Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων-Εγκλωβισμένων-Αγνοουμένων-Παθόντων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Αρχείου Πληθυσμού (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Αριστοφάνης Γεωργίου, πρόεδρος Γιώργος Βαρνάβα
Κώστας Παπακώστας Νίκος Κουτσού
Ανδρέας Μουσκάλλης  
Λευτέρης Χριστοφόρου Mη μέλη της επιτροπής:
Γεώργιος Γεωργίου Σωτήρης Σαμψών
Σοφοκλής Φυττής Κυριάκος Χατζηγιάννη
Αντιγόνη Παπαδοπούλου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Προσφύγων-Εγκλωβισμένων-Αγνοουμένων-Παθόντων εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τέσσερις συνεδρίες της, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 20 και 27 Ιουνίου και στις 4 και 5 Ιουλίου 2007. Στα πλαίσια της μελέτης του πιο πάνω νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Εσωτερικών, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Μερίμνης και Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του ίδιου υπουργείου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Κίνησης Προσφύγων και Εκτοπισμένων Μανάδων, του Σωματείου Προσφύγων Μανάδων Κύπρου και της Παγκύπριας Ένωσης Προσφύγων (ΠΕΠ).

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θεσμοθέτηση «του πιστοποιητικού εκτοπισθέντος δυνάμει καταγωγής» είτε από πατέρα είτε από μητέρα πρόσφυγα.

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, το Υπουργικό Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη όλα τα δεδομένα σχετικά με το πιο πάνω θέμα, με απόφασή του με αρ. 65.269 και ημερομηνία 4 Απριλίου 2007, αποφάσισε την καταρχήν θεσμοθέτηση και προώθηση της έκδοσης ειδικού πιστοποιητικού/βεβαίωσης για όλους τους «εκ καταγωγής πρόσφυγες», είτε από πατέρα είτε από μητέρα πρόσφυγα, με το οποίο να επιβεβαιώνεται η προσφυγική καταγωγή τους. Επίσης, εξουσιοδότησε τον Υπουργό Εσωτερικών να προβεί στις αναγκαίες επαφές και διαβουλεύσεις με τα οργανωμένα σύνολα που έχουν άμεση εμπλοκή στο εν λόγω θέμα για την παραχώρηση του υπό αναφορά πιστοποιητικού και να επαναφέρει το θέμα στο Υπουργικό Συμβούλιο για λήψη οριστικής απόφασης.

Ο Υπουργός Εσωτερικών δήλωσε στην επιτροπή ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει πρώτιστα και κατά προτεραιότητα με την “ηθική αναγνώριση” του δικαιώματος του πρόσφυγα εκ καταγωγής και την εξίσωση σε ό,τι αφορά το χαρακτηρισμό ότι είναι πρόσφυγες εκ καταγωγής και οι εκ μητρογονίας, όπως και οι εκ πατρογονίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, με το υπό αναφορά πιστοποιητικό πρώτα πρώτα τίθενται στην ίδια μοίρα οι εκ πατρογονίας και οι εκ μητρογονίας πρόσφυγες σε ό,τι αφορά το χαρακτήρα της αναγνώρισης, ότι είναι δηλαδή πρόσφυγες εκ καταγωγής. Σύμφωνα με τον ίδιο, το υπό αναφορά πιστοποιητικό δε συνδέεται με οποιαδήποτε εκλογικά δικαιώματα ή εκλογική διαδικασία και δεν καθιστά τον κάτοχό του δικαιούχο οποιασδήποτε κρατικής παροχής ή άλλου ωφελήματος. Απ’ εκεί και πέρα όμως, ο ίδιος δήλωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να συσταθεί άμεσα μια επιτροπή στο Υπουργείο Εσωτερικών, με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων και της Βουλής, ώστε να βρεθεί λύση στα θέματα της υποχρεωτικής εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο και στα θέματα των κρατικών χορηγιών για τους πρόσφυγες αυτούς. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να βρεθεί μέσα από τη μορφή ενός δομημένου διαλόγου λύση στα οικονομικά προβλήματα, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους, και λύση σε ό,τι αφορά τα εκλογικά δικαιώματα και να μη διαιωνίζεται η αντιπαράθεση γύρω από το θέμα αυτό.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ίδιο, το ζήτημα της συμμετοχής των εκ μητρογονίας προσφύγων στις εκλογές της ΠΕΠ είναι συνυφασμένο με τα εκλογικά δικαιώματα των εκτοπισμένων δυνάμει καταγωγής. Επιπλέον, πρόσθεσε ότι με την εφαρμογή του νόμου αναμένεται να αυξηθεί το ποσοστό των προσφύγων και θα αλλάξει η υφιστάμενη ισορροπία, διότι, μέχρι σήμερα, επειδή στους εκλογικούς καταλόγους εγγράφονται υποχρεωτικά μόνο οι εκ πατρογονίας πρόσφυγες, διατηρείται μια ισορροπία σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις. Επιπλέον, δεν μπορεί να λαμβάνεται μια απόφαση στη βάση των στοιχείων που έχουμε τώρα ενώπιόν μας, αλλά θα λαμβάνεται μια απόφαση που θα ισχύει από τώρα και στο εξής.

Ο πρόεδρος της ΠΕΠ ανέφερε στην επιτροπή ότι συντελείται μια αδικία, την οποία προσπαθούμε να διορθώσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημα και των μητέρων προσφύγων, αλλά και των παιδιών τους, ώστε να μπορούν στη συνέχεια να θεωρούνται και εκείνα πρόσφυγες ή να μπορούν να έχουν εκείνα τα δικαιώματα που ο νόμος θα τους αποδώσει. Ο ίδιος πρόσθεσε πως το ζήτημα της μητρογονίας δε θα πρέπει να σταθεί εμπόδιο στις εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων της ΠΕΠ, οι οποίες θα πρέπει να διεξαχθούν άμεσα και ανεξάρτητα από την κατάληξη επί του θέματος της μητρογονίας.

Η πρόεδρος της Κίνησης Προσφύγων και Εκτοπισμένων Μανάδων ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο δεν ικανοποιεί τους σκοπούς της κίνησης, που από την ίδρυσή της αγωνίζεται με στόχο να αναγνωριστεί στα παιδιά των γυναικών προσφύγων η ιδιότητα του πρόσφυγα, με όλες τις υποχρεώσεις και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή την αναγνώριση. Περαιτέρω, η ίδια πρόσθεσε πως η προσφυγική ταυτότητα θα αποτελεί τεκμήριο της προσφυγικής ιδιότητας κατά το χρόνο επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, γι’ αυτό και κάλεσε τον Υπουργό Εσωτερικών σε διάλογο για επίλυση όλων των προβλημάτων που πηγάζουν από την αναγνώριση των εκ μητρογονίας προσφύγων.

Η ίδια, επικαλούμενη τη θέση της κυβέρνησης για δυσανάλογη διαφοροποίηση προς τα πάνω του ποσοστού των εκτοπισθέντων από αυτό του 1974 και τη θέση πως η αύξηση αυτή θα επηρεάσει τον αριθμό των εγγεγραμμένων εκλογέων στον εκλογικό κατάλογο των κατεχόμενων περιοχών, με ανάλογη μείωση του αριθμού των εκλογέων στις ελεύθερες περιοχές, ανέφερε πως το 1974 επί του συνόλου του πληθυσμού το ποσοστό των προσφύγων ήταν περίπου 38% και σήμερα αυτό είναι 27% και πως τα δεδομένα δείχνουν ότι οι εκλογικές αλλοιώσεις γίνονται σε βάρος των εκτοπισμένων.

Περαιτέρω, η ίδια εκπρόσωπος, επικαλούμενη τη θέση της κυβέρνησης ότι με την αναγνώριση των εκ μητρογονίας προσφύγων θα προστεθεί μεγάλος αριθμός νέων δικαιούχων στα διάφορα στεγαστικά χορηγήματα και σε άλλα οικονομικά ευεργετήματα τα οποία παραχωρούνται στους εκτοπισθέντες και έτσι δε θα είναι δυνατή η κάλυψή τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και το γεγονός ότι το ποσοστό των εκτοπισθέντων θα αυξηθεί αυτόματα από 34% σε 42% περίπου, με περαιτέρω αυξητική τάση στη συνέχεια, ανέφερε ότι η θέση της κίνησης είναι πως η οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση μπορεί να υπολογιστεί στον αμέσως επόμενο κρατικό προϋπολογισμό. Περαιτέρω, σύμφωνα με σχετική επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών, ημερομηνίας 23 Φεβρουαρίου 2007, που επικαλέστηκε η ίδια, ο συνολικός αριθμός των εκτοπισμένων ανέρχεται σήμερα στις 195 232. Απ’ αυτούς οι 68 457 είναι πρόσωπα που γεννήθηκαν μετά το 1974, των οποίων ο πατέρας είναι πρόσφυγας. Πέραν αυτών, άλλα 29 542 πρόσωπα έχουν γεννηθεί μετά το 1974 και συνδέονται με την πολιτική ταυτότητα του πρόσφυγα πατέρα τους, αλλά δεν είναι καταχωρισμένοι στην προσφυγική του ταυτότητα. Τα πρόσωπα των οποίων η μητέρα είναι πρόσφυγας και ο πατέρας αυτόχθονας ανέρχονται σε 52 148. Επί του συνόλου του πληθυσμού σήμερα, χωρίς να υπολογίζονται οι εκ μητρογονίας πρόσφυγες, το ποσοστό των αναγνωρισμένων προσφύγων είναι 32% και, αν συνυπολογιστούν και οι εκ μητρογονίας πρόσφυγες, το ποσοστό θα είναι 39%. Συνεπώς, σύμφωνα με την ίδια, δεν παρουσιάζεται αύξηση του ποσοστού του προσφυγικού κόσμου αλλά μείωση.

Ο εκπρόσωπος του Σωματείου Προσφύγων Μανάδων Κύπρου εξέφρασε ικανοποίηση για κάθε θετικό βήμα που γίνεται για τους πρόσφυγες, με σκοπό την όσο το δυνατό εξάλειψη της αδικίας που συντελείται σε βάρος τους. Όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να καθοριστεί η έννοια του όρου “πρόσφυγας”, γιατί δεν είναι σωστό και δίκαιο τριάντα τρία χρόνια μετά την τουρκική εισβολή να συνεχίζουν οι πρόσφυγες να εκπροσωπούνται από διορισμένα πρόσωπα και όχι από αιρετούς εκπροσώπους και η εκλογή τους να αναβάλλεται συνεχώς, επειδή εκκρεμεί το ζήτημα της μητρογονίας. Ο ίδιος τόνισε ότι πρέπει επιτέλους να επιλυθεί το όλο θέμα και οι εκ μητρογονίας και οι εκ πατρογονίας πρόσφυγες να θεωρούνται εξίσου πρόσφυγες.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη μεταξύ των μελών της επιτροπής και των προσκεκλημένων, τόσο γύρω από το νομοσχέδιο αυτό όσο και το όλο θέμα των εκ μητρογονίας προσφύγων, επισημάνθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

1. Η ανάγκη να μην ταυτιστεί το θέμα της μητρογονίας με τις εκλογές της ΠΕΠ, για τις οποίες δε χωρεί αναβολή και στις οποίες θα πρέπει να συμμετέχουν και οι εκ μητρογονίας πρόσφυγες.

2. Η ανάγκη διαχωρισμού του πολιτικού δικαιώματος ψήφου από τα οικονομικά ωφελήματα των εκ μητρογονίας προσφύγων.

3. Η ύπαρξη προβληματισμού κατά πόσο υπάρχει παραβίαση του ευρωπαϊκού κεκτημένου με τη διάκριση των προσφύγων σε εκ μητρογονίας και εκ πατρογονίας. Για το ζήτημα αυτό ζητήθηκε σχετική γνωμάτευση από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

4. Η ανάγκη η κυβέρνηση να δεσμευτεί από το αποτέλεσμα του διαλόγου που θα διεξαχθεί ανάμεσα σ’ όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή υπό τη μορφή τροποποιητικού νομοσχεδίου και στο οποίο ενδεχομένως θα περιλαμβάνονται και η κατοχύρωση των εκλογικών δικαιωμάτων και των οικονομικών ωφελημάτων των εκ μητρογονίας προσφύγων.

Ειδικότερα, αναφορικά με τα δικαιώματα των προσώπων των οποίων η μητέρα είναι εκτοπισθείσα, κατατέθηκαν δύο γνωματεύσεις από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, το όλο θέμα εξετάστηκε με ενδελεχή αναφορά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και από πλευράς κοινοτικού και εθνικού δικαίου.

Σύμφωνα με την πρώτη γνωμάτευση, η οποία κάνει αναφορά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «…ο συσχετισμός με τη Σύμβαση έχει ως άξονα το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, πρόσωπα που έχουν μητέρα εκτοπισθείσα δε δικαιούνται στις παροχές και άλλα ωφελήματα που παρέχει το κράτος σε άλλα πρόσωπα, όταν ο εκτοπισθείς γονέας είναι ο πατέρας. Υπεισέρχεται συνεπώς θέμα εφαρμογής του Άρθρου 14 της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου της με Αρ. 12.

Το Άρθρο 14 επιβάλλει στα κράτη να διασφαλίζουν την απόλαυση των δικαιωμάτων της Σύμβασης, χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου ή κοινωνικής καταγωγής ή άλλου καθεστώτος. Οι διατάξεις του Άρθρου δεν είναι αυτόνομες, δηλαδή μπορεί να εγερθεί θέμα παραβίασής του μόνο σε συσχετισμό με τα ουσιαστικά δικαιώματα που τυγχάνουν της προστασίας της Σύμβασης. Στη δεδομένη περίπτωση ένα ουσιαστικό δικαίωμα της Σύμβασης, για το οποίο μπορεί να τεθεί θέμα παραβίασης του Άρθρου 14, είναι το δικαίωμα περιουσίας (“possessions”) του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1. Δηλαδή το θέμα που μπορεί να τεθεί είναι κατά πόσο κατά παραβίαση του Άρθρου 14, γίνεται διάκριση στην απόλαυση του δικαιώματος περιουσίας των πιο πάνω προσώπων λόγω φύλου, κοινωνικής καταγωγής ή άλλου καθεστώτος.»… «…Για να υπάρχει διάκριση, κατά παράβαση του Άρθρου 14, πρέπει να υπάρχει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ προσώπων που βρίσκονται σε ανάλογη ή σχετικά όμοια θέση, η οποία να μην έχει αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση. Το δικαιολογητικό της διαφορετικής μεταχείρισης θεωρείται από τη νομολογία του ΕΔΑΔ μη εύλογο και αντικειμενικό όταν δεν εξυπηρετεί κάποιο θεμιτό σκοπό ή όταν τα μέσα που υιοθετούνται για εκπλήρωση του σκοπού είναι δυσανάλογα προς το σκοπό τον οποίο στοχεύουν να εκπληρώσουν.

Το ΕΔΑΔ αναγνωρίζει στα κράτη κάποια διακριτική ευχέρεια να εκτιμούν τα ίδια κατά πόσο και σε ποια έκταση είναι δικαιολογημένη η διαφορετική μεταχείριση προσώπων σε καταστάσεις που είναι κατά τα άλλα οι ίδιες. Η έκταση όμως αυτής της διακριτικής ευχέρειας διαφέρει ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, το ιστορικό της και το είδος της διάκρισης.»… «…Καταλήγω ότι το θέμα κατά πόσο η διαφορετική μεταχείριση στην παρούσα περίπτωση παραβιάζει το Άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 1, είναι άμεσα συνδεδεμένο όχι μόνο με το κατά πόσο οι δύο κατηγορίες προσώπων βρίσκονται σε σχετικά όμοια θέση, αλλά και με το σκοπό τον οποίο στοχεύει να εκπληρώσει η σχετική νομοθεσία, ο οποίος, σε περίπτωση προσφυγής στο ΕΔΑΔ, πρέπει να καταδειχθεί με επιχειρήματα ως θεμιτός και η διαφοροποίηση λόγω φύλου του γονέα και καθεστώτος του παιδιού ως παιδί εκτοπισμένης μητέρας, να καταδειχθεί ως εύλογη και αντικειμενική. Εν κατακλείδι δεν πρόκειται για θέμα για το οποίο μπορεί να υιοθετηθεί με βεβαιότητα με βάση μόνο τις πρόνοιες της νομοθεσίας, η μία ή η άλλη άποψη σε σχέση με το ενδεχόμενο παραβίασης, ή για το οποίο μπορεί να πιθανολογηθεί με κάποια σιγουριά η προσέγγιση του ΕΔΑΔ.»

Όσον αφορά την προσέγγιση του θέματος από τη σκοπιά του Πρωτοκόλλου Αρ. 12 της Σύμβασης, το οποίο κυρώθηκε με νόμο από τη Δημοκρατία, στην υπό αναφορά γνωμάτευση αναφέρεται ότι: «…το Πρωτόκολλο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2005. Καλύπτει τις ίδιες μορφές διάκρισης που προβλέπονται στο Άρθρο 14 της Σύμβασης, αλλά επεκτείνει την προστασία κατά των διακρίσεων σε σχέση με την απόλαυση «οποιουδήποτε δικαιώματος προβλέπεται σε νόμο» (“any right set forth by law”). Δεν περιορίζεται δηλαδή στην απόλαυση των δικαιωμάτων της Σύμβασης και επεκτείνεται στα δικαιώματα που προβλέπονται σε εθνικούς νόμους. Λόγω του ότι το Πρωτόκολλο αφενός μεν τέθηκε σε ισχύ μόνο πρόσφατα, αφετέρου δε δεν έχει κυρωθεί από πολλά κράτη, δεν υπάρχει ακόμα οποιαδήποτε νομολογία του ΕΔΑΔ για τις πρόνοιές του, και συνεπώς ελλείπει η αναγκαία νομολογιακή καθοδήγηση για την ερμηνεία και εφαρμογή του.»

Στη δεύτερη γνωμάτευση, με την οποία το όλο θέμα εξετάστηκε από πλευράς κοινοτικού και εθνικού δικαίου, αναφέρεται πως από πλευράς κοινοτικού δικαίου η διαφορετική μεταχείριση δεν αντίκειται στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω φύλου, επειδή ο καθορισμός του ποιος είναι εκτοπισθείς στην Κύπρο ή μη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣυνθΕΚ). Η συνθήκη απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου μόνο στους τομείς που καλύπτει η ίδια, δηλαδή, προς το παρόν τουλάχιστον, στην απασχόληση και στις υπηρεσίες. Από πλευράς εθνικού δικαίου, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόφαση σε σχέση με το υπό αναφορά θέμα.

Καταληκτικά, στην υπό αναφορά γνωμάτευση διατυπώνεται η εισήγηση όπως διερευνηθεί η πιθανότητα υιοθέτησης αντικειμενικών κριτηρίων για το ποιος θεωρείται τέκνο εκτοπισθέντος, τα οποία να μην συνδέονται με το φύλο των γονέων του.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανέφερε στην επιτροπή πως το ευρωπαϊκό κεκτημένο δε ρυθμίζει το πώς ένα κράτος μέλος χαρακτηρίζει τα τέκνα των εκτοπισμένων, αν είναι εκ πατρογονίας ή εκ μητρογονίας, αλλά ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, έτσι ώστε να υπάρχει μια ενιαία αντιμετώπιση στα πλείστα θέματα και δεν υπεισέρχεται στα εσωτερικά ζητήματα της κάθε χώρας· επομένως το ευρωπαϊκό κεκτημένο δε σχετίζεται με το θέμα της μητρογονίας. Περαιτέρω, απαντώντας σε σχετική ερώτηση των μελών της επιτροπής σε σχέση με τη συνταγματικότητα ή μη της κατάθεσης πρότασης νόμου από βουλευτή με την οποία να προβλέπεται η παροχή εκλογικού δικαιώματος στους εκ μητρογονίας πρόσφυγες σε σχέση με τις εκλογές της ΠΕΠ, ανέφερε ότι η πρόνοια για απλή και μόνο συμμετοχή τους στις εκλογές δεν επιφέρει αντισυνταγματικότητα, αλλά, αν η συμμετοχή αυτή στις εκλογές αναπόφευκτα θα επιφέρει επιπλέον διοικητικό κόστος, που σχετίζεται με τη διαδικασία των εκλογών, και επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, αυτό θα επιφέρει αντισυνταγματικότητα.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων-Εγκλωβισμένων-Αγνοουμένων-Παθόντων επιφυλάσσονται να τοποθετηθούν επί του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

11 Ιουλίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων