Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τους κανονισμούς που τιτλοφορούνται «Οι περί Πολιτικής Αεροπορίας (Καθορισμός Μέτρων Εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ)2111/2005) Κανονισμοί του 2007»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Τάσος Μητσόπουλος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιαννάκης Ομήρου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τους πιο πάνω κανονισμούς σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 25 Οκτωβρίου και 15 Νοεμβρίου 2007. Στην πρώτη συνεδρία κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο διευθυντής και εκπρόσωποι του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας, εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Συνδέσμου Εκπροσώπων Αεροπορικών Εταιρειών στην Κύπρο (BARIC), του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής και του Συνδέσμου Ταξιδιωτικών Πρακτόρων Κύπρου (ACTA). Το Υπουργείο Εξωτερικών και οι κυπριακές αεροπορικές εταιρείες, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στην πιο πάνω συνεδρία της επιτροπής.

Σκοπός των υπό αναφορά κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται με βάση το άρθρο 259 του περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμου, είναι η θέσπιση μέτρων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ)2111/2005, για τη σύσταση κοινοτικού καταλόγου αερομεταφορέων των οποίων η λειτουργία απαγορεύεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για την ενημέρωση των επιβατών αεροπορικών εταιρειών σχετικά με την ταυτότητα του πραγματικού αερομεταφορέα, δηλαδή εκείνου που στην πράξη εκτελεί την πτήση. Όπως αναφέρεται στον κοινοτικό κανονισμό, είναι σημαντικό να παρέχονται στον καταναλωτή οι αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να επιλέγει αερομεταφορέα, η ταυτότητα του οποίου θεωρείται ουσιώδης πληροφορία.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει τους προτεινόμενους κανονισμούς, καθώς και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, με τους κανονισμούς αυτούς ρυθμίζονται τα ακόλουθα:

1. Το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας ορίζεται ως ο αρμόδιος φορέας για την εφαρμογή του κοινοτικού κανονισμού.

2. Προβλέπεται διαδικασία υποβολής γραπτής καταγγελίας στον αρμόδιο φορέα από επιβάτη ή συμβαλλόμενο για την αεροπορική μεταφορά, καθώς και διαδικασία εξέτασής της, αναφορικά με περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του κοινοτικού κανονισμού.

3. Προβλέπονται κυρώσεις σε περίπτωση διαπίστωσης διάπραξης παράβασης οποιασδήποτε διάταξης του κοινοτικού κανονισμού, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας.

Στο στάδιο της μελέτης των προτεινόμενων κανονισμών, ο διευθυντής του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας δήλωσε στην επιτροπή ότι το τμήμα του πραγματοποίησε ενημερωτικές συναντήσεις με τις δύο κυπριακές αεροπορικές εταιρείες, το Σύνδεσμο Εκπροσώπων Αεροπορικών Εταιρειών στην Κύπρο, τον Κυπριακό Σύνδεσμο Καταναλωτών και το Σύνδεσμο Ταξιδιωτικών Πρακτόρων Κύπρου, οι οποίοι συμφωνούν με το περιεχόμενο των υπό εξέταση κανονισμών.

Ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Ταξιδιωτικών Πρακτόρων Κύπρου κατέθεσε στην επιτροπή την εισήγησή του όπως το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας, ως ο αρμόδιος φορέας, εκδώσει ενημερωτικό έντυπο αναφορικά με τα δικαιώματα των επιβατών που άπτονται της εφαρμογής του κοινοτικού κανονισμού και ειδικότερα σε σχέση με το δικαίωμα πληροφόρησης και καταγγελίας. Με την εισήγηση αυτή συμφώνησε η επιτροπή, οι εμπλεκόμενοι σύνδεσμοι και το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας, το οποίο δεσμεύτηκε να προβεί στην έκδοση τέτοιου εντύπου.

Ο εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών επισήμανε την ανάγκη όπως ενισχυθεί το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας με πρόσθετο προσωπικό, ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης εφαρμογή των προτεινόμενων κανονισμών.

Περαιτέρω, την επιτροπή απασχόλησαν και τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Η πρόνοια της παραγράφου (2) του Κανονισμού 4 των υπό εξέταση κανονισμών, σύμφωνα με την οποία ο αρμόδιος φορέας εξετάζει την καταγγελία και, εκτός εάν κρίνει την καταγγελία καταφανώς αβάσιμη, ζητά την έγγραφη κατάθεση των θέσεων του καταγγελλομένου.

2. Κατά πόσο οι σχετικές με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων διατάξεις που προτείνονται για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 13 του κοινοτικού κανονισμού θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ αναδρομικά, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 του εν λόγω κανονισμού που καθορίζει ότι οι υπό αναφορά διατάξεις θα πρέπει να θεσπιστούν από τη 16η Ιανουαρίου 2007. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι οι προτεινόμενοι κανονισμοί κατατέθηκαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 4 Οκτωβρίου 2007. Το υπό αναφορά ζήτημα απασχόλησε την επιτροπή υπό το φως και της πέμπτης τροποποίησης του συντάγματος που προβλέπει ότι κανένας νόμος δε δύναται να είναι αντίθετος και ασύμφωνος προς οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η επιτροπή έκρινε ότι ο αρμόδιος φορέας δεν μπορεί να είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο μια καταγγελία είναι καταφανώς αβάσιμη. Ως εκ τούτου, με τη σύμφωνη γνώμη της εκπροσώπου του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η επιτροπή αποφάσισε τη διαγραφή της σχετικής πρόνοιας, έτσι ώστε ο αρμόδιος φορέας να εξετάζει την καταγγελία και να ζητά την έγγραφη κατάθεση των θέσεων του καταγγελλομένου χωρίς να προβαίνει σε κρίση κατά πόσο η καταγγελία αυτή είναι καταφανώς αβάσιμη.

Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα που απασχόλησε την επιτροπή, ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε γραπτή γνωμάτευση από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία επιγραμματικά αναφέρονται τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, η αναδρομική ισχύς των κανονιστικών διοικητικών πράξεων πρέπει να επιτρέπεται από τον εξουσιοδοτικό νόμο, που στην παρούσα περίπτωση είναι ο περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμος στον οποίο δεν προβλέπεται αναδρομική ισχύς. Πρόσθετα, επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η αρχή της μη αναδρομικότητας εφαρμόζεται και στις κανονιστικές διοικητικές πράξεις.

2. Στο ευρωπαϊκό δίκαιο, σύμφωνα με νομολογία του πρωτοδικείου, εφαρμόζεται η αρχή της μη αναδρομικότητας και στις διοικητικές διαδικασίες που καταλήγουν στην επιβολή κυρώσεων. Περαιτέρω, από σχετική απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκύπτει ότι σε περίπτωση μη μεταφερθείσας στο εθνικό δίκαιο Οδηγίας δεν τίθεται θέμα ποινικής ευθύνης για παραβίαση των διατάξεών της και ότι η απόφαση αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανάλογα και σε σχέση με τις διατάξεις κανονισμών για τις οποίες δεν έχουν υιοθετηθεί εφαρμοστικά μέτρα.

Η υπό αναφορά γνωμάτευση καταλήγει στη σαφή θέση όπως μη δοθεί αναδρομική ισχύς στους υπό εξέταση κανονισμούς, υπό το φως των πιο πάνω και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι δεν υπάρχει νομολογία επί του συγκεκριμένου ζητήματος, θέση η οποία υιοθετήθηκε από την επιτροπή.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των υπό συζήτηση κανονισμών και γι’ αυτό ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την έγκρισή τους όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί από την ίδια με βάση τα πιο πάνω

 

27 Νοεμβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων