Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί της Εφαρμογής των Κοινοτικών Κανονισμών και Κοινοτικών Αποφάσεων Νόμος του 2006»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Κύπρος Χρυσοστομίδης
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος
Κώστας Παπακώστας Γιαννάκης Ομήρου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 8 Φεβρουαρίου και 17 Μαΐου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (Τμήμα Γεωργίας), του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων (Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας) και του Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών. Το Γραφείο του Συντονιστή Εναρμόνισης, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στις συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η θέσπιση διατάξεων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής στη Δημοκρατία των κανονισμών και των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας ή αμφοτέρων των Κοινοτήτων και ειδικότερα των κοινοτικών κανονισμών και των κοινοτικών αποφάσεων που δεν τυγχάνουν ρύθμισης με ειδικούς νόμους.

Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του νομοσχεδίου, μεταξύ άλλων, προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Καθορίζονται ως αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών και κοινοτικών αποφάσεων είτε οι αρχές οι οποίες ορίζονται ειδικά στο Πρώτο Παράρτημα αναφορικά με συγκεκριμένους κανονισμούς και αποφάσεις είτε οι αρχές στο σύνηθες πεδίο των αρμοδιοτήτων των οποίων εμπίπτουν οι λοιποί κοινοτικοί κανονισμοί και κοινοτικές αποφάσεις.

2. Θεσπίζονται ποινικά αδικήματα και χορηγείται εξουσία επιβολής διοικητικών προστίμων αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις που διενεργούνται κατά παράβαση ορισμένων κοινοτικών κανονισμών ή κοινοτικών αποφάσεων που αναφέρονται στο Πρώτο Παράρτημα.

3. Χορηγούνται διοικητικές εξουσίες έρευνας, επιθεώρησης και ελέγχου, οι οποίες είναι αναγκαίες για την επιτήρηση της συμμόρφωσης των υποκειμένων στο νόμο με τις διατάξεις των κοινοτικών κανονισμών και κοινοτικών αποφάσεων.

4. Προβλέπεται η έκδοση διαταγμάτων για την υλοποίηση υποχρέωσης ή την άσκηση διακριτικής ευχέρειας της Δημοκρατίας η οποία απορρέει από κοινοτικό κανονισμό ή κοινοτική απόφαση.

5. Παρέχεται η εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο να τροποποιεί ή να αντικαθιστά με διάταγμά του παραρτήματα του προτεινόμενου νόμου.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, αυτό ετοιμάστηκε από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας με τη συμβολή όλων των υπουργείων, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, του Γραφείου του Γενικού Ελεγκτή και του Γραφείου του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, αφού για τη διαμόρφωσή του ζητήθηκαν στοιχεία κοινοτικών κανονισμών και η παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων από τα πιο πάνω εμπλεκόμενα υπουργεία ή υπηρεσίες. Ειδικότερα, με βάση εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ξεκίνησε από τις αρχές του 2004 μια προσπάθεια του συνόλου των κρατικών υπηρεσιών για δημιουργία νομικού πλαισίου που να επιτρέπει την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών στη Δημοκρατία. Η προσπάθεια αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό καρποφορήσει και πολλοί κοινοτικοί κανονισμοί έχουν καλυφθεί με ειδικούς νόμους, κανονισμούς και διατάγματα. Παρατηρούνται ωστόσο κάποια κενά, λόγω του ότι υπάρχουν κοινοτικοί κανονισμοί για τους οποίους δεν κρίνεται ικανοποιητικός απλά ο καθορισμός αρμόδιας αρχής με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και για τους οποίους δεν έχουν περιληφθεί εφαρμοστικές διατάξεις σε άλλους ειδικούς νόμους, κανονισμούς ή διατάγματα. Για να συμπληρωθούν αυτά τα κενά, κρίθηκε αναγκαίο να θεσπιστεί ένας γενικός νόμος για την εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών και των κοινοτικών αποφάσεων, ο οποίος να έχει επικουρικό χαρακτήρα. Ο προτεινόμενος νόμος επιτρέπει τη θέσπιση εφαρμοστικών διατάξεων στη Δημοκρατία των κοινοτικών κανονισμών και κοινοτικών αποφάσεων που δεν καλύπτονται από ειδικούς νόμους, κανονισμούς ή διατάγματα.

Στα πλαίσια της μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, προβλημάτισαν την επιτροπή ορισμένα ζητήματα αναφορικά με τα οποία ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εξέφρασε, μεταξύ άλλων, τις πιο κάτω απόψεις:

1. Οι κοινοτικοί κανονισμοί και ορισμένες κοινοτικές αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισχύουν και εφαρμόζονται άμεσα όπως δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να χρειάζεται ή να επιτρέπεται η αντιγραφή τους στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Κατ’ ακολουθίαν, αυτές οι κοινοτικές πράξεις συνιστούν μέρος του δικαίου της Δημοκρατίας και επιβάλλουν αφ’ εαυτών υποχρεώσεις στους υποκειμένους στο δίκαιο, τις οποίες οι τελευταίοι οφείλουν να εκπληρώνουν. Παρ’ όλον όμως που οι υπό αναφορά κοινοτικές πράξεις θέτουν υποχρεώσεις, δε στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα ούτε καθορίζουν τις προβλεπόμενες ποινές σε περίπτωση παράβασης αυτών των υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία οφείλει να εισαγάγει νομικές διατάξεις οι οποίες να προβλέπουν για τα σχετικά ποινικά αδικήματα και να καθορίζουν το ύψος της προβλεπόμενης ποινής, συμπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό τις συναφείς κοινοτικές πράξεις, χωρίς όμως να τις αντιγράφει.

Προς εκπλήρωση της πιο πάνω υποχρέωσης της Δημοκρατίας, το άρθρο 5(1) του νομοσχεδίου δημιουργεί ποινικό αδίκημα αναφορικά με την παράβαση διάταξης κοινοτικού κανονισμού ή κοινοτικής απόφασης που αναφέρεται στο Πρώτο Παράρτημα, το οποίο καθορίζει με ακριβή αναφορά σε άρθρα ή ακόμα και σε παραγράφους αυτών τις διατάξεις των κοινοτικών πράξεων που επιβάλλουν υποχρεώσεις στους υποκειμένους στο δίκαιο και επομένως χρήζουν ποινικοποίησης.

Με δεδομένη την αρχή της άμεσης ισχύος των πιο πάνω διατάξεων και της απαγόρευσης της αντιγραφής τους στο εθνικό δίκαιο και για να μη διακυβεύεται η πιο πάνω αρχή, η ποινική ευθύνη την οποία θεσμοθετεί το νομοσχέδιο με παραπομπή στην κοινοτική διάταξη της οποίας την παράβαση τιμωρεί είναι η μόνη ορθή μέθοδος ποινικοποίησης αυτών των κοινοτικών διατάξεων. Τούτο προκύπτει από τη δυαδική φύση του νομοθετικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο ναι μεν θεσπίζει άμεσης ισχύος νομικούς κανόνες που δεσμεύουν και επιβάλλουν υποχρεώσεις στους υποκειμένους στο δίκαιο, αλλά δε θεσπίζει τις αναγκαίες ποινικές διατάξεις, απαιτώντας αντ’ αυτού από τα κράτη μέλη να το πράξουν.

Επιπρόσθετα, η αποσπασματική αντιγραφή στο νομοσχέδιο διάταξης κοινοτικού κανονισμού ή κοινοτικής απόφασης θέτει σε κίνδυνο την ορθή ερμηνεία της διάταξης, αφού αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συνόλου του κοινοτικού κανονισμού ή της κοινοτικής απόφασης. Είναι βέβαια αντιληπτή η παρατήρηση της επιτροπής για τη δυσκολία του υποκειμένου στο δίκαιο να γνωρίζει παράλληλα τόσο το κείμενο του νόμου που θα προκύψει από την ψήφιση του νομοσχεδίου, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όσο και το κείμενο του κοινοτικού κανονισμού ή της κοινοτικής απόφασης που του επιβάλλει νομική υποχρέωση και που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως η δυσκολία αυτή είναι συμφυής με την προαναφερόμενη δυαδική φύση του κοινοτικού νομοθετικού συστήματος, το οποίο η Δημοκρατία αποδέχθηκε με τη Συνθήκη Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εφόσον ο υποκείμενος στο δίκαιο υπόκειται αναπόφευκτα στη συνδυασμένη εφαρμογή των κυπριακών και κοινοτικών νομικών κανόνων, θεωρείται ότι έχει γνώση αυτών των κανόνων, όπως δημοσιεύονται στις αντίστοιχες επίσημες εφημερίδες, και ως εκ τούτου υπέχει υποχρέωση να συμμορφώνεται με αυτούς.

Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η ποινικοποίηση με τη μέθοδο της παραπομπής, την οποία θεσπίζει το άρθρο 5(1) του νομοσχεδίου και το Πρώτο Παράρτημα αυτού, συνάδει πλήρως με την αρχή “Nullum crimen nulla poena sine lege certa” (κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς ρητό νόμο), αφού η ποινική ευθύνη διαγράφεται με σαφήνεια από τις πιο πάνω διατάξεις του νομοσχεδίου, σε συνδυασμό με τη σχετική κοινοτική διάταξη στην οποία γίνεται παραπομπή.

2. Η εισήγηση της επιτροπής για προσθήκη νοητικού στοιχείου (mens rea) στο ποινικό αδίκημα, το οποίο δημιουργεί το άρθρο 5(1) του νομοσχεδίου, για την παράβαση άμεσης ισχύος κοινοτικών διατάξεων δεν είναι συμβατή με την υποχρέωση της Δημοκρατίας να διασφαλίσει την εφαρμογή αυτών των διατάξεων ως έχουν, γιατί τέτοια προσθήκη επεμβαίνει και τροποποιεί την ουσία της κοινοτικής διάταξης της οποίας την εφαρμογή εκπληρώνει.

3. Το άρθρο 5(3) του νομοσχεδίου δημιουργεί ποινικό αδίκημα για την υποβολή σε κυπριακή ή κοινοτική αρχή ψευδούς, ελλιπούς, ανακριβούς ή παραπλανητικής πληροφορίας ή αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του νομοσχεδίου ή διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει αυτού ή κοινοτικού κανονισμού ή κοινοτικής απόφασης. Η εισήγηση της επιτροπής για προσθήκη στο εν λόγω ποινικό αδίκημα του νοητικού στοιχείου της γνώσης, ώστε να έχει ποινική ευθύνη μόνο όποιος εν γνώσει του υποβάλλει τέτοιου είδους ψευδή ή παραπλανητική πληροφορία ή αίτηση, καθιστά σαφέστερη την προσέγγιση του νόμου απέναντι στον πολίτη.

4. Το άρθρο 8 του νομοσχεδίου παρέχει σε επιθεωρητές των αρμόδιων αρχών την εξουσία επιθεώρησης σε εύλογο χρόνο και σε σχέση με χώρους και αντικείμενα για τα οποία έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νομοσχεδίου ή κοινοτικού κανονισμού ή κοινοτικής απόφασης. Επιπρόσθετα, το ίδιο άρθρο χορηγεί στους επιθεωρητές την εξουσία να παίρνουν δείγματα προϊόντων με την καταβολή εύλογου τιμήματος.

Η παρατήρηση της επιτροπής ότι είναι γενική και αόριστη η αναφορά του άρθρου αυτού στην “εύλογη” κρίση των επιθεωρητών ως προς την άσκηση των εξουσιών τους δεν ευσταθεί, γιατί οι φράσεις αυτές δε χρησιμοποιούνται ειδικά στο υπό εξέταση νομοσχέδιο, αλλά απαντούν στη συνήθη διατύπωση τέτοιων διοικητικών διατάξεων και αποκτούν σαφές νόημα στη βάση των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με τα οποία ασκούνται αυτές οι εξουσίες, το δε “εύλογο” της διοικητικής κρίσης υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Επίσης, δεδομένης της γενικότητας του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, το οποίο εφαρμόζεται στη δειγματοληψία πληθώρας προϊόντων, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να καθοριστεί συγκεκριμένο τίμημα για τη δειγματοληψία και ως εκ τούτου η αναφορά σε “εύλογο” τίμημα είναι η μόνη προσφερόμενη λύση.

5. Οι κοινοτικές διατάξεις που αναφέρονται στο Πρώτο Παράρτημα του νομοσχεδίου είναι αυτές που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατικών τμημάτων ή υπηρεσιών που δεν είχαν πρακτικά την ευχέρεια να συντάξουν και να προωθήσουν ειδικό νόμο, αλλά υπέχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν την εφαρμογή αυτών των κοινοτικών διατάξεων και για το λόγο αυτό επέλεξαν τη συμπερίληψή τους στο υπό εξέταση γενικό νομοσχέδιο.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι σκοπός του νομοσχεδίου είναι να αποτελέσει το γενικό νομικό πλαίσιο υπό το οποίο θα μπορούσε να περιληφθούν οι εφαρμοστικές ποινικές και διοικητικές διατάξεις για κοινοτικούς κανονισμούς και κοινοτικές αποφάσεις που δεν έχουν θεματική συνάφεια και, επομένως, δεν μπορούν να καλυφθούν από υφιστάμενους ειδικούς νόμους. Περαιτέρω, ο προτεινόμενος νόμος θα περιορίσει την πολυνομία που θα προέκυπτε από την ψήφιση ειδικού νόμου για κάθε θεματική κατηγορία κοινοτικού κανονισμού ή κοινοτικής απόφασης.

6. Το άρθρο 13 του νομοσχεδίου επιτρέπει στο Υπουργικό Συμβούλιο να τροποποιεί ή αντικαθιστά με διάταγμά του τα παραρτήματα του νομοσχεδίου, εξαιρουμένου του Δεύτερου Παραρτήματος, το οποίο καθορίζει τις επιβλητέες από το δικαστήριο ποινές που εμπεριέχει κάθε κλίμακα ποινών την οποία ορίζει το Πρώτο Παράρτημα ως εφαρμοστέα για την παράβαση κάθε κοινοτικής διάταξης. Με βάση το εν λόγω άρθρο, ο καθορισμός ή η τροποποίηση της εφαρμοστέας κλίμακας ποινών επαφίεται διαζευκτικά ή στο Υπουργικό Συμβούλιο ή στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά ο καθορισμός των ποινών που εμπεριέχει κάθε τέτοια κλίμακα ποινών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής. Η χορήγηση αυτής της ευχέρειας στο Υπουργικό Συμβούλιο είναι σκόπιμη και επιβεβλημένη, γιατί επιτρέπει στη Δημοκρατία να θεσπίζει έγκαιρα την ποινική ευθύνη και τις αναγκαίες διοικητικές εξουσίες που απαιτούνται για την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών και κοινοτικών αποφάσεων. Σημειώνεται ότι η ίδια προσέγγιση έχει υιοθετηθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων μέσω της ψήφισης ανάλογων ειδικών νόμων. Λαμβάνοντας υπόψη τις εκατοντάδες κοινοτικές πράξεις που θεσπίζονται ετησίως από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η εισήγηση της επιτροπής για εμπλοκή της Βουλής των Αντιπροσώπων στην τροποποίηση των παραρτημάτων αφενός θα καταστήσει πρακτικά ανέφικτη την έγκαιρη θέσπιση των αναγκαίων ποινικών και διοικητικών διατάξεων για κάθε νέο κοινοτικό κανονισμό ή κοινοτική απόφαση και αφετέρου θα προκαλέσει δυσβάστακτο φόρτο εργασίας για τη Βουλή, με αποτέλεσμα η διαδικασία τροποποίησής τους να καταστεί υπέρμετρα χρονοβόρα και να καταστρατηγηθεί ο ίδιος σκοπός του νομοσχεδίου, δηλαδή η θεσμοθέτηση ενός ευέλικτου και ταχέος συστήματος.

7. Οι κοινοτικές διατάξεις που αναφέρονται στο Πρώτο Παράρτημα του νομοσχεδίου σε σχέση με τις οποίες έχει διαπιστωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τμήματα ότι οι αναγκαίες για την εφαρμογή τους ποινικές και διοικητικές διατάξεις έχουν ενσωματωθεί σε ειδικούς νόμους θα πρέπει να διαγραφούν από το εν λόγω παράρτημα.

Στη συνέχεια, η Νομική Υπηρεσία κατέθεσε στην επιτροπή αναθεωρημένο κείμενο στο οποίο ενσωμάτωσε τις εισηγήσεις της επιτροπής, με τις οποίες, σύμφωνα με τα πιο πάνω, είχε συμφωνήσει. Επίσης, διαγράφηκε από το Πρώτο Παράρτημα το κεφάλαιο για την εμπορική ναυτιλία και προστέθηκε νέο κεφάλαιο για τα αμπελοοινικά προϊόντα, έπειτα από σχετική υπόδειξη των αρμόδιων υπουργείων.

Επιπρόσθετα, στο αναθεωρημένο κείμενο τροποποιήθηκαν και τα άρθρα 12, 13 και 14 του νομοσχεδίου, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση της επιτροπής, ώστε το Υπουργικό Συμβούλιο να τροποποιεί ή αντικαθιστά τα παραρτήματα του νομοσχεδίου, με εξαίρεση το Δεύτερο και Τρίτο Παράρτημα, με κανονισμούς οι οποίοι θα εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων αντί με διατάγματα, όπως αρχικά προβλεπόταν. Σημειώνεται ότι η νέα ρύθμιση των εν λόγω άρθρων προέκυψε έπειτα από γραπτή ενημέρωση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πως η επιτροπή, παρά τις διευκρινίσεις που της δόθηκαν, εξακολουθεί να διαφωνεί με τη δυνατότητα τροποποίησης των παραρτημάτων του νομοσχεδίου με διατάγματα του Υπουργικού Συμβουλίου. Σημειώνεται επίσης ότι η διαφωνία αυτή της επιτροπής στηρίχθηκε στην άποψη ότι στα εν λόγω παραρτήματα καθορίζονται πολύ σημαντικές πτυχές του προτεινόμενου γενικού νόμου, όπως το πεδίο εφαρμογής του, οι επιβλητέες ποινές και το διοικητικό πρόστιμο, καθώς και οι σχετικές κλίμακες ποινών και διοικητικών προστίμων, και, ως εκ τούτου, δεν είναι αποδεκτή, τόσο από νομική όσο και από ουσιαστική άποψη, η δυνατότητα τροποποίησής τους χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο ή εμπλοκή της νομοθετικής εξουσίας στη σχετική διαδικασία.

Περαιτέρω, στο αναθεωρημένο κείμενο η Νομική Υπηρεσία επέφερε και ορισμένες άλλες τροποποιήσεις, ως αποτέλεσμα της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε ενώπιον της επιτροπής και με βάση τις εισηγήσεις των μελών της, με τις οποίες απλοποιούνται και καθίστανται σαφέστερες ορισμένες διατάξεις του νομοσχεδίου.

Τέλος, η επιτροπή έκρινε σκόπιμη την περαιτέρω τροποποίηση του άρθρου 7 του αναθεωρημένου κειμένου, έτσι ώστε η αρμόδια αρχή να επιβάλλει το δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού διοικητικό πρόστιμο, μόνο σε περίπτωση που δεν έχει επιβληθεί άλλη ποινή. Επίσης, το εδάφιο (8) του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε, ώστε η ένσταση κατά της επιβολής διοικητικού προστίμου από αρμόδια αρχή η οποία δεν υπόκειται ιεραρχικά σε υπουργό ή ανεξάρτητο αξιωματούχο να μην εξετάζεται από το ίδιο πρόσωπο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά πλειοψηφία του προέδρου της και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος και του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω και αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί της Εφαρμογής των Κοινοτικών Κανονισμών και Κοινοτικών Αποφάσεων Νόμος του 2007».

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

 

30 Μαΐου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων