Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Κύπρος Χρυσοστομίδης
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 19 Απριλίου και 28 Ιουνίου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και εκπρόσωπος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι να υποβάλει σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο τυχόν απόφαση πρωτόδικου δικαστηρίου να παραπέμψει, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αποδοχή αιτήματος διαδίκου, ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), βάσει του άρθρου 68 ή του άρθρου 234 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή του άρθρου 150 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας ή του άρθρου 35 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής από την εκπρόσωπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, που ετοιμάστηκε από τη Νομική Υπηρεσία σε συνεννόηση με το Ανώτατο Δικαστήριο, δημιουργείται δικαίωμα έφεσης, που ασκείται εντός δεκαπέντε ημερών, στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά απόφασης δικαστηρίου που ασκεί πρωτόδικη δικαιοδοσία να παραπέμψει ζήτημα στο ΔΕΚ, βάσει των πιο πάνω διατάξεων των συνθηκών. Οι εν λόγω διατάξεις προνοούν για την παραπομπή ζητήματος σε εκκρεμούσα διαδικασία από εθνικό δικαστήριο στο ΔΕΚ για έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα μελών της επιτροπής, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η προδικαστική παραπομπή συνιστά ουσιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διασφαλίζει την ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου αυτού σε όλα τα κράτη μέλη. Περαιτέρω, επισήμανε ότι, παρ’ όλο που το άρθρο 234 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο οποίο προβλέπεται η προδικαστική παραπομπή, έχει άμεση ισχύ και συνεπώς τα δικαστήρια μπορούν, βασιζόμενα μόνο στο εν λόγω άρθρο, να αποφασίσουν παραπομπή στο ΔΕΚ, κρίθηκε σκόπιμο να διευκολυνθεί η διαδικασία της παραπομπής με την προτεινόμενη με το νομοσχέδιο ρύθμιση, καθώς και με την επικείμενη έκδοση σχετικού διαδικαστικού κανονισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανέφερε ότι το δικαίωμα έφεσης κατά απόφασης για παραπομπή επιτρέπεται από το κοινοτικό δίκαιο και παρόμοια με την προτεινόμενη ρύθμιση ισχύει στην Αγγλία. Τέλος, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, δήλωσε ότι δε θα διαφωνούσε με τυχόν απόφαση της επιτροπής για επέκταση του δικαιώματος έφεσης και στην περίπτωση που το δικαστήριο απορρίψει αίτημα διαδίκου για παραπομπή.

Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δήλωσε ότι συμφωνεί με την προτεινόμενη ρύθμιση, αλλά εισηγήθηκε όπως το δικαίωμα έφεσης επεκταθεί και στην περίπτωση που το δικαστήριο απορρίψει αίτημα του διαδίκου για παραπομπή, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων.

Ο εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου Κύπρου, μεταξύ άλλων, εξέφρασε την άποψη ότι, παρ’ όλο που το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και η νομολογία του ΔΕΚ επιτρέπουν την ύπαρξη εσωτερικού εθνικού κανόνα που να προβλέπει για διαδικασία έφεσης, αυτή δεν είναι πρακτικά απαραίτητη. Τέτοια ρύθμιση συνιστά εξαίρεση στη γενική πρακτική, όπου η μειοψηφία των κρατών μελών έχει υιοθετήσει παρόμοιες διαδικασίες, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία και η Πορτογαλία. Ωστόσο, σε ορισμένες από τις χώρες αυτές το δικαίωμα έφεσης επεκτείνεται και κατά απόφασης δικαστηρίου για μη αποδοχή του αιτήματος παραπομπής. Τέλος, όπως υποστήριξε ο ίδιος, η παράλειψη πρόβλεψης δικαιώματος έφεσης στην περίπτωση απόφασης μη παραπομπής συνιστά εφαρμογή διαφορετικού μέτρου προστασίας για τους διαδίκους.

Σημειώνεται τέλος ότι ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο οποίος είχε προσκληθεί να παραστεί στη συνεδρία της επιτροπής, σε σχετική γραπτή επιστολή του προς τον πρόεδρο της επιτροπής, αναφέρει ότι το εν λόγω νομοσχέδιο διατυπώθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε συνεννόηση με το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έχει ήδη ετοιμάσει και το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ, όταν και εφόσον η Βουλή ψηφίσει το νομοσχέδιο σε νόμο.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της και κρίνοντας αναγκαίο ότι με τη σκοπούμενη ρύθμιση θα πρέπει να διασφαλιστεί και η ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων, αποφάσισε να διατυπώσει το κείμενο του νομοσχεδίου, κατά τρόπο ώστε η διαδικασία έφεσης να προβλέπεται μόνο στην περίπτωση που δικαστήριο που ασκεί πρωτόδικη διαδικασία αποφασίζει, κατόπιν αιτήματος διαδίκου, την παραπομπή ή μη ζητήματος στο ΔΕΚ. Επιπρόσθετα, η επιτροπή αποφάσισε την προσθήκη νέου άρθρου στο νομοσχέδιο με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 69 του βασικού νόμου, το οποίο αφορά γενικά την εξουσία του Ανώτατου Δικαστηρίου να εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό, ώστε στο εν λόγω άρθρο να γίνεται ειδική αναφορά στη δυνατότητα έκδοσης διαδικαστικού κανονισμού για τη ρύθμιση της διαδικασίας παραπομπής ζητήματος στο ΔΕΚ, βάσει των σχετικών διατάξεων των συνθηκών.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου στη βάση των πιο πάνω, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο.

 

4 Ιουλίου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων