Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Πάμπης Κυρίτσης, πρόεδρος Χρήστος Στυλιανίδης
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Αντώνης Αντωνίου
Αντρέας Φακοντής Αθηνά Κυριακίδου
Μαρία Κυριακού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μελέτησε το υπό αναφορά νομοσχέδιο σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαΐου 2007. Στα πλαίσια της συνεδρίασης αυτής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ, ΔΕΟΚ και των εργοδοτικών οργανώσεων ΟΕΒ και ΚΕΒΕ.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η τροποποίηση του περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου, έτσι ώστε να καθοριστεί στο νόμο η έννοια του όρου “εργοδοτούμενος με μερική απασχόληση που εργάζεται πάνω σε ευκαιριακή βάση” και να διαγραφεί από το βασικό νόμο η δυνατότητα να καθορίζεται ο ορισμός αυτός με κανονισμούς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε στην επιτροπή η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, ο περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος θεσπίστηκε το 2000, στο πλαίσιο της διαδικασίας εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με την Οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 1997, με βασικό σκοπό την εξάλειψη των διακρίσεων σε βάρος των εργοδοτουμένων με μερική απασχόληση και τη βελτίωση της ποιότητας εργασίας με μερική απασχόληση. Η εν λόγω Οδηγία παρείχε ταυτόχρονα την εξουσία στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας τους εργοδοτουμένους με μερική απασχόληση που εργάζονται σε ευκαιριακή βάση.

Η ίδια εκπρόσωπος διευκρίνισε ότι η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 4 του βασικού νόμου εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του νόμου εργοδοτουμένους με μερική απασχόληση που εργάζονται σε ευκαιριακή βάση, ορίζοντας ότι η έννοια του όρου αυτού θα καθοριστεί σε κανονισμούς.

Με το τροποποιητικό νομοσχέδιο εισάγεται στο βασικό νόμο ο ορισμός του όρου αυτού και σημαίνει τον εργοδοτούμενο του οποίου:

1. η συνολική διάρκεια απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) εβδομάδες ανά ημερολογιακό έτος, με μέγιστη συνεχόμενη διάρκεια ανά περίπτωση τις τρεις (3) εβδομάδες, ή

2. η συνολική διάρκεια συνεχόμενης απασχόλησης δεν υπερβαίνει τις πέντε (5) ώρες την εβδομάδα.

Σημειώνεται ότι η προτεινόμενη ρύθμιση συζητήθηκε και συμφωνήθηκε ομόφωνα σε τριμερή τεχνική επιτροπή του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος.

Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ και των εργοδοτικών οργανώσεων ΟΕΒ και ΚΕΒΕ εξέφρασαν τη συμφωνία τους με την προτεινόμενη τροποποίηση.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό εξέταση νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στην ολομέλεια του σώματος την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί από νομοτεχνική άποψη, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2007».

 

 

15 Μαΐου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων