Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Φόρων Κατανάλωσης (Tροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2006»

Παρόντες:

Αντιγόνη Παπαδοπούλου, πρόεδρος Γιάννος Λαμάρης
Νικόλας Παπαδόπουλος Μαρία Κυριακού
Σταύρος Ευαγόρου Μαρίνος Σιζόπουλος
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ Απριλίου και Μαΐου 2007. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Συμβουλίου Αμπελοoινικών Προϊόντων (ΣΑΠ).

Σκοπός του υπό αναφορά νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, για να καλυφθεί το νομικό κενό που διαπιστώθηκε με την εφαρμογή του, ώστε να επιτρέπεται σε ποτοποιούς να κατασκευάζουν και να εμφιαλώνουν ζιβανία.

Σύμφωνα με τα όσα δήλωσαν ενώπιον της επιτροπής οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, δεδομένου ότι τα αλκοολούχα ποτά είναι φορολογητέα, η κατασκευή ή και η εμφιάλωσή τους στη Δημοκρατία προϋποθέτει, με βάση τον περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμο, την εξασφάλιση άδειας ποτοποιού, η οποία παρέχεται από το διευθυντή Τελωνείων, με στόχο οι κατασκευαστές των ποτών αυτών να τίθενται υπό φορολογικό έλεγχο και να διασφαλίζεται η επιβολή και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβαρύνει τα ποτά αυτά.

Ειδικότερα, το άρθρο 58(2) του εν λόγω νόμου διαλαμβάνει ότι απαγορεύεται οποιοδήποτε πρόσωπο να προβαίνει στην κατασκευή ή και εμφιάλωση ποτών, εκτός αν κατέχει άδεια ποτοποιού. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τον ορισμό της λέξης “ποτό”, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του υπό αναφορά νόμου, η ζιβανία εξαιρείται από τα αλκοολούχα ποτά.

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών, στα πλαίσια εφαρμογής των πιο πάνω άρθρων, διαπιστώθηκε νομικό κενό, αφού η εξαίρεση της ζιβανίας από τον ορισμό “ποτό” είναι λανθασμένη, καθότι δεν επιτρέπει σε ποτοποιούς να κατασκευάζουν ή και να εμφιαλώνουν το συγκεκριμένο ποτό.

Κατά τη συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου και ενώ επρόκειτο να τοποθετηθούν οι κοινοβουλευτικές ομάδες, προέκυψαν κάποια ερωτήματα τα οποία έχρηζαν διασαφήνισης, γι’ αυτό και η επιτροπή αποφάσισε όπως επανακληθούν οι αρμόδιοι επί του θέματος, για να δοθούν περαιτέρω επεξηγήσεις.

Ως εκ τούτου, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, επανακληθέντες σε νέα συνεδρία της επιτροπής, ανέφεραν ότι με τον προτεινόμενο νόμο δεν εισάγεται κάποια νέα ρύθμιση, αλλά διατηρείται η δυνατότητα που είχαν οι ποτοποιοί και πριν από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση να εμφιαλώνουν ζιβανία.

Όπως ανέφεραν οι ίδιοι εκπρόσωποι, ο περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμος είναι ένας νόμος κυρίως εναρμονιστικός, ο οποίος υιοθετήθηκε με την ένταξη, και περιλαμβάνει, εκτός από τις εναρμονιστικές διατάξεις, τις οποίες η Κύπρος ήταν ούτως ή άλλως υποχρεωμένη έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υιοθετήσει, και πολλές άλλες εθνικές διατάξεις που αφορούν τους φόρους, οι οποίες μεταφέρθηκαν από τις προηγούμενες νομοθεσίες στο νέο νόμο. Μεταξύ αυτών των διατάξεων που έχουν μεταφερθεί είναι και η διάταξη η οποία προνοεί ότι τα πρόσωπα τα οποία είτε κατασκευάζουν είτε εμφιαλώνουν ζιβανία θα πρέπει, με σκοπό τη διασφάλιση της επιβολής της είσπραξης του φόρου, να εξασφαλίζουν άδεια ποτοποιού, η οποία παρέχεται από το διευθυντή Τελωνείων.

Σύμφωνα με τους ιδίους, το λάθος προέκυψε κατά τη μεταφορά αυτής της συγκεκριμένης διάταξης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, το λάθος έγινε κατά τη μεταφορά του ορισμού του όρου “ποτοποιός”. Το άρθρο 58, το οποίο προνοεί την εξασφάλιση άδειας ποτοποιού, απαγορεύει σε οποιοδήποτε πρόσωπο να προβαίνει στην κατασκευή ή και εμφιάλωση ποτών, εκτός αν κατέχει άδεια ποτοποιού. Στον ίδιο νόμο υπάρχει και η ερμηνεία του όρου “ποτό”, από την οποία εξαιρείται ειδικά η ζιβανία. Η εξαίρεση αυτή έγινε σε μια προσπάθεια να μην επιτρέπεται στον κάτοχο άδειας ποτοποιού να επικαλείται την άδεια που έχει ως ποτοποιός και να προχωρεί και σε απόσταξη.

Σύμφωνα με τους ιδίους, αυτό ήταν λάθος από καθαρά νομικής άποψης, διότι, από τη στιγμή που υπάρχει ειδική διάταξη για τον οινοπνευματοποιό Α΄ που προνοεί ότι όποιος κάνει απόσταξη πρέπει να εξασφαλίζει αυτή την άδεια, εννοείται ότι υπόκειται στην εφαρμογή εκείνων των διατάξεων. Άρα, οφείλει ούτως ή άλλως να εξασφαλίσει ένα πρότυπο, για να πάρει την άδεια του οινοπνευματοποιού Α΄. Συναφώς, ήταν περιττή αυτή η εξαίρεση και είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από τους οινοπνευματοποιούς τη δυνατότητα όχι να αποστάζουν, αλλά να εμφιαλώνουν ζιβανία, δικαίωμα το οποίο είχαν προηγουμένως και θα έπρεπε να το διατηρήσουν.

Περαιτέρω, ο διευθυντής του ΣΑΠ ανέφερε ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση διορθώνει κάποια νομική παράλειψη, η οποία στην πράξη δεν επηρέασε κανέναν ούτε περιόρισε τους ποτοποιούς από του να εμφιαλώνουν τη ζιβανία. Απλώς, με τη ρύθμιση αυτή καλύπτεται το νομικό κενό που δημιουργήθηκε.

Επιπρόσθετα, οι αρμόδιοι διαβεβαίωσαν την επιτροπή ότι με τη ρύθμιση αυτή δε θα υπάρξει οποιαδήποτε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση όσον αφορά την παρασκευή και εμφιάλωση ζιβανίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού εξέτασε το υπό αναφορά νομοσχέδιο και έλαβε υπόψη τα πιο πάνω, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του εν λόγω νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Φόρων Κατανάλωσης (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2007».

 

 

 

 

22 Μαΐου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων