30 Απριλίου 2007. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη μεταφορά της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο οφείλεται στο ότι η Οδηγία είναι πολύπλοκη και αφήνει τη ρύθμιση αρκετών σημείων στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Ενδεικτικό στοιχείο της δυσκολίας μεταφοράς της Οδηγίας είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τη διαδικασία εναρμόνισης της νομοθεσίας τους με αυτή.

2. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ευχέρεια για μεταβατική ρύθμιση, υπάρχουν όμως αρκετά σημεία η ρύθμιση των οποίων αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Τα κυριότερα από αυτά αφορούν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

α. Την επιλογή των περιοχών (οικοτόπων και ειδών) που θα καλύπτονται από την προτεινόμενη νομοθεσία. Τέθηκε περιορισμός στις περιοχές “Natura 2000”.

β. Τον καθορισμό της έννοιας του φορέα εκμετάλλευσης.

γ. Τη μη εφαρμογή της Οδηγίας σε ορισμένες διεθνείς συμβάσεις.

δ. Τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες ο φορέας εκμετάλλευσης πρέπει να ειδοποιεί την αρμόδια αρχή σε περίπτωση επικείμενης απειλής περιβαλλοντικής ζημιάς.

ε. Τον καθορισμό των “κατάλληλων εγγυήσεων” που πρέπει να απαιτούνται από το φορέα εκμετάλλευσης.

στ. Τη λήψη απόφασης κατά πόσο θα περιληφθεί η πρόνοια για απαλλαγή του φορέα εκμετάλλευσης από την ευθύνη, αν είχε δοθεί άδεια ή αν, τη χρονική στιγμή που δόθηκε η άδεια, δεν υπήρχαν επιστημονικά ή άλλα στοιχεία για πιθανότητα/απειλή ζημιάς.

3. Η προτεινόμενη νομοθεσία επηρεάζει επτά περίπου συναφείς νομοθεσίες. Οι νομοθεσίες αυτές είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις δραστηριότητες που αναφέρονται σε παράρτημα του νομοσχεδίου. Για το λόγο αυτό, οι εν λόγω νομοθεσίες θα πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα, όπου δεν καλύπτονται ορισμένες προϋποθέσεις που τίθενται από την προτεινόμενη νομοθεσία. Η προτεινόμενη όμως νομοθεσία μπορεί να ενεργοποιηθεί και χωρίς τις τροποποιήσεις των υφιστάμενων νομοθεσιών, αφού σε περίπτωση σημαντικής περιβαλλοντικής ζημιάς ο υπεύθυνος φορέας εκμετάλλευσης έχει την ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημιάς.

4. Θα πρέπει να δημιουργηθεί η κατάλληλη υποδομή για την έγκαιρη εξέταση των αιτημάτων για ανάληψη δράσης σε περίπτωση περιβαλλοντικής ζημιάς και θα πρέπει επίσης να υπάρξει άμεση ανταπόκριση από τις κρατικές υπηρεσίες για την αντιμετώπισή της. Μια σοβαρή περιβαλλοντική ζημιά είναι πιθανό να προϋποθέτει την εμπλοκή περισσότερων από μιας κρατικών υπηρεσιών με τρόπο άμεσο και αποδοτικό, καθώς και στενή παρακολούθηση τόσο της εξέλιξης της ίδιας της ζημιάς όσο και της εφαρμογής των μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν.

5. Η εφαρμογή της προτεινόμενης νομοθεσίας είναι δυνατό να έχει επιπτώσεις στους φορείς εκμετάλλευσης σε σχέση με την αύξηση των εξόδων τους για τη λήψη μέτρων πρόληψης, την αύξηση των εξόδων τους για την πληρωμή ασφάλειας που να τους καλύπτει σε περίπτωση περιβαλλοντικής ζημιάς και την ανάληψη του κόστους της περιβαλλοντικής ζημιάς που πιθανό να προκληθεί στο μέλλον και για την οποία να είναι αυτοί υπεύθυνοι.

6. Οικονομικές εκτιμήσεις, άμεσο και μακροπρόθεσμο κόστος από την εφαρμογή της προτεινόμενης νομοθεσίας:

α. Σε σχέση με το υπολογιζόμενο κόστος που θα προκύψει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της προτεινόμενης νομοθεσίας, δεν είναι δυνατό στο παρόν στάδιο να γίνουν εκτιμήσεις, αφού δεν υπάρχουν στοιχεία για το κόστος αποκατάστασης προγενέστερων της νομοθεσίας περιβαλλοντικών ζημιών. Επιπρόσθετα, τα προϊόντα ασφάλισης δεν είναι πλήρως αναπτυγμένα, ώστε να γίνει εκτίμηση των εξόδων για ένα φορέα εκμετάλλευσης.

β. Η εφαρμογή της προτεινόμενης νομοθεσίας θα έχει ωστόσο άμεσο κόστος για τους ακόλουθους λόγους:

i. Την ανάγκη δημιουργίας υποδομής για την αρμόδια αρχή λόγω της εξέτασης των αιτήσεων για ανάληψη δράσης (τρεις ανθρωπομήνες ανά έτος).

ii. Την ανάγκη καλύτερου συντονισμού των κρατικών αρχών για την αξιολόγηση και αντιμετώπιση πιθανής περιβαλλοντικής ζημιάς κ.λπ.

γ. Το μακροπρόθεσμο κόστος από την εφαρμογή της προτεινόμενης νομοθεσίας εντοπίζεται στα ακόλουθα:

i. Ο έλεγχος της τήρησης των όρων αδειοδότησης πρέπει να είναι τακτικός και να περιλαμβάνει και την παρακολούθηση των κινδύνων για ενδεχόμενη περιβαλλοντική ζημιά. Αυτό προϋποθέτει πιθανή αύξηση στο χρόνο επιθεώρησης των βιομηχανιών ή άλλων υποστατικών και κατά συνέπεια την ανάγκη ενδυνάμωσης της στελέχωσης των φορέων επιθεώρησης.

ii. Η προϋπόθεση ύπαρξης εγγυήσεων ή ασφάλισης των φορέων εκμετάλλευσης προϋποθέτει κόστος γι’ αυτούς.

iii. Η ανάγκη αντιμετώπισης των κινδύνων από μια διεργασία που προβλέπεται σε παράρτημα της προτεινόμενης νομοθεσίας θα έχει ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση μηχανισμών πρόληψης και με αυτό τον τρόπο την προώθηση περιβαλλοντικών τεχνολογιών.

7. Κατά την ετοιμασία του νομοσχεδίου ζητήθηκαν οι απόψεις των εμπλεκόμενων μερών και συγκεκριμένα του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Εσωτερικών, του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, του Επιτρόπου Περιβάλλοντος, των τμημάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, του Ταμείου Θήρας του Υπουργείου Εσωτερικών, της Ένωσης Δήμων, της Ένωσης Κοινοτήτων, της Ομοσπονδίας Περιβαλλοντικών και Οικολογικών Οργανώσεων, του προέδρου του ΕΤΕΚ, του ΚΕΒΕ και της ΟΕΒ.

Στα πλαίσια της συζήτησης του νομοσχεδίου ενώπιον της επιτροπής, τα εμπλεκόμενα μέρη, παρ’ όλο που συμφώνησαν με το σκοπό και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου, κατέθεσαν αρκετά υπομνήματα, στα οποία περιλαμβάνονται οι εισηγήσεις και απόψεις τους για περαιτέρω βελτίωση των προνοιών του. Ειδικότερα, τα κυριότερα σημεία που θίγονται στα εν λόγω υπομνήματα παρατίθενται συνοπτικά πιο κάτω και αφορούν τα ακόλουθα:

1. Τη διεύρυνση των περιοχών προστασίας, ώστε στα “προστατευμένα είδη και οικοτόπους” να περιληφθούν τα κρατικά και ιδιωτικά δάση, οι καθορισμένες ακτές και περιοχές προστασίας της φύσης, τα γεωμορφώματα, τα προστατευόμενα τοπία και οι περιοχές προστασίας με βάση τις ισχύουσες νομοθεσίες κ.λπ.

2. Την παροχή του δικαιώματος διεκδίκησης αποζημίωσης σε ιδιώτες.

3. Την ανάγκη σύστασης συμβουλευτικής επιτροπής, η οποία θα ασκεί καθοδηγητικό ρόλο προς την αρμόδια αρχή.

4. Την υιοθέτηση αυστηρότερων προνοιών και επιβολή ποινών έναντι των φορέων εκμετάλλευσης που προκαλούν περιβαλλοντική ζημιά και κυρίως την καλύτερη ρύθμιση όσον αφορά το θέμα του κόστους αποκατάστασης της ζημιάς.

5. Τη διασαφήνιση των δικαιωμάτων των μη κυβερνητικών οργανισμών για υποβολή αίτησης προς την αρμόδια αρχή για ανάληψη δράσης.

6. Τη δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων που έχουν συμφέροντα τα οποία δυνατό να επηρεάζονται από απόφαση της αρμόδιας αρχής.

7. Τη δυνατότητα δημοσιοποίησης στοιχείων αναφορικά με την απόφαση της αρμόδιας αρχής και το όνομα του φορέα εκμετάλλευσης που προκάλεσε περιβαλλοντική ζημιά.

8. Τη δυνατότητα αίτησης για ανάληψη δράσης στις περιπτώσεις επικείμενης απειλής ζημιάς.

9. Την εξεύρεση καλύτερης ρύθμισης όσον αφορά το ζήτημα της ασφαλιστικής κάλυψης, λόγω του ότι τα προσόντα ασφάλισης δεν είναι πλήρως αναπτυγμένα, για να γίνεται σωστή εκτίμηση των εξόδων. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να εξευρεθεί το ακριβές ποσό κάλυψης. Επισημαίνεται ότι αυτό ενέχει τον κίνδυνο οι φορείς εκμετάλλευσης να παραμείνουν “εκτεθειμένοι”, χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, αναφορικά με τη λήψη προληπτικών μέτρων και την καταβολή του κόστους αποκατάστασης σε περίπτωση που επέλθει περιβαλλοντική ζημιά.

10. Την καλύτερη ρύθμιση ή τη διαγραφή της δυνατότητας του υπουργού να αποφασίζει κατά πόσο θα απαλλαγεί πλήρως ή μερικώς ένας φορέας εκμετάλλευσης από το κόστος των δράσεων αποκατάστασης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος, αφού μελέτησε ενδελεχώς όλες τις πιο πάνω βελτιωτικές εισηγήσεις, κάλεσε την Υπηρεσία Περιβάλλοντος, σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες και τη Νομική Υπηρεσία, να εξετάσει ποιες από αυτές είναι ορθό και εφικτό, τόσο από ουσιαστική όσο και από νομοτεχνική άποψη, να ενταχθούν στο κείμενο του νομοσχεδίου, εφόσον βέβαια δεν αντιβαίνουν στο ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Στα πλαίσια της συνέχισης της μελέτης του νομοσχεδίου και της περαιτέρω επεξεργασίας του, οι πιο πάνω αρμόδιες υπηρεσίες, ανταποκρινόμενες στο αίτημα της επιτροπής, κατέθεσαν ενώπιόν της αρκετές βελτιωτικές αλλαγές, που ενσωματώθηκαν σε αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου.

Οι σημαντικότερες βελτιωτικές αλλαγές που επήλθαν στο κείμενο του νομοσχεδίου συνοψίζονται στα ακόλουθα:

1. Διευρύνθηκαν οι περιοχές (προστατευμένα είδη και φυσικοί οικότοποι) που θα καλύπτονται από την προτεινόμενη νομοθεσία.

2. Τίθεται ως προϋπόθεση αναφορικά με τη λήψη απόφασης από τον αρμόδιο υπουργό σε σχέση με το κατά πόσο ο φορέας θα επωμιστεί ολόκληρο ή μέρος του κόστους των δράσεων αποκατάστασης η κατάθεση γραπτής εισήγησης και η διαβούλευση με την αρμόδια αρχή.

3. Στις περιπτώσεις υποβολής αίτησης για ανάληψη δράσης, θα νομιμοποιούνται και τα νομικά πρόσωπα που στο ιδρυτικό τους έγγραφο ή στο καταστατικό τους ορίζεται ότι ο σκοπός της ίδρυσής τους είναι, μεταξύ άλλων, η προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος.

4. Η λήψη των μέτρων που αφορούν τη χρηματοοικονομική ασφάλεια θα μπορεί να γίνεται και στα πλαίσια έκδοσης σχετικών κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή για έγκριση.

5. Παρέχεται η δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη στα πλαίσια της αίτησης για ανάληψη δράσης από την αρμόδια αρχή και σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέροντα που δυνατό να επηρεάζονται από οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας αρχής.

6. Προστίθεται, πέραν της γενικότερης πρόνοιας για το κόστος αποκατάστασης, και επιπρόσθετη πρόνοια στο άρθρο για τα αδικήματα και τις ποινές, με βάση την οποία προβλέπεται ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως ο φορέας επιβαρυνθεί και με το κόστος αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημιάς.

7. Καθορίζονται τα χρονικά όρια εφαρμογής της προτεινόμενης νομοθεσίας, έτσι ώστε οι πρόνοιές της να μην εφαρμόζονται σε ζημιά που προκλήθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος της, καθώς και σε ζημιά που προκλήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος της, εφόσον αυτή οφείλεται σε δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε και έληξε πριν από την ημερομηνία αυτή.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος, αφού άκουσε όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της και αφού μελέτησε το πιο πάνω αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου, που ετοιμάστηκε στη βάση των προαναφερθέντων αλλαγών, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του εν λόγω νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

11 Δεκεμβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων