Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2007»

Παρόντες׃

Πάμπης Κυρίτσης, πρόεδρος Χρήστος Στυλιανίδης
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Αντώνης Αντωνίου
Αντρέας Φακοντής Αθηνά Κυριακίδου
Μαρία Κυριακού Ρούλα Μαυρονικόλα

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 και 15 Νοεμβρίου 2007. Στην πρώτη συνεδρία κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ο Αναλογιστής του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η τροποποίηση του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου με την αναθεώρηση του τρόπου υπολογισμού της δαπάνης που συνεπάγεται η αύξηση της κατώτατης σύνταξης από 70% σε 85% της πλήρους βασικής σύνταξης, η οποία καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, η κατώτατη σύνταξη ισούται με 85% της πλήρους βασικής σύνταξης, ενώ προηγουμένως ήταν ίση με το 70%, η δε δαπάνη που προκύπτει από την αύξηση του ποσοστού 70% σε 85% καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε ποσοστό 2,3% στην ετήσια δαπάνη για τις βασικές συντάξεις γήρατος, χηρείας και ανικανότητας.

Σύμφωνα με το διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από το 2003 που εφαρμόζεται η πιο πάνω νομοθετική ρύθμιση παρατηρήθηκε ότι η πραγματική δαπάνη που αντιστοιχεί στην αύξηση της κατώτατης σύνταξης είναι μεγαλύτερη από τη δαπάνη που υπολογίζεται χρησιμοποιώντας το ποσοστό 2,3%.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία που έθεσε ενώπιον της επιτροπής ο Αναλογιστής του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για τα έτη 2003-2005 η πραγματική δαπάνη ήταν £20,9 εκατομ., το ποσό που βάρυνε το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, με βάση το 2,3%, ήταν £16,1 εκατομ. Συνεπώς, με την εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας δημιουργείται ένα έλλειμμα, το οποίο επιβαρύνει το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Περαιτέρω, οι ίδιοι εκπρόσωποι των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέφεραν ότι δεν είναι ορθό η νομοθεσία να προβλέπει σταθερό και προκαθορισμένο ποσοστό, γιατί η δαπάνη για τις βασικές συντάξεις μεταβάλλεται κάθε χρόνο.

Ως εκ τούτου, με το υπό εξέταση νομοσχέδιο προτείνεται όπως η δαπάνη που προκύπτει από την αύξηση της κατώτατης σύνταξης και καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων προκαθορίζεται ανά τριετία από τον αναλογιστή, με βάση την τελευταία αναλογιστική ανασκόπηση του ταμείου, ως ποσοστό επί της ετήσιας δαπάνης για τις βασικές συντάξεις γήρατος, χηρείας και ανικανότητας. Το ποσοστό αυτό θα παραμένει σταθερό για τρία χρόνια μέχρι την επόμενη αναλογιστική ανασκόπηση, οπότε και θα καθορίζεται εκ νέου. Σημειώνεται ότι η εν λόγω τροποποίηση προτείνεται να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2008.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών εξέφρασε τη συμφωνία του υπουργείου του με την προτεινόμενη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται η δαπάνη που καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως συμπλήρωμα κατώτατης σύνταξης.

Στο στάδιο της διεξαγωγής της συζήτησης, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής διατύπωσαν τον προβληματισμό τους για τον τρόπο που αντιμετωπιζόταν το προαναφερθέν έλλειμμα όλο αυτό το διάστημα, από το 2003 μέχρι σήμερα, και εξέφρασαν την άποψη ότι το όποιο έλλειμμα προέκυψε ή θα προκύψει θα πρέπει να καλύπτεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό αναφορά νομοσχεδίου και ομόφωνα εισηγείται στην ολομέλεια του σώματος την ψήφισή του σε νόμο όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από νομοτεχνική άποψη.

 

 

 

27 Νοεμβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων