Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007»

Παρόντες׃

Πάμπης Κυρίτσης, πρόεδρος Χρήστος Στυλιανίδης
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Αντώνης Αντωνίου
Αντρέας Φακοντής Αθηνά Κυριακίδου
Μαρία Κυριακού Ρούλα Μαυρονικόλα
Ιωνάς Νικολάου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μελέτησε το υπό αναφορά νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 15 Μαρτίου και 19 και 26 Απριλίου 2007. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εξωτερικών, του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ και των εργοδοτικών οργανώσεων ΟΕΒ και ΚΕΒΕ.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η τροποποίηση του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου, έτσι ώστε να επιτευχθεί πλήρης εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο και συγκεκριμένα με τις πρόνοιες της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο αυτό, στις 15 Δεκεμβρίου 2006 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απέστειλε προειδοποιητική επιστολή με παρατηρήσεις για μη ορθή μεταφορά της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ στην κυπριακή έννομη τάξη. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη διαδικασία ελέγχου ορθής μεταφοράς της πιο πάνω Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαπίστωσε ότι τα άρθρα 11 και 14 του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου δε συνάδουν πλήρως με τα άρθρα 9 και 10 της Οδηγίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις σκοπείται, πρώτον, η τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, δεύτερον, η τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση από ενώσεις, οργανώσεις ή άλλα νομικά πρόσωπα των δικαιωμάτων των θυμάτων διάκρισης.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας διευκρίνισε στα μέλη της επιτροπής ότι το άρθρο 10 της Οδηγίας ορίζει ότι το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι θύμα διάκρισης προσάγει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη διάκρισης, χωρίς να χρειάζεται να τα αποδείξει, και εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Το αντίστοιχο άρθρο της κυπριακής νομοθεσίας, το άρθρο 11 του βασικού νόμου, ορίζει ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι είναι θύμα διάκρισης θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η διάκριση.

Σύμφωνα με την ίδια εκπρόσωπο, στόχος της Οδηγίας είναι να άρει το βάρος της απόδειξης από το θύμα διάκρισης και να το μεταφέρει στον εναγόμενο, πράγμα που δεν επιτυγχάνεται πλήρως με την κυπριακή διάταξη.

Περαιτέρω, η ίδια εκπρόσωπος επισήμανε στα μέλη της επιτροπής ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις και συγκεκριμένα το άρθρο 14 του βασικού νόμου, οργανώσεις εργαζομένων ή άλλες οργανώσεις μπορούν να ασκούν εξ ονόματος των μελών τους τα δικαιώματα της δικαστικής ή εξώδικης προστασίας, χωρίς όμως να εφαρμόζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις η μετατόπιση του βάρους της απόδειξης, ενώ το άρθρο 10 της εν λόγω Οδηγίας καθιστά σαφές ότι η μετατόπιση του βάρους της απόδειξης πρέπει να ισχύει και σ’ αυτές τις περιπτώσεις.

Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ και των εργοδοτικών οργανώσεων ΟΕΒ και ΚΕΒΕ εξέφρασαν τη συμφωνία τους με τις πρόνοιες του υπό εξέταση νομοσχεδίου.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα εισηγείται την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί από νομοτεχνική άποψη.

 

 

 

30 Απριλίου 2007

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων