Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Κύπρος Χρυσοστομίδης
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος
Κώστας Παπακώστας Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 31ης Μαΐου και 28ης Ιουνίου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και της αστυνομίας, καθώς και ο πρόεδρος και μέλη της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει το διορισμό και τη λειτουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, κατά τρόπο που να αντιμετωπιστούν οι πραγματικές και νομικές αδυναμίες που έχουν εντοπιστεί σε σχέση με τη λειτουργία της και αυτή να καταστεί πιο αποτελεσματική.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αφορούν τα ακόλουθα:

1. Δυνατότητα της Αρχής να διορίζει ανακριτές.

2. Δυνατότητα της Αρχής να μισθώνει υπηρεσίες ειδικών που κρίνονται αναγκαίες για τη διεξαγωγή των ανακρίσεών της.

3. Δυνατότητα και σε πρώην αξιωματικό της αστυνομίας, αν είναι μέλος της Αρχής, να διερευνά και υποθέσεις που αφορούν καταπάτηση ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της Αρχής.

4. Δυνατότητα της Αρχής να παραπέμπει όλα τα είδη των παραπόνων ήσσονος σημασίας στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή στον Αρχηγό Αστυνομίας, ανάλογα με την περίπτωση, ώστε η δυνατότητα αυτή να μην περιορίζεται, όπως ισχύει σήμερα, μόνο στα παράπονα που αφορούν πράξεις διαφθοράς ή δωροδοκίας, αλλά να επεκταθεί και στα παράπονα ήσσονος σημασίας που αφορούν πράξεις παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων ή που συνιστούν ευνοιοκρατική μεταχείριση.

5. Δικαίωμα της Αρχής να ζητά ενημέρωση από την αστυνομία για την πορεία και την έκβαση της διερεύνησης των υποθέσεων ήσσονος σημασίας που παραπέμπονται σε αυτή.

6. Δικαίωμα της Αρχής στις περιπτώσεις υποθέσεων ήσσονος σημασίας να προτείνει τη διαδικασία ανεπίσημης διευθέτησης.

7. Οι συγγενικές σχέσεις παραπονουμένου με μέλος της Αρχής να αποτελούν απαγορευτικό παράγοντα για διερεύνηση από το μέλος αυτό του παραπόνου.

8. Η αποζημίωση που καταβάλλεται στα μέλη της Αρχής να καλύπτει, πέραν της διεξαγωγής ανάκρισης, και οποιαδήποτε άλλη συναφή εργασία.

9. Η Αρχή να έχει δικό της προϋπολογισμό.

Ο πρόεδρος της Αρχής, αναλύοντας τις σημαντικότερες διατάξεις του νομοσχεδίου και απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα μελών της επιτροπής, διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Από τη σύντομη λειτουργία της Αρχής διαπιστώθηκε ότι αυτή καλείται να χειριστεί σωρεία παραπόνων, η διερεύνηση των οποίων προϋποθέτει πολύωρο ανακριτικό έργο και στις περισσότερες περιπτώσεις τη συνδρομή δύο τουλάχιστον ανακριτών.

2. Η Αρχή εκ των πραγμάτων αδυνατεί σήμερα να ανταποκριθεί στο τεράστιο αυτό ανακριτικό έργο, δεδομένου ότι αποτελείται από πέντε μέλη με μερική απασχόληση στην Αρχή, αφού αυτά ασκούν παράλληλα και το δικό τους επάγγελμα, το δε μέλος της το οποίο είναι πρώην αξιωματικός της αστυνομίας αποκλείεται εκ του νόμου από τη διερεύνηση υποθέσεων που αφορούν παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου και ύστερα από τη μελέτη αντίστοιχων νομοθεσιών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, κρίθηκε αναγκαίο να δοθεί εξουσία στην Αρχή να διορίζει ανεξάρτητους ανακριτές. Με τον τρόπο αυτό η Αρχή θα μπορεί να αναθέτει τη διεξαγωγή ανακρίσεων τόσο στα μέλη της όσο και στα πρόσωπα αυτά τα οποία, όπως προβλέπεται ρητά στο νομοσχέδιο, θα βρίσκονται υπό την εποπτεία και τον έλεγχό της, θα ενεργούν σύμφωνα με τις οδηγίες της και, σε περίπτωση που κατά την κρίση της τα πρόσωπα αυτά δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους, η Αρχή θα έχει δικαίωμα να τα παύσει.

3. Η προτεινόμενη στο νομοσχέδιο δυνατότητα του μέλους της Αρχής που είναι πρώην αξιωματικός της αστυνομίας να συμμετέχει και στη διερεύνηση παραπόνων που αφορούν παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων κρίνεται αναγκαία, γιατί το μέλος αυτό θα πρέπει να έχει τα ίδια ανακριτικά δικαιώματα με τα υπόλοιπα μέλη και ο αποκλεισμός του, όπως ισχύει τώρα, ουσιαστικά αποστερεί την Αρχή από ένα μέλος της, το οποίο μάλιστα είναι και το πιο εξειδικευμένο στη διεξαγωγή ανακρίσεων.

4. Η Αρχή συμφωνεί με την εισήγηση μελών της επιτροπής όπως τα πρόσωπα που θα διορίζονται από αυτήν ως ποινικοί ανακριτές θα πρέπει να επιλέγονται από σχετικό κατάλογο που θα καταρτίζεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

5. Παρ’ όλο που η ίδια η Αρχή εισηγήθηκε τη συμπερίληψη πρόνοιας στο νομοσχέδιο που να παρέχει τη δυνατότητα παραπομπής όλων των παραπόνων που κρίνονται ως ήσσονος σημασίας στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή στον Αρχηγό Αστυνομίας, εντούτοις κατανοεί τις επιφυλάξεις της επιτροπής καθόσον αφορά ειδικά την παραπομπή στην αστυνομία παραπόνων που αφορούν την παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, γι’ αυτό και δε διαφωνεί με την απάλειψη από τη σχετική πρόνοια της εν λόγω κατηγορίας παραπόνων.

6. Η προτεινόμενη διαδικασία ανεπίσημης διευθέτησης υποθέσεων ήσσονος σημασίας βασίζεται στην εκτίμηση ότι μικροεπεισόδια που οφείλονται σε παρεξηγήσεις θα μπορούσαν με τον τρόπο αυτό να διευθετηθούν και να μην απασχολήσουν την Αρχή με τη χρονοβόρα διαδικασία της διερεύνησης. Ωστόσο, η Αρχή, κατανοώντας τις επιφυλάξεις της επιτροπής για τους κινδύνους που ενέχει τέτοια διευθέτηση, κυρίως καθόσον αφορά την ανεπίσημη διευθέτηση υποθέσεων που δυνατό να συνιστούν ποινικό αδίκημα, συμφώνησε όπως διαγραφούν οι σχετικές διατάξεις του νομοσχεδίου.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας αναφερόμενος στα ζητήματα που εγέρθηκαν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου ενώπιον της επιτροπής επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Λόγω των πραγματικών δυσκολιών, καθώς και των νομικών περιορισμών που προκύπτουν από την ισχύουσα νομοθεσία, επιβάλλεται η παροχή εξουσίας στην Αρχή να διορίζει πρόσωπα στα οποία θα αναθέτει τη διεξαγωγή ανακρίσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό αυτή να ανταποκριθεί στο ογκώδες και σοβαρό έργο της διερεύνησης που της έχει ανατεθεί.

Δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά, όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο, θα έχουν εκ του νόμου τις εξουσίες και υποχρεώσεις που έχουν οι ποινικοί ανακριτές που διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, δε θα προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με την εξουσία η οποία έχει εκχωρηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για διορισμό ποινικών ανακριτών.

2. Η δυνατότητα να ανατίθεται και στο μέλος της Αρχής το οποίο είναι πρώην μέλος της αστυνομίας η διεξαγωγή ανάκρισης για τη διερεύνηση παραπόνου που αφορά παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων θα συμβάλει σημαντικά στην αποτελεσματική διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων. Η πρακτική να διορίζονται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρώην μέλη της αστυνομίας ως ανακριτές έχει καταδείξει ότι τα πρόσωπα αυτά λόγω της σημαντικής ανακριτικής τους πείρας διεξάγουν λεπτομερείς ανακρίσεις. Επιπρόσθετα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διαβεβαίωσε την επιτροπή ότι η διερεύνηση από την Αρχή ως μηχανισμός αποτελεσματικής διερεύνησης παραπόνων εναντίον της αστυνομίας, που ικανοποιεί το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), δεν πρόκειται να επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της παροχής της πιο πάνω δυνατότητας.

3. Οι περιπτώσεις παραπόνων ήσσονος σημασίας που αφορούν παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν ενδείκνυται να παραπέμπονται στην αστυνομία για διερεύνηση, όπως δεν ενδείκνυται η διευθέτηση ποινικών υποθέσεων. Στα πλαίσια του ΕΔΑΔ υπάρχει “ ο φιλικός συμβιβασμός”, καθόσον αφορά αποζημιώσεις και όχι ποινικές υποθέσεις.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της Αρχής που παρευρέθηκαν στις συνεδρίες της επιτροπής συμφώνησαν όπως οι διατάξεις του νομοσχεδίου διαμορφωθούν κατά τρόπο που να συνάδουν με τις πιο πάνω απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε ομόφωνα τα πιο κάτω:

1. Την επαναδιατύπωση του άρθρου 2 του νομοσχεδίου το οποίο τροποποιεί το άρθρο 3 του βασικού νόμου, ώστε να διασαφηνιστεί ότι το καθήκον της διερεύνησης θα έχει η Αρχή συλλογικά. Η Αρχή για σκοπούς εκτέλεσης του καθήκοντός της αυτού θα δύναται να αναθέτει τη διεξαγωγή ανακρίσεων σε πρόσωπα που θα διορίζονται από αυτήν ως ανακριτές και θα εποπτεύει τη διεξαγωγή ανακρίσεων από τα εν λόγω πρόσωπα, τα οποία θα επιλέγονται από κατάλογο που θα καταρτίζει ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Παράλληλα, η Αρχή θα εξακολουθήσει να έχει τη δυνατότητα να διερευνά η ίδια αναθέτοντας σε μέλη της τη διεξαγωγή ανάκρισης, στις περιπτώσεις που κρίνει τούτο αναγκαίο.

2. Τη διαγραφή των διατάξεων του νομοσχεδίου που επιτρέπουν στην Αρχή να μην προβαίνει στη διερεύνηση παραπόνων που κρίνονται από αυτήν ως ήσσονος σημασίας και αφορούν παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και τη διαγραφή των διατάξεων με τις οποίες παρέχεται δυνατότητα στην Αρχή για ανεπίσημη διευθέτηση οποιωνδήποτε παραπόνων ήσσονος σημασίας.

Περαιτέρω, η επιτροπή κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος αποφάσισε τη διαγραφή των διατάξεων του νομοσχεδίου με τις οποίες προτείνεται η κατάργηση του εδαφίου (2) του άρθρου 16 του βασικού νόμου, ώστε να εξακολουθήσει να ισχύει η απαγόρευση που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις. Συγκεκριμένα, με τις υπό αναφορά διατάξεις του βασικού νόμου προβλέπεται ότι το μέλος της Αρχής που είναι πρώην μέλος της αστυνομίας δε δύναται να μετέχει σε συνεδρία της στην οποία πρόκειται να μελετηθεί το υλικό και οι εκθέσεις ανάκρισης που έχει ήδη διεξαχθεί και η οποία αφορά διερεύνηση παραπόνου για παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Με την πιο πάνω απόφαση της πλειοψηφίας διαφώνησαν τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις. Τα μέλη αυτά υιοθέτησαν την προτεινόμενη με το νομοσχέδιο ρύθμιση για άρση της πιο πάνω απαγόρευσης που ισχύει τώρα, γιατί θεωρούν ότι το εν λόγω μέλος, αφού πλέον θα δύναται να διεξάγει ανακρίσεις για τη συγκεκριμένη κατηγορία παραπόνων, δεν κρίνεται σκόπιμο να μη συμμετέχει σε συνεδρία της Αρχής που θα αξιολογεί το υλικό τέτοιας ανάκρισης. Για το θέμα αυτό οι ίδιοι βουλευτές επιφυλάχθηκαν να υποβάλουν σχετική τροπολογία κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια του σώματος.

Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή, αφού διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου σύμφωνα με τις πιο πάνω ομόφωνες ή κατά πλειοψηφία θέσεις της, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του, γι’ αυτό και εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο.

 

3 Ιουλίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων