Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και Κοινών Θέσεων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Διατάγματα Υπουργικού Συμβουλίου) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Σταύρος Ευαγόρου
Σωτήρης Σαμψών Ανδρέας Αγγελίδης
Άντρος Κυπριανού Δημήτρης Συλλούρης
Πάμπης Κυρίτσης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 14 και 28 Μαρτίου και στις 2 Μαΐου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εξωτερικών και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η χορήγηση στο Υπουργικό Συμβούλιο εξουσίας έκδοσης διαταγμάτων για την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 41 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και οι οποίες είναι δεσμευτικές για την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 25 του Καταστατικού Χάρτη, καθώς και των Κοινών Θέσεων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις οποίες συντάσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία και οι οποίες είναι επίσης δεσμευτικές για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Σημειώνεται επίσης ότι με το υπό εξέταση νομοσχέδιο δημιουργούνται αδικήματα για τα πρόσωπα που με πρόθεση ή ασύγγνωστη αμέλεια παραβιάζουν οποιαδήποτε διάταξη διατάγματος που εκδίδεται με βάση τον προτεινόμενο νόμο, τα οποία επισύρουν ποινές φυλάκισης που δεν υπερβαίνουν τα τρία έτη ή και πρόστιμα που δεν υπερβαίνουν τις £3.000 (τρεις χιλιάδες λίρες) ή και τις δύο ποινές.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του υπό εξέταση νομοσχεδίου, τα σχετικά διατάγματα του Υπουργικού Συμβουλίου υποβάλλονται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ενημέρωσή της και αυθημερόν δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οπότε και τίθενται σε ισχύ.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, με το ισχύον νομικό καθεστώς οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και οι Κοινές Θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζονται στην εσωτερική έννομη τάξη από τις αρχές ή τα όργανα της Δημοκρατίας, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι για παράδειγμα τα τραπεζικά ιδρύματα, χωρίς να υπάρχει σαφές νομικό πλαίσιο εφαρμογής τους και χωρίς να προβλέπεται προηγούμενη ενημέρωση της Βουλής ούτε πρόνοιες για τις ενδεχόμενες συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή παραβίασής τους.

Διευκρινίζεται ότι το άρθρο 41 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ορίζει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί να αποφασίζει ποια μέτρα τα οποία δε συνεπάγονται τη χρήση ένοπλης βίας πρέπει να χρησιμοποιηθούν προς επιβολή των αποφάσεών του και καλεί τα μέλη των Ηνωμένων Εθνών να θέσουν σε εφαρμογή τα μέτρα αυτά. Τέτοια μέτρα μπορεί να είναι η πλήρης ή μερική διακοπή των οικονομικών σχέσεων, των σιδηροδρομικών, θαλάσσιων, εναέριων, ταχυδρομικών, τηλεγραφικών, ραδιοφωνικών και λοιπών μέσων συγκοινωνίας και η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων.

Διευκρινίζεται επίσης ότι οι Κοινές Θέσεις εμπίπτουν στον τομέα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελούν ένα νομικό μέσο διακυβερνητικού τύπου, που εγκρίνεται ομόφωνα από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καθορίζει τη θέση της Ένωσης επί συγκεκριμένου θέματος, γεωγραφικής ή θεματικής φύσεως, με την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να συμμορφώνονται, στο πλαίσιο της εθνικής πολιτικής τους και των διπλωματικών ενεργειών τους.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε στην επιτροπή ότι η ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου θα καλύψει το νομικό κενό που υπάρχει σε σχέση με την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και των Κοινών Θέσεων που εκδίδονται από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως η ίδια ανέφερε, στην Κύπρο δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία ενημέρωσης της Βουλής για τέτοια μέτρα ούτε προβλέπονται σαφείς κυρώσεις για περιπτώσεις παράβασής τους.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τόνισε επιπλέον ότι το νομοσχέδιο αφορά μέτρα που δεν απαιτούν τη χρήση βίας και, αναφερόμενη στο ιστορικό του νομοσχεδίου, επισήμανε ότι το νομοσχέδιο είχε εξεταστεί από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και το 2003, αλλά τελικά απορρίφθηκε από την ολομέλεια του σώματος, διότι, κατά την άποψή της, παρερμηνεύθηκε η έννοια των μέτρων αυτών ως μέτρων που απαιτούν τη χρήση βίας.

Ενημερωτικά αναφέρεται ότι στις 13 Ιουνίου 1996 κατατέθηκε για πρώτη φορά στη Βουλή νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Ηνωμένων Εθνών (Διατάγματα Υπουργικού Συμβουλίου) Νόμος», το οποίο συζητήθηκε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών σε δύο συνεδρίες της, όμως τελικά αποσύρθηκε από την εκτελεστική εξουσία, ύστερα από σχετική επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών, ημερομηνίας 28 Ιουλίου 2003.

Στις 3 Απριλίου 2003 κατατέθηκε στη Βουλή δεύτερο νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και Κοινών Θέσεων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Διατάγματα του Υπουργικού Συμβουλίου) Νόμος του 2003». Το εν λόγω νομοσχέδιο εξετάστηκε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών σε τρεις συνεδρίες της και στις 7 Οκτωβρίου 2004 συζητήθηκε στην ολομέλεια του σώματος και απορρίφθηκε με είκοσι μία ψήφους εναντίον και δεκαπέντε ψήφους υπέρ.

Σημειώνεται ότι τόσο ο σκοπός όσο και το ίδιο το κείμενο του εν λόγω νομοσχεδίου, όπως είχε τελικά διαμορφωθεί από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών το 2004, είναι πανομοιότυπο με τον προτεινόμενο νόμο.

Στο στάδιο της διεξαγωγής της συζήτησης για το υπό αναφορά νομοσχέδιο, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για το ρόλο της Βουλής στην όλη διαδικασία που προτείνεται και υποστήριξαν ότι ο ρόλος της Βουλής δε θα πρέπει να περιορίζεται στην απλή ενημέρωσή της, αλλά θα πρέπει το νομοθετικό σώμα να έχει ουσιαστικό λόγο, καθώς και τη δυνατότητα να εκφράζει τη θέση του ή και ακόμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα μέτρα που το Υπουργικό Συμβούλιο κάθε φορά αποφασίζει να επιβάλει.

Περαιτέρω, το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος κ. Ανδρέας Αγγελίδης ανέφερε ότι είναι νομικά απαράδεκτο να προβλέπονται αξιόποινες πράξεις μέσω μη κανονιστικών διατάξεων και ειδικότερα σε διατάγματα για τα οποία η Βουλή δεν έχει λόγο.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επανέλαβε ότι υπάρχει άμεση ανάγκη να καθοριστεί σαφές νομικό πλαίσιο, προς την ορθή εκτέλεση των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ανέφερε ότι η Κύπρος αξιολογείται από διεθνείς οργανισμούς για τους μηχανισμούς εφαρμογής και ελέγχου της εφαρμογής των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των Κοινών Θέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε πρόσφατη αξιολόγηση διαφάνηκε η έλλειψη νομικού πλαισίου στον τομέα αυτό.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, έχει διαμορφώσει τις ακόλουθες θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού τάσσονται εναντίον της ψήφισης του νομοσχεδίου και διατυπώνουν τη θέση ότι η εξουσία που χορηγείται στο Υπουργικό Συμβούλιο με το νομοσχέδιο αυτό είναι πολύ δραστική και δεν μπορεί να ασκείται χωρίς αποτελεσματικό έλεγχο από τη νομοθετική εξουσία. Σημειώνουν επίσης ότι υπήρξαν κρούσματα κατάχρησης της εξουσίας αυτής, με τα θύματα να μην μπορούν να αποταθούν στα δικαστήρια για δικαίωσή τους.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις τάσσονται κατά της ψήφισης του νομοσχεδίου για τους ακόλουθους λόγους:

α. Με το νομοσχέδιο σκοπείται η εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες, ούτως ή άλλως, αποτελούν δεσμεύσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας βάσει του διεθνούς δικαίου. Υπογραμμίζεται όμως ότι οι υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας για συμμόρφωση με Κοινές Θέσεις του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του 2ου Πυλώνα (ΚΕΠΠΑ) δεν είναι νομικά δεσμευτικές, αλλά αποτελούν πολιτική απόφαση της εκάστοτε κυβέρνησης. Η ΚΕΠΠΑ δεν είναι θεσμοθετημένη. Άρα επιχειρείται η διασύνδεση των δύο ειδών αποφάσεων, των οποίων ο βαθμός δεσμευτικότητας για την Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ο ίδιος.

β. Περαιτέρω, η Βουλή θα πρέπει να τυγχάνει έγκαιρης ενημέρωσης, ώστε να δίνεται η ευκαιρία στις πολιτικές δυνάμεις να τοποθετούνται με την ψήφο τους και η εκάστοτε κυβέρνηση να ενεργεί όπως θεωρεί σωστό.

3. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

4. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος τάχθηκε υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο.

 

 

 

20 Ιουνίου 2007

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων