Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2006»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Κύπρος Χρυσοστομίδης
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος
Κώστας Παπακώστας  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 30 Νοεμβρίου 2006, καθώς και στις 22 Μαρτίου και 10 Μαΐου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της αστυνομίας και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας που αφορά τα πυροβόλα και μη πυροβόλα όπλα για σκοπούς εφαρμογής της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών μελών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία είναι δεσμευτική για την Κυπριακή Δημοκρατία βάσει της Συνθήκης Προσχώρησης.

Συγκεκριμένα, σκοπείται η εφαρμογή του άρθρου 40(3)(δ) της υπό αναφοράς σύμβασης που επιτρέπει στα παρακολουθούντα όργανα επιβολής του νόμου ενός κράτους μέλους να φέρουν το υπηρεσιακό τους όπλο, όταν εισέρχονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια διασυνοριακής παρακολούθησης προσώπου ύποπτου για διάπραξη αξιόποινης πράξης.

Ωστόσο, κατά την πρώτη συνεδρία της η επιτροπή διαπίστωσε πως οι πρόνοιες του νομοσχεδίου, το οποίο κατατέθηκε το Νοέμβριο του 2006, υπερέβαιναν τον επιδιωκόμενο σκοπό του, όπως αυτός αναφερόταν στο προοίμιο του κειμένου του, αλλά και στην εισηγητική έκθεση που το συνοδεύει. Με τη διαπίστωση αυτή συμφώνησαν τόσο η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όσο και ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο οποίος ζήτησε αναβολή της συζήτησης λόγω των πιο πάνω αδυναμιών που επισημάνθηκαν στη διατύπωση του νομοσχεδίου. Ο ίδιος εκπρόσωπος ενημέρωσε την επιτροπή για την πρόθεση του υπουργείου να αντικαταστήσει το αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου με νέο, ώστε να επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός της εφαρμογής του άρθρου 43(3)(δ) της πιο πάνω σύμβασης.

Στη συνέχεια, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με επιστολή του, ημερομηνίας 5 Φεβρουαρίου 2007, υπέβαλε στην επιτροπή αναθεωρημένο κείμενο, το οποίο ετοιμάστηκε σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και την αστυνομία. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του αναθεωρημένου κειμένου προτείνονται τα ακόλουθα:

1. Εισαγωγή πρόνοιας σύμφωνα με την οποία ο Αρχηγός Αστυνομίας να έχει εξουσία να χορηγήσει, για όση περίοδο και υπό οποιουσδήποτε όρους κρίνει σκόπιμο, έγκριση για κατοχή, μεταφορά και, όπου εφαρμόζεται, εισαγωγή πυροβόλων όπλων ή πυρομαχικών της κατηγορίας Β2 ή Β3 σε παρακολουθούντα όργανα κρατών μελών που εισέρχονται στο έδαφος της Δημοκρατίας, με σκοπό τη διασυνοριακή παρακολούθηση προσώπου ύποπτου για διάπραξη αξιόποινης πράξης. Η εν λόγω πρόνοια εισάγεται για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 40(3)(δ) της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής προς το σκοπό αυτό συμφωνίας η οποία δεσμεύει την Κυπριακή Δημοκρατία.

2. Τροποποίηση του Δεύτερου Παραρτήματος της βασικής νομοθεσίας, ώστε να διορθωθεί νομοτεχνικά ο υπότιτλος του Τύπου Α2, που είναι το έντυπο για την υποβολή αίτησης για την έκδοση ειδικής άδειας όπλου. Συγκεκριμένα, στον εν λόγω υπότιτλο αναφέρονται τα άρθρα της βασικής νομοθεσίας όπου προβλέπεται ο τύπος αυτός.

Στο στάδιο της μελέτης του αναθεωρημένου νομοσχεδίου, η επιτροπή διαπίστωσε ότι ορισμένες διατάξεις του χρήζουν περαιτέρω διασαφήνισης, με στόχο την καλύτερη απόδοση και κατά συνέπεια την ορθότερη εφαρμογή του άρθρου 40(3)(δ) της σύμβασης. Συγκεκριμένα, η επιτροπή έκρινε σκόπιμο να διασαφηνιστεί ότι ο οπλισμός των οποίων δύνανται να φέρουν μαζί τους τα παρακολουθούντα όργανα άλλων κρατών μελών, όταν εισέρχονται στο έδαφος της Δημοκρατίας, θα είναι το υπηρεσιακό τους όπλο, όπως ακριβώς αναφέρεται και στο σχετικό άρθρο της υπό αναφορά σύμβασης, και όχι πυροβόλο όπλο ή πυρομαχικά της κατηγορίας Β2 ή Β3, δηλαδή πιστόλι ή περίστροφο, όπως περιοριστικά αναφέρεται στο νομοσχέδιο. Πρόσθετα, κρίθηκε σκόπιμη η προσθήκη στο νομοσχέδιο ερμηνευτικής πρόνοιας με βάση την οποία ως “υπηρεσιακό όπλο” καθορίζεται ο αναγκαίος ατομικός οπλισμός και τα πυρομαχικά που μεταφέρονται από το παρακολουθούν όργανο για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων του.

Περαιτέρω, η επιτροπή διαπίστωσε πως η προτεινόμενη νομοτεχνικής φύσης διόρθωση του Δεύτερου Παραρτήματος της βασικής νομοθεσίας είναι ελλιπής, γι’ αυτό και χρήζει συμπλήρωσης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, σε συνεργασία με τους εκπροσώπους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της Νομικής Υπηρεσίας, προχώρησε στην επαναδιατύπωση του κειμένου του νομοσχεδίου επιφέροντας σ’ αυτό τις αναγκαίες τροποποιήσεις στη βάση των πιο πάνω. Το επαναδιατυπωμένο κείμενο τέθηκε υπόψη του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, το οποίο με σχετική επιστολή του επιβεβαίωσε ότι συμφωνεί με τις επενεχθείσες σ’ αυτό τροποποιήσεις.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται την ψήφισή του σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω και αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007».

 

 

 

15 Μαΐου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων