Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Αντιγόνη Παπαδοπούλου, πρόεδρος Σωτηρούλα Χαραλάμπους
Νικόλας Παπαδόπουλος Μαρία Κυριακού
Σταύρος Ευαγόρου Μαρίνος Σιζόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 και 22 Οκτωβρίου 2007. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο αναπληρωτής πρόεδρος του συμβουλίου και ο γενικός διευθυντής του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, της Υπηρεσίας Εφόρου Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, του Κυπριακού Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επενδυτικών Υπηρεσιών, του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών και του Συνδέσμου Διεθνών Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών Κύπρου (CIFSA).

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η εναρμόνιση του κυπριακού δικαίου με το ευρωπαϊκό κεκτημένο αναφορικά με τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και ειδικότερα για τη ρύθμιση της λειτουργίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), των τραπεζών και των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των χρηματοοικονομικών μέσων.

H μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη του σχετικού ευρωπαϊκού κεκτημένου προκύπτει ως αποτέλεσμα της ανάγκης εναρμόνισης με τα ακόλουθα:

1. Την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων για την τροποποίηση των Οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου.

2. Τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο-

α. Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 με τα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών.

β. Οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων ( αναδιατύπωση της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ).

γ. Οδηγία 2006/73/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2006 για την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις οργανωτικές υποχρεώσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω Οδηγίας.

3. Τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1287/2006 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2006 για την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις υποχρεώσεις τήρησης αρχείων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τη γνωστοποίηση συναλλαγών, τη διαφάνεια της αγοράς, την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω Οδηγίας.

Στο στάδιο της μελέτης του υπό συζήτηση νομοσχεδίου η επιτροπή είχε την ευκαιρία να ακούσει τις θέσεις και απόψεις όλων των παριστάμενων αρμόδιων ή/και εκπροσώπων των οργανώσεων και συνδέσμων που αναφέρονται πιο πάνω, οι οποίοι συμφώνησαν με το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο, δηλώνοντας ότι αυτό αποτελεί ένα μείζονος σημασίας νομοσχέδιο για τον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Ειδικότερα, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δήλωσε ότι με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο προωθείται η εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα των αγορών χρηματοπιστωτικών μέσων, με απώτερο στόχο την προώθηση στον ευρωπαϊκό χώρο μιας ενιαίας ανταγωνιστικής και αξιόπιστης αγοράς κατά τρόπο που να μην υφίστανται οποιαδήποτε εμπόδια στην εισδοχή των ενδιαφερομένων στις ρυθμιζόμενες αγορές, αλλά να τίθενται απλώς όροι και προϋποθέσεις. Με τον τρόπο αυτό θα ενδυναμωθεί ο ανταγωνισμός και θα μειωθούν οι χρεώσεις στο χώρο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ο ίδιος αρμόδιος δεσμεύτηκε επίσης να καταθέσει στην επιτροπή όλες τις υπό έκδοση εσωτερικές οδηγίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την ορθή εφαρμογή του υπό συζήτηση θεσμικού πλαισίου.

Συναφώς με τα πιο πάνω, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι οι κοινοτικές Οδηγίες για το υπό συζήτηση θέμα προνοούν για το λεγόμενο “ευρωπαϊκό διαβατήριο” για όσους παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στον ευρωπαϊκό χώρο και για το λόγο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί την ταυτόχρονη εφαρμογή του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου σε όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αργότερο μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2007.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης μέλη της επιτροπής έθεσαν και πάλι το ζήτημα της μη ύπαρξης ενιαίας εποπτικής αρχής στην Κυπριακή Δημοκρατία για όλα τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Όπως είναι γνωστό, η εποπτική αρχή στην Κύπρο είναι, ανάλογα με τη φύση του προσώπου που παρέχει τέτοιες υπηρεσίες, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ο Έφορος Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και ο Έφορος Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών. Συναφώς, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι βρίσκεται υπό μελέτη το θέμα της θεσμοθέτησης μιας ενιαίας εποπτικής αρχής και ότι σύντομα θα είναι σε θέση να ενημερώσει ανάλογα την επιτροπή.

Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της συζήτησης οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Διεθνών Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών που εδρεύει στην Κύπρο (CIFSA) ήγειραν τα ακόλουθα ζητήματα:

1. Την ανάγκη όπως πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες και είναι εγγεγραμμένα στον εν λόγω σύνδεσμο να θεωρηθούν ότι κατέχουν την προνοούμενη άδεια λειτουργίας, εφόσον ασκούν τέτοιες υπηρεσίες κατά την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου.

2. Τη σύγκρουση της προτεινόμενης νομοθεσίας με το νομοθετικό πλαίσιο που ήδη ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία για την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών διαμεσολάβησης. Συναφώς, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών ανέλαβε να μελετήσει τα πιο πάνω ζητήματα και να καταθέσει στην επιτροπή την τελική θέση του υπουργείου επί των ζητημάτων αυτών. Το αρμόδιο υπουργείο με επιστολή του πληροφόρησε την επιτροπή ως ακολούθως:

1. Η ζητούμενη πιο πάνω εξαίρεση από τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου όσον αφορά την ανάγκη κατοχής άδειας λειτουργίας από αρμόδια αρχή, ώστε πρόσωπα που υπάγονται στον πιο πάνω σύνδεσμο παροχής διεθνών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να θεωρηθούν ότι κατέχουν άδεια λειτουργίας κατά την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας, νοουμένου ότι εφαρμόζουν κανόνες ισοδύναμους με τους προνοούμενους από το σχετικό νομοσχέδιο, δεν μπορεί να ισχύσει, καθότι τα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζουν κανόνες ισοδύναμους με τους αντίστοιχους κανόνες που προβλέπονται από τη σχετική ευρωπαϊκή Οδηγία.

2. Το ενδεχόμενο σύγκρουσης της προτεινόμενης νομοθεσίας με το ισχύον

νομοθετικό πλαίσιο που αφορά την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών θα μελετηθεί από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, η οποία αναμένεται να γνωματεύσει για τα εγερθέντα ζητήματα και να προχωρήσει σε αντιμετώπιση του όλου ζητήματος με σχετική τροποποίηση του εν λόγω νόμου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υιοθετώντας τους σκοπούς του υπό συζήτηση νομοσχεδίου και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τους κυβερνητικούς αρμόδιους, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία.

 

 

23 Οκτωβρίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων