Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τo νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Άντρος Κυπριανού, πρόεδρος Νίκος Τορναρίτης
Κύπρος Χρυσοστομίδης Άγγελος Βότσης
Γιάννος Λαμάρης Φειδίας Σαρίκας
Ιωνάς Νικολάου Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε πολλές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 19 Μαρτίου και 9 Ιουλίου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, του Υπουργείου Υγείας και του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ, της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ), της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και του ΑΠΑΝΕΜΙ.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Προσφύγων Νόμου για την εναρμόνισή του με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα του ασύλου και ειδικότερα με την Οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση των ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, καθώς και με την Οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης μόνο όσον αφορά την παράγραφο (1) του άρθρου 7 και την παράγραφο (1) του άρθρου 12 της Οδηγίας αυτής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από τους κυβερνητικούς αρμοδίους, κύριος σκοπός της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, η οποία αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της πρώτης φάσης του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, είναι η διασφάλιση αφενός της εφαρμογής από τα κράτη μέλη κοινών κριτηρίων για τον προσδιορισμό των προσώπων που χρήζουν όντως διεθνούς προστασίας και αφετέρου του δικαιώματος πρόσβασης των εν λόγω προσώπων στο ελάχιστο επίπεδο παροχών σε όλα τα κράτη μέλη.

Σημειώνεται ότι η ισχύουσα νομοθεσία που διέπει τους πρόσφυγες θεσπίστηκε το 2000 και καλύπτει τις πλείστες διατάξεις της πιο πάνω Οδηγίας, η οποία κωδικοποιεί σε μεγάλο βαθμό τα κριτήρια για την αναγνώριση προσώπου ως πρόσφυγος όπως αυτά περιλαμβάνονται στο Εγχειρίδιο της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες που αφορά τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια για τον Προσδιορισμό της Ιδιότητας του Πρόσφυγος.

Με το υπό αναφορά νομοσχέδιο καθορίζονται ειδικότερα τα κριτήρια που απαιτείται να πληρεί αιτητής για την αναγνώριση σε αυτόν του καθεστώτος του πρόσφυγος ή του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, καθώς και τα ελάχιστα δικαιώματα που παρέχονται σε πρόσωπο στο οποίο έχει αναγνωριστεί τέτοιο καθεστώς.

Ειδικότερα, με τις πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Εισάγονται πρόνοιες στη βασική νομοθεσία με τις οποίες καθορίζονται οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση αίτησης προσώπου για παροχή σ’ αυτό διεθνούς προστασίας, όπως είναι οι φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης και οι φορείς προστασίας.

2. Εισάγονται πρόνοιες στη βασική νομοθεσία με τις οποίες καθορίζονται οι πράξεις οι οποίες μπορεί να χαρακτηριστούν ως πράξεις δίωξης προσώπου που αιτείται καθεστώς διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή των λόγων δίωξης.

3. Συμπληρώνεται η διάταξη της βασικής νομοθεσίας που καθορίζει τις περιπτώσεις αποκλεισμού αιτητή από το καθεστώς του πρόσφυγος ή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, έτσι ώστε να συνάδει με το κοινοτικό κεκτημένο.

4. Εισάγονται πρόνοιες στη βασική νομοθεσία που καθορίζουν τις περιπτώσεις ανάκλησης της ιδιότητας του πρόσφυγος.

5. Τροποποιείται η διάταξη της βασικής νομοθεσίας που ρυθμίζει το θέμα της εσωτερικής μετεγκατάστασης, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στην αρμόδια αρχή, κατά τη μελέτη της σχετικής αίτησης προσώπου για παροχή σ’ αυτό διεθνούς προστασίας, να αποφασίζει ότι o αιτητής δε χρήζει τέτοιας προστασίας, αν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξής του ή πραγματικός κίνδυνος πρόκλησης σοβαρής βλάβης και είναι εύλογα αναμενόμενο ο αιτητής να παραμείνει σ’ αυτό, παρά τα τεχνικά εμπόδια επιστροφής που αντιμετωπίζει.

6. Τροποποιείται η διάταξη της βασικής νομοθεσίας που καθορίζει τις αρχές που διέπουν την εξέταση των αιτήσεων προσώπων που αιτούνται διεθνή προστασία, με την εισαγωγή σ’ αυτήν των ελάχιστων απαιτήσεων που καθορίζονται στη σχετική Οδηγία και αφορούν τα γεγονότα και τις περιστάσεις που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της εν λόγω αίτησης.

7. Τροποποιείται η διάταξη της βασικής νομοθεσίας που ρυθμίζει την παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, έτσι ώστε να ενσωματωθούν σ’ αυτήν τα ελάχιστα κριτήρια που προβλέπονται από την υπό αναφορά Οδηγία.

8. Καθορίζονται τα ελάχιστα δικαιώματα και οφέλη που απολαύουν πρόσωπα στα οποία έχει αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγος ή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

9. Εισάγεται πρόνοια στη βασική νομοθεσία με την οποία ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την αρχή της εμπιστευτικότητας και καθορίζονται οι περιπτώσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής.

10. Συμπληρώνονται οι ισχύουσες διατάξεις που αφορούν τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας.

11. Εισάγονται πρόνοιες για τους ασυνόδευτους ανηλίκους στους οποίους έχει αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγος ή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Στο στάδιο της μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου από την επιτροπή, υποστηρίχτηκε από ορισμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις ότι η πιο πάνω Οδηγία 2004/83/ΕΚ βρίσκεται σε αντίθεση με το διεθνές προσφυγικό δίκαιο και ειδικότερα με τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 για τη νομική κατάσταση των προσφύγων, η οποία δεσμεύει την Κυπριακή Δημοκρατία.

Υπό το φως της πιο πάνω θέσης, η επιτροπή ζήτησε και έλαβε σχετική γνωμάτευση από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία αναφέρεται ότι η υπό αναφορά Οδηγία είναι συμβατή με το διεθνές προσφυγικό δίκαιο.

Οι εκπρόσωποι των μη κυβερνητικών οργανώσεων που παρευρέθηκαν στην επιτροπή εξέφρασαν διαφωνίες και επιφυλάξεις σχετικά με ορισμένες πρόνοιες του νομοσχεδίου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Ορισμένες από τις προτεινόμενες σ’ αυτό πράξεις δίωξης που καθορίζονται στο νομοσχέδιο αυτό.

2. Την ανάγκη εισαγωγής προνοιών σ’ αυτό που να καθορίζουν εκτός από τις περιπτώσεις ανάκλησης της ιδιότητας του πρόσφυγος και τις περιπτώσεις ακύρωσής της.

3. Την παρεχόμενη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να αποφασίζει ότι αιτητής δε χρήζει διεθνούς προστασίας, σε περίπτωση που σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξής του ή πρόκλησης σοβαρής βλάβης και είναι εύλογα αναμενόμενο ο αιτητής να παραμείνει στο τμήμα αυτό, παρά την ύπαρξη τεχνικών εμποδίων επιστροφής του.

4. Την υποχρέωση αιτητή όπως κατά την εξέταση αίτησής του για παραχώρηση σ’ αυτόν διεθνούς προστασίας παραδώσει στην Υπηρεσία Ασύλου ή στην αστυνομία το διαβατήριο ή τα ταξιδιωτικά του έγγραφα.

5. Το δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας των προσώπων στα οποία έχει αναγνωριστεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

6. Ορισμένες από τις προτεινόμενες εξαιρέσεις από την εφαρμογή της αρχής της εμπιστευτικότητας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε να τροποποιήσει το κείμενο του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, ως ακολούθως:

1. Με την προσθήκη στη σχετική διάταξη του νομοσχεδίου με την οποία παρέχεται στον αιτητή το δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες σε γλώσσα που δυνατό να είναι κατανοητή σ’ αυτόν της εναλλακτικής πρόνοιας για πρόσβασή του σε πληροφορίες στην επίσημη γλώσσα της χώρας από την οποία προέρχεται.

2. Με την προσθήκη, έπειτα από σχετική εισήγηση που υποβλήθηκε από τους κυβερνητικούς αρμοδίους την οποία και υιοθέτησε η επιτροπή, στη σχετική διάταξη του νομοσχεδίου που ρυθμίζει το δικαίωμα πρόσβασης στην απασχόληση προσώπων στα οποία έχει αναγνωριστεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας πρόνοιας σύμφωνα με την οποία η κατάσταση της αγοράς εργασίας που θα δύναται να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, και για τον ενδεχόμενο προσδιορισμό προτεραιοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το καθοριζόμενο με διάταγμα, που θα εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών έπειτα από διαβούλευσή του με τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

3. Με την προσθήκη πρόνοιας στην προτεινόμενη στο νομοσχέδιο εξαίρεση από την εφαρμογή της αρχής της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με την οποία διευκρινίζεται ότι πρόσωπο θα δύναται κατ’ εξαίρεση να αποκαλύπτει πληροφορίες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που παρέχονται σ’ αυτό δυνάμει του προτεινόμενου νόμου μόνο για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος ή για άλλο υπηρεσιακό σκοπό ο οποίος εμπίπτει εντός του δημόσιου συμφέροντος.

4. Με τη βελτίωση σε ορισμένων προνοιών του νομοσχεδίου.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν αναφορικά με τη δεύτερη πιο πάνω τροποποίηση που επέφερε η επιτροπή στο κείμενο του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια της Βουλής.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις της, εισηγείται στην ολομέλεια της Βουλής την ψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου σε νόμο.

10 Ιουλίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων