Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών για τα νομοσχέδια που τιτλοφορούνται «Ο περί της Συμφωνίας για την Ίδρυση και το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημόσιου Δικαίου (Κυρωτικός) Νόμος του 2007» και «Ο περί της Διεθνούς Σύμβασης Φυτοπροστασίας (Κυρωτικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Σταύρος Ευαγόρου
Σωτήρης Σαμψών Ανδρέας Αγγελίδης
Πάμπης Κυρίτσης Δημήτρης Συλλούρης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 14 και 28 Μαρτίου και στις 2 Μαΐου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εξωτερικών, του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η κύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 169.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Συμφωνίας για την Ίδρυση και το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημόσιου Δικαίου, της οποίας η υπογραφή αποφασίστηκε με την υπ’ αριθμόν 59.309 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 28 Ιανουαρίου 2004.

Σύμφωνα με το επεξηγηματικό σημείωμα που συνοδεύει το εν λόγω νομοσχέδιο, η Συμφωνία για την Ίδρυση και το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημόσιου Δικαίου υπογράφτηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2004, από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Μολδαβία και την Κύπρο. Σύμφωνα με το ίδιο σημείωμα, την πρόθεσή τους να υπογράψουν τη συμφωνία αυτή έχουν εκφράσει και η Εσθονία και η Σερβία.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε στα μέλη της επιτροπής ότι με τη συμφωνία αυτή δημιουργείται ένας ακαδημαϊκός οργανισμός στην Ελλάδα με δραστηριότητες καθαρά επιστημονικού χαρακτήρα, ο οποίος δε θα επηρεάζεται από πολιτικές σκοπιμότητες.

Σκοπός του οργανισμού αυτού είναι η δημιουργία και η διάδοση γνώσεων στο χώρο του δημόσιου δικαίου με την ευρεία έννοια, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του εθνικού, συγκριτικού και ευρωπαϊκού δημόσιου δικαίου, του δικαίου σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου, του περιβαλλοντικού δικαίου, καθώς και η προαγωγή παγκοσμίως των ευρωπαϊκών αξιών μέσω του δημόσιου δικαίου. Προς το σκοπό αυτό, ο οργανισμός οργανώνει και υποστηρίζει επιστημονικές, ερευνητικές, εκπαιδευτικές, επιμορφωτικές, διδακτικές και άλλες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης και της υποστήριξης δημιουργίας θεσμών, και παρέχει βοήθεια για δημοκρατικούς θεσμούς στην Ευρώπη και παγκοσμίως.

Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, κάθε μέρος στη συμφωνία ορίζει έναν αντιπρόσωπό του ως μέλος της Γενικής Συνέλευσης του οργανισμού, η οποία πραγματοποιεί τακτικές συνόδους κάθε δύο χρόνια, για να εξετάζει τις δραστηριότητες του οργανισμού, καθώς και τη σύνθεση των άλλων οργάνων του οργανισμού, που είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και η Εκτελεστική Επιτροπή. Σημειώνεται ότι η λεπτομερής σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, τα δικαιώματα ψήφου και οι διαδικασίες που θα ακολουθούνται θα οριστούν στον κανονισμό λειτουργίας του οργανισμού, ο οποίος θα καταρτισθεί μετά που θα τεθεί σε ισχύ η συμφωνία.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επισήμανε στα μέλη της επιτροπής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του υπό εξέταση νομοσχεδίου, αρμόδιος να εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία ως μέλος της Γενικής Συνέλευσης ορίζεται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του.

Κατά το στάδιο της συζήτησης του νομοσχεδίου, τα μέλη της επιτροπής έθεσαν το ερώτημα κατά πόσο θα έπρεπε να τροποποιηθεί η πιο πάνω πρόνοια του νομοσχεδίου, ώστε να δίνεται η δυνατότητα να εκπροσωπείται η Δημοκρατία στη Γενική Συνέλευση διαζευκτικά από άλλο εκπρόσωπο, ο οποίος δε θα προέρχεται από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Επί του πιο πάνω εγερθέντος σημείου, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, σε σχετική γραπτή επιστολή που απηύθυνε προς την επιτροπή, επανέλαβε τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας ότι στη Γενική Συνέλευση εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εφόσον αυτή εξετάζει τις δραστηριότητες του οργανισμού που αφορούν καθαρά θέματα δικαίου.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η κύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 169.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Διεθνούς Σύμβασης Φυτοπροστασίας, η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) κατά την έκτη σύνοδό της το Νοέμβριο του 1951 και η οποία τέθηκε διεθνώς σε ισχύ στις 3 Απριλίου 1952.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, η υπό αναφορά σύμβαση καθορίζει τους βασικούς κανόνες και τα πρότυπα που πρέπει να ακολουθούνται για τη φυτοπροστασία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα μέτρα φυτοκαραντίνας, και προβλέπει την υποχρέωση κάθε συμβαλλόμενου μέρους να εκδίδει φυτοϋγειονομικά πιστοποιητικά για σκοπούς εισαγωγής και εξαγωγής γεωργικών προϊόντων.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε την εν λόγω σύμβαση στις 11 Φεβρουαρίου 1999, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η ψήφιση σχετικού κυρωτικού νόμου. Αν και η σύμβαση δεσμεύει τη Δημοκρατία διεθνώς, δεν έχει ενσωματωθεί στην εσωτερική έννομη τάξη και ως εκ τούτου το υπό εξέταση νομοσχέδιο αποσκοπεί στο να διορθώσει αυτή την παράλειψη.

Κατά το στάδιο της συζήτησης του νομοσχεδίου, το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος κ. Ανδρέας Αγγελίδης εξέφρασε τις επιφυλάξεις του και ζήτησε τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας σε σχέση με το εδάφιο (2) του άρθρου 5 του νομοσχεδίου και την εξουσία που δίνεται στο Υπουργικό Συμβούλιο να εκδίδει κανονισμούς με τους οποίους δυνατό να δημιουργούνται αδικήματα και να προβλέπονται ποινές για καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης. Απαντώντας στο πιο πάνω θέμα με σχετική γραπτή επιστολή του, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε ότι, ύστερα από νέα μελέτη της εν λόγω σύμβασης, κρίθηκε ότι η εν λόγω διάταξη δεν είναι απαραίτητη για την πλήρη εφαρμογή της σύμβασης και ως εκ τούτου θα πρέπει να διαγραφεί.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις και των δύο νομοσχεδίων, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή τους σε νόμους, όπως αυτά έχουν τελικά διαμορφωθεί από καθαρά νομοτεχνική άποψη και αφού προηγουμένως προχώρησε στη διαγραφή του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του δεύτερου νομοσχεδίου, ως η αναφερόμενη πιο πάνω θέση της Νομικής Υπηρεσίας.

 

8 Μαΐου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων