Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το θέμα που τιτλοφορείται «Η εφαρμογή στην Κύπρο της κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων»

Παρόντες:

Νίκος Κλεάνθους, πρόεδρος Χρήστος Στυλιανίδης
Τάκης Χατζηγεωργίου Φειδίας Σαρίκας
Κύπρος Χρυσοστομίδης Δημήτρης Συλλούρης
Τάσος Μητσόπουλος  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων εξέτασε αυτεπάγγελτα το υπό αναφορά θέμα, έπειτα από πρόταση του προέδρου της κ. Νίκου Κλεάνθους. Στη συνεδρία της επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαρτίου 2007, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών.

Εισάγοντας το υπό συζήτηση θέμα, ο εισηγητής του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το ζήτημα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα παρουσιάζεται σε όλες τις εκδηλώσεις και δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, είτε αυτές αφορούν καθαρά την προστασία της προσωπικής ζωής του ατόμου, όπως είναι η αυξανόμενη χρήση των συσκευών παρακολούθησης, είτε αναφέρονται στις συνθήκες απασχόλησης, την υγεία, τις σχέσεις με κυβερνητικές υπηρεσίες και με άλλους παροχείς υπηρεσιών, με οικονομικούς οργανισμούς, το διαδίκτυο και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Σημείωσε περαιτέρω ότι ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος θεσπίστηκε στα πλαίσια της εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό κεκτημένο και στόχο έχει να αντιμετωπίσει ζητήματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου που απορρέουν από τη συνεχώς αυξανόμενη συλλογή, καταχώριση, διάδοση και χρήση προσωπικών πληροφοριών. Ο εισηγητής επισήμανε επίσης ότι οι πρόνοιες της υπό αναφορά νομοθεσίας είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες, γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση και κατ’ επέκταση την εφαρμογή τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ενημέρωση από την Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τα προβλήματα που μέχρι σήμερα έχει αντιμετωπίσει σε σχέση με την εφαρμογή της νομοθεσίας θα βοηθήσει την επιτροπή να εξετάσει τρόπους για την καλύτερη εφαρμογή της νομοθεσίας, ώστε να επιτυγχάνει τους στόχους για τους οποίους θεσπίστηκε.

Η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αφού ευχαρίστησε την επιτροπή για το ενδιαφέρον που επιδεικνύει για το θέμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ανέφερε ότι ο στόχος της κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ περί προστασίας των δεδομένων, με τις διατάξεις της οποίας έχουμε εναρμονιστεί, είναι διττός. Αφενός μεν είναι η προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και ιδιαίτερα της ιδιωτικής ζωής, αφετέρου δε η ελεύθερη κυκλοφορία των προσωπικών δεδομένων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επίτευξη οικονομικής προόδου και συνεργασίας και για την προώθηση της τεχνικής και επιστημονικής συνεργασίας στην ολοένα αναπτυσσόμενη κοινωνία της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών. Όπως ειδικότερα εξήγησε, η ημεδαπή νομοθεσία θέτει τις προϋποθέσεις για τη νόμιμη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα που βρίσκονται εν ζωή και καθορίζει τις υποχρεώσεις των ατόμων που χειρίζονται προσωπικές πληροφορίες, καθώς και τα δικαιώματα των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα. Πρόσθεσε επίσης ότι εφαρμόζεται στην αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα και στην αστυνομία.

Εντοπίζοντας τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην εφαρμογή της νομοθεσίας, η επίτροπος αναφέρθηκε στο μειωμένο προσωπικό που διαθέτει το γραφείο της, αλλά και στον τρόπο πρόσληψης του εν λόγω προσωπικού. Σχολιάζοντας το θέμα της έλλειψης προσωπικού, δήλωσε ότι αυτό έχει ως συνέπεια να δίδεται προτεραιότητα στην επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν άμεσα και κυρίως σε σχέση με την εξέταση παραπόνων που αφορούν την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, την εξέταση αιτήσεων με τις οποίες ζητείται ο έλεγχος και η εξακρίβωση της νομιμότητας διάφορων επεξεργασιών, καθώς και την εκπόνηση γνωμοδοτήσεων επί ερωτημάτων που υποβάλλονται. Ως εκ τούτου, παρατηρείται μερική αδυναμία ανταπόκρισης σε άλλα εξίσου σημαντικά ζητήματα, όπως αυτό της διεξαγωγής ελέγχων, της ενημέρωσης και της εκπαίδευσης.

Περαιτέρω, η επίτροπος ενημέρωσε τα μέλη της επιτροπής ότι η ελλιπής στελέχωση του γραφείου της με το αναγκαίο προσωπικό ήταν ο λόγος για τη μέχρι πρόσφατα μη ουσιαστική εμπλοκή στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Όπως ειδικότερα αναφέρθηκε, η συμμετοχή της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα στην ομάδα εργασίας που συστάθηκε δυνάμει της κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ, γνωστής ως ομάδας εργασίας του άρθρου 29 για την προστασία δεδομένων, προωθήθηκε, ώστε να καλυφθούν, μεταξύ άλλων, τα κενά αναφορικά με την κυπριακή παρουσία στις διάφορες συναντήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ομάδα εργασίας του άρθρου 29 είναι ανεξάρτητο συμβουλευτικό σώμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής και αποτελείται από εκπροσώπους των αρχών ελέγχου που έχει ορίσει κάθε κράτος μέλος. Έχει ως αποστολή να εξετάζει οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας κοινοτικής Οδηγίας, να συμβουλεύει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για κάθε προτεινόμενη τροποποίηση, καθώς και για άλλες συμπληρωματικές ή ειδικές ρυθμίσεις, να παρέχει τη γνώμη της σχετικά με μέτρα και ρυθμίσεις που αφορούν την προστασία των προσωπικών δεδομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και σε τρίτες χώρες και να γνωμοδοτεί για τους κώδικες δεοντολογίας που υποβάλλονται σε αυτήν.

Ενημερώνοντας την επιτροπή για τον τρόπο πρόσληψης του προσωπικού, η επίτροπος δήλωσε ότι η ίδια δεν έχει ρόλο ούτε στον καθορισμό των προσόντων που πρέπει να πληρούν οι λειτουργοί που θα στελεχώνουν το γραφείο ούτε στη διαδικασία επιλογής των προσώπων. Επίσης, ανέφερε ότι το γραφείο για μεγάλο χρονικό διάστημα λειτουργούσε χωρίς νομικό σύμβουλο, ενώ σήμερα στελεχώνεται από διοικητικούς λειτουργούς οι οποίοι είναι εναλλάξιμο προσωπικό, καθότι υπάγονται στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και όχι στο Γραφείο της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, όπως ήταν το αίτημά της. Σύμφωνα με την επίτροπο, το γεγονός αυτό συνιστά σημαντικό παράγοντα που εμποδίζει την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας και ταυτόχρονα πλήττει την ανεξαρτησία του θεσμού των αρχών προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Σχολιάζοντας τις θέσεις της επιτρόπου, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών ανέφερε ότι το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού χρονολογείται και είναι σε γνώση των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών.

Στα πλαίσια της ανταλλαγής απόψεων και εισηγήσεων μεταξύ των μελών της επιτροπής από τη μια και της επιτρόπου και των εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας από την άλλη, γενική ήταν η διαπίστωση των μελών της επιτροπής για την πολυπλοκότητα της υπό αναφορά νομοθεσίας, καθώς και για τις δυσκολίες στην εφαρμογή της.

Τα μέλη της επιτροπής είχαν επίσης την ευκαιρία να υποβάλουν αριθμό ερωτήσεων προς την επίτροπο τόσο για το υπό συζήτηση θέμα όσο και για συναφή θέματα, διευρύνοντας έτσι τη συζήτηση. Ειδικότερα, τα ερωτήματα των μελών αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την ενδεχόμενη σύγκρουση της υφιστάμενης σχετικής νομοθεσίας με άλλες νομοθεσίες, τη διασύνδεση αρχείων, το βαθμό συμμόρφωσης των μέσων μαζικής ενημέρωσης με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, καθώς και τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί για παράβαση της εν λόγω νομοθεσίας. Πρόσθετα, αντηλλάγησαν απόψεις και ζητήθηκαν διευκρινίσεις σε σχέση με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τη δυνατότητα άσκησης προληπτικού ελέγχου για ζητήματα που αφορούν τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων σε κρατικό και διακρατικό επίπεδο και για το επίπεδο προστασίας που παρέχεται σε ό,τι αφορά τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών.

Αναφορικά με τη σύγκρουση νομοθεσιών, η επίτροπος εξήγησε ότι υπάρχουν νομοθεσίες των οποίων είτε οι πρόνοιες είτε ο τρόπος που αυτές εφαρμόζονται αντίκεινται στις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, δίδοντας ενδεικτικά κάποια παραδείγματα αυτών των περιπτώσεων.

Ενημερώνοντας την επιτροπή για τη διασύνδεση αρχείων, η επίτροπος ανέφερε ότι πολλές κρατικές υπηρεσίες ζητούν άδεια διασύνδεσης, ώστε να έχουν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα πολιτών για διάφορους σκοπούς. Όπως ειδικότερα εξήγησε, η διασύνδεση είναι η μορφή επεξεργασίας που συνίσταται στη δυνατότητα συσχέτισης των δεδομένων ενός αρχείου με δεδομένα αρχείου/αρχείων που τηρούνται από άλλο/άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας ή τηρούνται από τον ίδιο υπεύθυνο επεξεργασίας για άλλο σκοπό. Σύμφωνα επίσης με την επίτροπο, με βάση το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, κάθε διασύνδεση αρχείων πρέπει να της γνωστοποιείται με σχετική δήλωση. Πρόσθετα, όπως ανέφερε, αν η διασύνδεση αφορά ευαίσθητα δεδομένα ή αν για τη διασύνδεση πρόκειται να γίνει χρήση ενιαίου κωδικού αριθμού, απαιτείται προηγουμένως η άδειά της, η οποία χορηγείται ύστερα από ακρόαση των υπεύθυνων επεξεργασίας των αρχείων. Στα πλαίσια της συζήτησης, διευκρινίστηκε ότι οι μέχρι σήμερα χορηγηθείσες άδειες διασύνδεσης αφορούσαν συγκεκριμένους σκοπούς και έγινε αναφορά, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση διασύνδεσης του αρχείου της Εθνικής Φρουράς με αυτό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για εντοπισμό των στρατευσίμων που έλειπαν στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και στη διασύνδεση του αρχείου των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων με το αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για έλεγχο των ληπτών δημόσιου βοηθήματος, με στόχο την αποφυγή διπλών πληρωμών. Τα μέλη ενημερώθηκαν επίσης ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση χορηγήθηκε περιορισμένη άδεια διασύνδεσης, επειδή κρίθηκε ότι ο σκοπός της αιτούμενης διασύνδεσης θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με πρόσβαση μόνο στα στοιχεία συγκεκριμένης ομάδας ατόμων, χωρίς η πρόσβαση να επεκταθεί στις φωτογραφίες των εν λόγω ατόμων. Ο σκοπός της διασύνδεσης αποτελεί στοιχείο το οποίο, σύμφωνα με την επίτροπο, πάντα λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση ενός αιτήματος για άδεια διασύνδεσης.

Απαντώντας σε ερωτήσεις μελών της επιτροπής για το ζήτημα της διασύνδεσης αρχείων, η επίτροπος δήλωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν οι κυβερνητικές υπηρεσίες ή οι κρατικοί φορείς εφαρμόζουν τις προβλεπόμενες στη νομοθεσία διαδικασίες σε κάθε περίπτωση που επιθυμούν να έχουν πρόσβαση σε δεδομένα αρχείου που τηρείται από άλλο υπεύθυνο επεξεργασίας. Διαβεβαίωσε ωστόσο ότι, στις περιπτώσεις που περιέρχεται σε γνώση του γραφείου οποιαδήποτε παραβίαση της νομοθεσίας όσον αφορά το θέμα αυτό, οι ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται πάραυτα για τις νόμιμες διαδικασίες. Ανέφερε επίσης ότι τα άτομα που έχουν υποστεί ζημιά λόγω της λήψης προσωπικών πληροφοριών τους από κρατικές ή μη υπηρεσίες, κατά παράβαση της νομοθεσίας, έχουν δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, δυνατότητα όμως που μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί. Επιπλέον, σημείωσε ότι είναι αντικειμενικά ανέφικτο να διενεργείται προληπτικός έλεγχος, προκειμένου να διαπιστωθούν καταχρήσεις σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια διασύνδεσης, και ότι τέτοιος έλεγχος πραγματοποιείται επιλεκτικά.

Για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το επίπεδο συμμόρφωσής τους με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, η επίτροπος ανέφερε ότι αυτά εφαρμόζουν δικούς τους κανόνες και κώδικες και γενικά δεν παρατηρείται από την πλευρά τους προθυμία για συμμόρφωση με τις υποδείξεις του γραφείου. Επιπρόσθετα, σημείωσε ότι από την έναρξη ισχύος της νομοθεσίας δεν έχουν επιβληθεί κυρώσεις για παράβαση των ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με εξαίρεση την περίπτωση μιας διαφημιστικής εταιρείας, η οποία χρησιμοποιούσε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για διαφημιστικούς σκοπούς.

Στη συνέχεια, τα μέλη της επιτροπής ενημερώθηκαν για τις αρμοδιότητες της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Παρουσιάζοντας συνοπτικά τα καθήκοντά της, η επίτροπος αναφέρθηκε ειδικότερα στην αρμοδιότητά της να αποφαίνεται για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ανέφερε επίσης ότι η αρμοδιότητα αυτή καλύπτει τόσο εν ισχύι ρυθμίσεις όσο και ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται σε προτεινόμενα νομοθετήματα και ότι τις πλείστες φορές η ίδια ενημερώνεται για τη συζήτηση τέτοιων ρυθμίσεων μέσω του τύπου. Σύμφωνα με την επίτροπο, η μη θεσμοθέτηση της υποχρέωσης των διάφορων υπηρεσιών να απευθύνονται στην εθνική αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων για τις ρυθμίσεις που αφορούν την επεξεργασία και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχει ως συνέπεια να μην ασκείται στο μέγιστο δυνατό βαθμό η εν λόγω αρμοδιότητα.

Αναφερόμενη ειδικότερα στη δυνατότητα που της παρέχει η σχετική νομοθεσία για άσκηση προληπτικού ελέγχου για ζητήματα που αφορούν τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων σε κρατικό και διακρατικό επίπεδο, η επίτροπος ενημέρωσε την επιτροπή για τη συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για τη διαβίβαση στις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής δεδομένων που περιέχονται στο σύστημα καταστάσεων με τα ονόματα των επιβατών (Passenger Name Record), αναφέροντας παράλληλα ότι η ομάδα εργασίας που έχει συσταθεί με βάση το άρθρο 29 και στην οποία η ίδια συμμετέχει εξέδωσε αριθμό γνωμοδοτήσεων για το θέμα αυτό. Τόνισε ωστόσο ότι οι αποφάσεις για τέτοια ζητήματα λαμβάνονται από τα κράτη μέλη και ότι οι γνωμοδοτήσεις της ομάδας εργασίας του άρθρου 29 έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, σημείωσε ότι η εν λόγω ομάδα εργασίας δεν περιορίστηκε στην προαναφερθείσα διεθνή συμφωνία και στα καίριας σημασίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων θέματα που απορρέουν από αυτή. Σύμφωνα με την ίδια, εκδόθηκαν γνώμες, μεταξύ άλλων, σχετικά με την Οδηγία για τη διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό ή δημόσιων δικτύων επικοινωνιών, καθώς και για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Παγκόσμια Εταιρεία Διατραπεζικών Χρηματοπιστωτικών Τηλεπικοινωνιών, δηλαδή τη γνωστή υπόθεση της SWIFT.

Στα πλαίσια του γενικότερου προβληματισμού για το επίπεδο προστασίας που παρέχεται σε ό,τι αφορά τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών και για το κατά πόσο οι τελευταίοι δεν πρέπει να ανησυχούν για τις πληροφορίες που τους αφορούν, η επίτροπος ανέφερε ότι δεν πρόκειται για απλό ζήτημα, αφού τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συγκεντρώνονται και χρησιμοποιούνται σε πολλές πτυχές της καθημερινής ζωής, όπως όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση για εργασία, χρησιμοποιεί πιστωτική κάρτα ή περιοδεύει στο διαδίκτυο. Επισήμανε πρόσθετα ότι στις πλείστες περιπτώσεις το ίδιο το άτομο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα είναι ο καλύτερος προστάτης των εν λόγω πληροφοριών και ότι η άσκηση από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όσο το δυνατό, μεγαλύτερου ελέγχου στις προσωπικές του πληροφορίες μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη προστασία της ιδιωτικής του ζωής. Σε ερώτημα μέλους της επιτροπής για τις αξιολογήσεις που εκπονούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα για την κατάταξη της χώρας μας η επίτροπος απάντησε ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί τέτοιες αξιολογήσεις. Η ίδια αξιωματούχος εξέφρασε παράλληλα την άποψη ότι στη χώρα μας το επίπεδο της ενημέρωσης των πολιτών για τις ρυθμίσεις που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι ικανοποιητικό και ανέφερε ότι στο στάδιο αυτό το γραφείο ετοιμάζει την έκδοση οδηγίας αναφορικά με τη χρήση κινητών τηλεφώνων στα σχολεία.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αφού ολοκλήρωσε στο στάδιο αυτό την εξέταση του υπό συζήτηση θέματος, θεωρεί πολύ σημαντική την ορθή εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνο η ελεύθερη κυκλοφορία των προσωπικών δεδομένων για την επίτευξη οικονομικής προόδου και συνεργασίας, αλλά κυρίως η προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και ειδικότερα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Η διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών του ατόμου θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση στην κυκλοφορία των προσωπικών δεδομένων, η οποία δεν πρέπει ποτέ να γίνεται σε βάρος αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι γι’ αυτό που η επιτροπή πιστεύει ότι θα πρέπει να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη συνέπεια οι πρόνοιες της νομοθεσίας οι οποίες καθορίζουν σαφώς τις υποχρεώσεις όσων χειρίζονται προσωπικά δεδομένα και πληροφορίες, καθώς και τα δικαιώματα των προσώπων στα οποία τα δεδομένα αυτά αναφέρονται. Η αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας θα πρέπει να καλύπτει τόσο τον ιδιωτικό όσο και το δημόσιο τομέα, καθώς και την αστυνομία.

Η επιτροπή, με βάση την ενημέρωση που της έγινε, διαπίστωσε ότι πολλές φορές υπάρχει σύγκρουση της σχετικής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων με άλλες νομοθεσίες ή και σύγκρουση της νομοθεσίας αυτής με τον τρόπο που κάποιες εξειδικευμένες νομοθεσίες εφαρμόζονται. Τα φαινόμενα αυτά θα εκλείψουν, κατά την άποψη της επιτροπής, αν υπάρχει στενή και συνεχής συνεργασία των αρμοδίων με το Γραφείο της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και η εκ των προτέρων ενημέρωση της επιτρόπου για νέες νομοθεσίες στις οποίες εισάγονται πρόνοιες που αφορούν την τήρηση αρχείων ή και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Η επιτροπή παράλληλα διαπιστώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις διασύνδεσης αρχείων δεν ενημερώνεται η επίτροπος από τους υπεύθυνους επεξεργασίας, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, πρέπει η διασύνδεση να γνωστοποιείται εκ των προτέρων στην επίτροπο και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να λαμβάνεται και η άδειά της.

Η επιτροπή θεωρεί απαράδεκτο το γεγονός ότι το Γραφείο της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δεν είναι μέχρι σήμερα κατάλληλα στελεχωμένο, για να αντεπεξέρχεται στις απαιτήσεις που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία, ώστε να καθίσταται αποτελεσματική η εφαρμογή της, αλλά και σε υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ελλείψεις σε αριθμό προσωπικού, αλλά και η μη συμμετοχή της ίδιας της επιτρόπου στη διαδικασία επιλογής του προσωπικού στερούν από την επίτροπο τη δυνατότητα να ασκεί τις αρμοδιότητές της στο βαθμό που απαιτείται, όπως άλλωστε έχει και η ίδια επανειλημμένα επισημάνει. Ως αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής, η επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα για σωστή ενημέρωση και εκπαίδευση των πολιτών γενικότερα για το θεσμό της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ειδικότερα για τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σχετική νομοθεσία. Εκπαίδευση απαιτείται επίσης σε όσους χειρίζονται προσωπικά δεδομένα για οποιοδήποτε λόγο. Η σωστή ενημέρωση και εκπαίδευση θα οδηγήσει στην καλύτερη συνεργασία με το γραφείο της επιτρόπου και κατά συνέπεια στον ορθό και σύννομο χειρισμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Η επιτροπή σημειώνει τις παρατηρήσεις της επιτρόπου για τη μη ικανοποιητική συνεργασία των μέσων μαζικής ενημέρωσης με το γραφείο της, κάτι που θα μπορούσε να βελτιωθεί με καλύτερη ενημέρωση και εκπαίδευση των εν λόγω μέσων.

Όλες οι αναφερόμενες πιο πάνω ελλείψεις δεν επιτρέπουν επίσης την αποτελεσματική άσκηση προληπτικού ελέγχου για τη σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας.

Από την πλευρά της, σύμφωνα με την επιτροπή, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα θα πρέπει να επιδείξει τη δέουσα αυστηρότητα εκεί και όπου απαιτείται, ώστε και με την επιβολή κυρώσεων να διασφαλίζεται και να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας τόσο για την καταδίκη των παρανομούντων όσο και για σκοπούς γενικής πρόληψης.

Η επιτροπή θεωρεί ότι, παρά τις πολλές αντιξοότητες, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει επιτελέσει μέχρι σήμερα σημαντικό έργο για την προώθηση του θεσμού αυτού και έχει συμμετάσχει επιτυχώς, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στην ομάδα εργασίας στην οποία συμμετέχουν όλες οι εθνικές αρχές για την προστασία προσωπικών δεδομένων, η οποία, μεταξύ άλλων, παρέχει τη γνώμη της σχετικά με μέτρα και ρυθμίσεις που αφορούν την προστασία των προσωπικών δεδομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και σε τρίτες χώρες.

Η επιτροπή σημειώνει με ιδιαίτερη ικανοποίηση τη στάση που η ομάδα εργασίας έχει τηρήσει αναφορικά με τη συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για τη διαβίβαση στις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής δεδομένων που περιέχονται στο σύστημα καταστάσεων με τα ονόματα των επιβατών. Η επιτροπή θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική την παρουσία και τη συμβολή της ομάδας αυτής, που, παρά το συμβουλευτικό της χαρακτήρα, αποτελεί τροχοπέδη στην ολοένα αυξανόμενη τάση για τη χωρίς περιορισμούς χρήση των προσωπικών δεδομένων των πολιτών εν ονόματι της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Ολοκληρώνοντας την εξέταση του θέματος, η επιτροπή επιφυλάσσεται να παρακολουθεί το όλο θέμα ευελπιστώντας ότι θα γίνουν οι αναγκαίες ρυθμίσεις για την ενίσχυση του Γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ώστε να καταστεί ορθότερη και αποτελεσματικότερη η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, η οποία θεωρείται σήμερα απαραίτητη για την προστασία πολλών πτυχών της καθημερινής ζωής του ατόμου. Επιδιωκόμενος στόχος πρέπει να είναι οι πολίτες να είναι, αλλά και να αισθάνονται ασφαλείς σε σχέση με τη φύλαξη των προσωπικών δεδομένων τους και το σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής.

 

 

22 Νοεμβρίου 2007

 

 

 

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων