Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος για τον αναπεμφθέντα νόμο που τιτλοφορείται «Ο περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Σοφοκλής Φυττής
Ντίνος Χατζηνικόλας Ρούλα Μαυρονικόλα
Πανίκκος Σταυριανός Γιώργος Περδίκης
Κυριάκος Χατζηγιάννη  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος συνήλθε σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Ιουλίου 2007, και επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, που ψήφισε η Βουλή στις 14 Ιουνίου 2007, έπειτα από αναπομπή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Υγείας, του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (Υπηρεσία Περιβάλλοντος) και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, με ημερομηνία 28 Ιουνίου 2007, παρατίθενται ως ακολούθως:

1. Το νέο άρθρο 22(2)(α), το οποίο ο αναπεμπόμενος νόμος προσθέτει στους περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμους του 1996 έως 2006, απαιτεί όπως στα ράφια όπου τοποθετούνται γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα τοποθετείται πινακίδα στην οποία αναγράφεται ευκρινώς στην ελληνική, τουρκική και αγγλική γλώσσα η ένδειξη “γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα”.

Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν υποχρεωτικές ενδείξεις για συγκεκριμένα τρόφιμα, πέραν των ενδείξεων που αναγράφονται στο άρθρο 3 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ ή σε άλλες κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε μερικά καθορισμένα τρόφιμα, νοουμένου ότι τα κράτη μέλη ακολουθούν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ.

2. Το άρθρο 19 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ προβλέπει ότι, όταν ένα κράτος μέλος κρίνει αναγκαία τη θέσπιση νέας νομοθεσίας, κοινοποιεί και αιτιολογεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη τα σχεδιαζόμενα μέτρα, το δε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει τη νέα νομοθεσία μόνο τρεις μήνες μετά την προρρηθείσα κοινοποίηση και νοουμένου ότι η Επιτροπή δεν έχει αντίθετη γνώμη, μετά τις διαβουλεύσεις της με τα κράτη μέλη.

Συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 19 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ η θέσπιση του αναπεμπόμενου νόμου από τη Δημοκρατία, πριν ακολουθηθεί από την τελευταία η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο διαδικασία.

Επιπρόσθετα, από την παράβαση της προβλεπόμενης από το κοινοτικό δίκαιο διαδικασίας, ο αναπεμπόμενος νόμος είναι κατά πάσα πιθανότητα και επί της ουσίας ασύμβατος με το κοινοτικό δίκαιο για τους ακόλουθους λόγους:

α. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του Κανονισμού 1829/2003 προβλέπει ότι τρόφιμα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του πρέπει να φέρουν στη σήμανσή τους ενδείξεις του τύπου “γενετικώς τροποποιημένο” ή “παράγεται από γενετικώς τροποποιημένο/η (ονομασία του οργανισμού)” ή “περιέχει γενετικώς τροποποιημένο (ονομασία του οργανισμού)” ή “περιέχει (ονομασία του συστατικού) που παράγεται από γενετικώς τροποποιημένο (ονομασία του οργανισμού)”, ανάλογα με την περίπτωση.

β. Σε περίπτωση που το τρόφιμο δεν είναι προσυσκευασμένο ή η μεγαλύτερη επιφάνεια της προσυσκευασίας του είναι μικρότερη των δέκα εκατοστών (10 cm), η ενδεδειγμένη ένδειξη αναγράφεται στο εκθετήριο του τροφίμου ή δίπλα ακριβώς σε αυτό ή στο υλικό της συσκευασίας.

γ. Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις απαιτεί όπως η ενδεδειγμένη ένδειξη κατά κανόνα αναγράφεται επί της συσκευασίας του τροφίμου, όταν αυτό είναι προσυσκευασμένο, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιτρέπει η ένδειξη να αναγράφεται εναλλακτικά στα εμπορικά έγγραφα που συνοδεύουν το προσυσκευασμένο τρόφιμο.

δ. Το άρθρο 14 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίσουν τον τρόπο αναγραφής της ενδεδειγμένης ένδειξης, όταν το τρόφιμο δεν προσφέρεται προσυσκευασμένο στον τελικό καταναλωτή ή όταν το τρόφιμο συσκευάζεται στον τόπο πώλησης, εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής, ή όταν προσυσκευάζεται για άμεση πώληση.

Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειωθεί ότι τα άρθρα 13, παράγραφοι 1, 2, και 14 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ εφαρμόζονται επί των ενδείξεων τις οποίες απαιτεί το άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1829/2003, με το να παραπέμπουν στις ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της πρώτης πιο πάνω Οδηγίας, δηλαδή στις ενδείξεις που απαιτούνται από άλλες κοινοτικές διατάξεις ή από την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών.

3. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η απαίτηση του κοινοτικού δικαίου είναι όπως η ένδειξη για τη γενετικά τροποποιημένη φύση του τροφίμου αναγράφεται ως εξής:

α. Εάν το τρόφιμο είναι προσυσκευασμένο, στη συσκευασία του, σύμφωνα με την παράγραφο 1, του άρθρου 13 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ, ή σε εμπορικό έγγραφο που συνοδεύει το προσυσκευασμένο τρόφιμο, στις περιπτώσεις που προβλέπει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου.

β. Εάν το τρόφιμο δεν είναι προσυσκευασμένο ή έχει μικρή συσκευασία, στη συσκευασία του ή στο εκθετήριο του τροφίμου ή δίπλα ακριβώς σε αυτό, κατά τη διακριτική ευχέρεια του πωλητή, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο (ε), του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1829/2003.

4. Το άρθρο 14 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ επιτρέπει στη Δημοκρατία να θεσπίσει το νέο άρθρο 22(2)(α), το οποίο ο αναπεμπόμενος νόμος προσθέτει στο βασικό νόμο και το οποίο απαιτεί υποχρεωτική ένδειξη στα ράφια των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, μόνο για τα τρόφιμα που συσκευάζονται στον τόπο πώλησης, εφόσον ο αγοραστής ζητήσει τη συσκευασία, ή για τα τρόφιμα που προσυσκευάζονται για άμεση πώληση.

5. Με βάση τα προαναφερόμενα, το νέο άρθρο 22(2)(α) στον αναπεμπόμενο νόμο καταδεικνύεται κατά πάσα πιθανότητα ασύμβατο με το κοινοτικό δίκαιο, διότι διέπει τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα γενικά και δεν περιορίζεται στα τρόφιμα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

6. Εν κατακλείδι, η διαδικασία του άρθρου 19 της Οδηγίας 2000/13/ΕΚ, που πρέπει να ακολουθηθεί για τον αναπεμπόμενο νόμο, θα καταδείξει και τα προβλήματα ασυμβατότητάς του με το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, για να ακολουθηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία, γίνεται εισήγηση όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων μη εμμείνει στην απόφασή της, αποδεχόμενη την αναπομπή, και υποβάλει την πρόταση νόμου από την οποία ο νόμος προέκυψε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη, σύμφωνα με το προρρηθέν άρθρο 19.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αφού επεξήγησε λεπτομερώς τους λόγους της αναπομπής ενώπιον της επιτροπής, τόνισε ότι το νέο άρθρο 22(2)(α) είναι ασύμβατο με το κοινοτικό δίκαιο, για το λόγο ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ήδη ρυθμίσει σε μεγάλη έκταση το θέμα των ενδείξεων και του τρόπου παράθεσής τους επί των προϊόντων, οπότε δεν μπορεί να επέλθουν νέες ρυθμίσεις με εθνικές νομοθεσίες, εξαιρουμένων ορισμένων περιπτώσεων που αναφέρονται πιο πάνω στους λόγους της αναπομπής. Επιπρόσθετα, ο ίδιος εκπρόσωπος, αναφερόμενος σε παλαιότερη γνωμάτευση που αφορούσε τον αναπεμφθέντα νόμο, προτού ψηφιστεί σε νόμο, την οποία απέστειλε στην επιτροπή, με επιστολή του ημερομηνίας 5 Οκτωβρίου 2005, επισήμανε ότι το όλο θέμα έχει μελετηθεί εκ νέου πιο εμπεριστατωμένα, γι’ αυτό και το γραφείο κατέληξε στους πιο πάνω λόγους της αναπομπής.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας ανέφερε ότι το υπουργείο δε φέρει ένσταση στις πρόνοιες του αναπεμφθέντος νόμου, για το λόγο ότι διευκολύνει τις Υγειονομικές Υπηρεσίες στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Όπως όμως επισήμανε ο ίδιος, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι θέσεις της Νομικής Υπηρεσίας, ώστε το κράτος να μην επωμισθεί στο μέλλον οποιεσδήποτε συνέπειες και κυρώσεις από πλευράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της θέσπισης αυτής της νέας νομοθεσίας.

Η εκπρόσωπος της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, αφού συμφώνησε με τον πιο πάνω εκπρόσωπο, επισήμανε ότι μέχρι τώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπήρξε παρόμοιο προηγούμενο σε σχέση με τη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας που να προνοεί τη “ραφοποίηση” των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων, ώστε να έχουν τύχει μελέτης οι συνέπειες που ενδεχομένως θα επέλθουν. Επιπρόσθετα, η ίδια εξέφρασε την άποψη ότι υπάρχει ασάφεια όσον αφορά τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου, όπως αυτές παρατίθενται στους λόγους της αναπομπής.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, αφού συμφώνησε και αυτή με τις πρόνοιες του αναπεμφθέντος νόμου, επισήμανε ότι ήδη στα καταστήματα γίνεται διαχωρισμός των διάφορων προϊόντων και αυτό είναι προς το συμφέρον του καταναλωτή, ο οποίος πρέπει να τυγχάνει σωστής ενημέρωσης.

Η επιτροπή, στα πλαίσια της συζήτησης των λόγων της αναπομπής, υπέβαλε αριθμό διευκρινιστικών ερωτήσεων, κυρίως προς τον εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για πληρέστερη ενημέρωσή της, επισημαίνοντας ότι σκοπός των προνοιών του αναπεμφθέντος νόμου είναι ο διαχωρισμός των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων για σκοπούς διευκόλυνσης του καταναλωτή και όχι η αλλαγή της ένδειξης ή του τρόπου παράθεσης αυτής επί των εν λόγω προϊόντων.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί της αναπομπής κατά τη συζήτηση που θα διεξαχθεί στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

 

5 Ιουλίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων