Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον αναπεμφθέντα νόμο που τιτλοφορείται «Ο περί Ατόμων με Αναπηρίες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Πάμπης Κυρίτσης, πρόεδρος Αντώνης Αντωνίου
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Ρούλα Μαυρονικόλα
Αντρέας Φακοντής Μη μέλη της επιτροπής:
Ιωνάς Νικολάου Στέλλα Κυριακίδου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνήλθε σε συνεδρία, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Ιουλίου 2007, και επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, που ψήφισε η Βουλή στις 14 Ιουνίου 2007, ύστερα από αναπομπή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Υπηρεσία Μέριμνας Αναπήρων) και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 28 Ιουνίου 2007, έχουν ως ακολούθως:

«Οι λόγοι της αναπομπής σχετίζονται με τις διατάξεις του νέου άρθρου 7Α(2), το οποίο προστέθηκε από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή στο βασικό νόμο με το άρθρο 2 του αναπεμπόμενου νόμου, οι οποίες προβλέπουν ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι £750 (επτακόσιες πενήντα λίρες) ή και τις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση που κάτοχος δελτίου στάθμευσης για άτομα με αναπηρίες σταθμεύει κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 4 του παραρτήματος του αναπεμπόμενου νόμου.

Οι προβλεπόμενες ποινές για το συγκεκριμένο αδίκημα είναι ιδιαίτερα υψηλές και παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι για παρόμοιες παραβάσεις από άτομα που δεν πάσχουν από αναπηρία, που προβλέπονται στους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμούς του 1972 μέχρι 2005, σε συνδυασμό με τους περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμους του 1997 μέχρι 2006, προβλέπεται η καταβολή εξώδικου προστίμου ύψους από £5 μέχρι £50, ανάλογα με την παράβαση.

Περαιτέρω, οι αναφερόμενες διατάξεις του αναπεμπόμενου νόμου θέτουν τα άτομα με αναπηρίες σε δυσμενέστερη θέση από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο διαπράττει παρόμοιες παραβάσεις δυνάμει άλλων νόμων και, ως εκ τούτου, συνιστούν απαγορευμένη από το σύνταγμα δυσμενή διάκριση».

Στο στάδιο της επανεξέτασης του όλου θέματος από την επιτροπή, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επανέλαβε ότι το επίμαχο άρθρο 7Α(2), όπως έχει ψηφιστεί, και ειδικότερα οι προβλεπόμενες σ’ αυτό ποινές δεν μπορεί να γίνουν δεκτές, γιατί παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και συνεπάγονται απαγορευμένη από το σύνταγμα δυσμενή διάκριση σε βάρος των ατόμων με αναπηρίες.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέφεραν ότι οι προβλεπόμενες στο επίμαχο εδάφιο ποινές είναι δυσανάλογες προς το αδίκημα, γι’ αυτό και εισηγήθηκαν την απάλειψη της ποινής της φυλάκισης και τη μείωση του ανώτατου ποσού της χρηματικής ποινής από £750, που είναι στο κείμενο του αναπεμφθέντος νόμου, σε £500.

Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής ανέφεραν ότι οι προβλεπόμενες στον αναπεμφθέντα νόμο ποινές είναι οι ίδιες με τις ποινές που προβλέπονται στους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς για παρόμοιας φύσης αδικήματα και διευκρίνισαν ότι όλες οι τροχαίες παραβάσεις που προβλέπονται στους εν λόγω κανονισμούς επισύρουν αυτές τις ποινές, είτε πρόκειται για αναπήρους είτε όχι.

Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής επανέλαβαν ότι η ευαισθησία της επιτροπής για θέματα αναπήρων είναι δεδομένη και ότι σε καμία περίπτωση η επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να θεσπίσει αυξημένες ποινές για αναπήρους.

Σημειώνεται επίσης ότι κατά το στάδιο της συζήτησης της πρότασης νόμου στην επιτροπή δεν είχε γίνει οποιαδήποτε εισήγηση ή επισήμανση από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα για το ύψος των ποινών, ενώ ήταν σε όλους γνωστό ότι οι ποινές θα ήταν εναρμονισμένες με τους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς.

Περαιτέρω, ως προς το θέμα της εξώδικης ρύθμισης του αδικήματος, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής, απευθυνόμενοι στον εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ζήτησαν να γίνει διαβούλευση με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, το οποίο, ως αρμόδιο υπουργείο, θα μπορεί να προωθήσει στο Υπουργικό Συμβούλιο σχετικό διάταγμα, σύμφωνα με τον περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμο, με το οποίο να προστίθεται στους σχετικούς πίνακες του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου το υπό συζήτηση αδίκημα και αντίστοιχο πρόστιμο.

Σημειώνεται ότι μετά τη λήξη της συνεδρίας η γενική διευθύντρια του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με γραπτή επιστολή της προς την επιτροπή αναφέρει ότι το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα συνεργαστεί με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως για προώθηση της έκδοσης διατάγματος από το Υπουργικό Συμβούλιο, με βάση τον περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμο, αμέσως μετά την ψήφιση και δημοσίευση του περί Ατόμων με Αναπηρίες (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, υιοθετεί τη θέση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γι’ αυτό και, κατά πλειοψηφία, εισηγείται στην ολομέλεια του σώματος την αποδοχή της αναπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας για τροποποίηση του επίμαχου άρθρου, έτσι ώστε το σχετικό αδίκημα να τιμωρείται με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις £500.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού δήλωσε ότι η ομάδα του θα τοποθετηθεί στο θέμα κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια της Βουλής.

 

 

5 Ιουλίου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων