Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τα νομοσχέδια που αναφέρονται στο επισυνημμένο παράρτημα

Παρόντες:

Αντιγόνη Παπαδοπούλου, πρόεδρος Αβέρωφ Νεοφύτου
Νικόλας Παπαδόπουλος Μαρία Κυριακού
Σταύρος Ευαγόρου Μαρίνος Σιζόπουλος
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τα νομοσχέδια που αναφέρονται στο επισυνημμένο παράρτημα σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 22 και 26 Φεβρουαρίου και στις 5 Μαρτίου 2007.

Στο στάδιο της συζήτησης των υπό αναφορά νομοσχεδίων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Οικονομικών, η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, των Υπουργείων Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και Εσωτερικών, οι έπαρχοι Λευκωσίας, Λεμεσού και Πάφου, εκπρόσωποι του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής, του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου και της Παγκύπριας Συνεργατικής Συνομοσπονδίας Λτδ. Σημειώνεται ότι οι έπαρχοι των άλλων επαρχιών, παρά το γεγονός ότι κλήθηκαν έγκαιρα, δεν παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η θέσπιση νομοθετικού πλαισίου για τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν την υιοθέτηση του ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως και για τη διευκόλυνση της ομαλής μετάβασης από την κυπριακή λίρα προς το ενιαίο νόμισμα της Ευρωζώνης.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου για την πλήρη εναρμόνισή του με το κοινοτικό κεκτημένο και ειδικότερα με τη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το Kαταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Σκοπός του τρίτου και τέταρτου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Έλεγχος Λογαριασμών) Νόμου και του περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας Νόμου, αντίστοιχα, ώστε να γίνουν ανάλογες νομοθετικές ρυθμίσεις αναφορικά με ζητήματα που είναι δυνατό να ερμηνευθεί ότι επηρεάζουν τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΚΤΚ).

Σημειώνεται ότι το δεύτερο νομοσχέδιο, που αφορά την τροποποίηση της νομοθεσίας για την ΚΤΚ, είχε κατατεθεί στη Βουλή σε χρόνο προγενέστερο των τριών άλλων πιο πάνω αναφερόμενων νομοσχεδίων, ύστερα όμως από σχετική προφορική παράκληση του Υπουργείου Οικονομικών κρίθηκε σκόπιμο να εξεταστεί ταυτόχρονα με το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο που αφορά την υιοθέτηση του ευρώ στην Κύπρο. Τα τέσσερα υπό αναφορά νομοσχέδια θα αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης στα πλαίσια της σύνταξης της ad hoc Έκθεσης Σύγκλισης για την Κύπρο, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Συμβούλιο Υπουργών αναφορικά με το αν ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάργηση της ισχύουσας παρέκκλισης και της πλήρους ένταξης στην Ευρωζώνη μέσα στα τεθέντα χρονοδιαγράμματα.

Σημειώνεται περαιτέρω ότι το νομοσχέδιο για την υιοθέτηση του ευρώ ετοιμάστηκε από νομοπαρασκευαστική επιτροπή στην οποία είχαν συμμετάσχει εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της ΚΤΚ. Το εν λόγω νομοσχέδιο υποβλήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών στην ΕΚΤ, στις 27 Νοεμβρίου 2006, για γνωμοδότηση στα πλαίσια της θεσμοθετημένης διαδικασίας για διαβούλευση. Η ΕΚΤ έδωσε γνωμοδότηση στις 16 Ιανουαρίου 2007 και ακολούθως, αφού στο προσχέδιο του εν λόγω νομοσχεδίου περιλήφθηκαν οι εισηγήσεις και οι υποδείξεις της ΕΚΤ, το τελικό νομοσχέδιο κατατέθηκε επίσημα στη Βουλή στις 8 Φεβρουαρίου 2007.

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο που αφορά την υιοθέτηση πλαισίου για την εισαγωγή του ευρώ στην Κύπρο προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Τη μετατροπή τιμών και αξιών σε ευρώ και τη στρογγυλοποίησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Κανονισμού 1103/97 (Κανονισμός ΕΚ1103/97, EEL 162, 19/6/1997). Για τη μετατροπή από λίρες σε ευρώ θα χρησιμοποιείται η αμετάκλητη ισοτιμία (τιμή μετατροπής) και ακολούθως το ποσό που θα προκύπτει θα στρογγυλοποιείται σε δύο δεκαδικά.

 

2. Τη διπλή αναγραφή τιμών, όπως αυτή προβλέπεται σε σύσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συστάσεις της ΕΕΚ 961/1, 961/2, 961/,3, 23/4/1998). Παρά το γεγονός ότι η διπλή αναγραφή δεν είναι υποχρεωτική, για την περίπτωση της Κύπρου κρίθηκε σκόπιμο να γίνει ειδική νομοθετική πρόβλεψη, σύμφωνα με την οποία η υποχρέωση των προμηθευτών για διπλή αναγραφή των τελικών τιμών πώλησης θα αρχίζει από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από την ημερομηνία καθορισμού της τιμής μετατροπής και θα συνεχίζεται μέχρι και έξι μήνες από την ημερομηνία υιοθέτησης του ευρώ.

 

3. Εξαιρέσεις από την υποχρέωση για διπλή αναγραφή των τιμών για πρακτικούς και τεχνικούς λόγους. Οι εξαιρέσεις αυτές, όπως προβλέπονται από τη σχετική νομοθετική πρόνοια, αφορούν τα ακόλουθα:

α. Ποσά μικρότερα του ενός σεντ της λίρας (ΛΚ0,01) τα οποία περιλαμβάνονται σε τιμοκαταλόγους ή και σε διαφημίσεις.

β. Τις ψηφιακές απεικονίσεις τιμών.

γ. Τα εισιτήρια λεωφορείων και τα εισιτήρια που εκδίδονται από ηλεκτρονικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών και ατμοπλοϊκών εισιτηρίων.

δ. Τα παρκόμετρα.

ε. Τις χειρόγραφες αποδείξεις λιανικής πώλησης αγαθών και υπηρεσιών.

 

Προβλέπεται επίσης ότι, σε περιπτώσεις που η διπλή αναγραφή τιμών δεν είναι πρακτικά ή τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται δυσανάλογο οικονομικό κόστος για τον προμηθευτή, ο αρμόδιος υπουργός με διάταγμά του θα μπορεί να εξαιρέσει τον προμηθευτή από την υποχρέωση για διπλή αναγραφή.

 

4. Την αναφορά σε ισχύουσες νομικές πράξεις σε επιτόκια και τη ρύθμιση των συναφών θεμάτων ως ακολούθως:

α. Οποιαδήποτε αναφορά σε σταθερά επιτόκια παραμένει ως έχει.

β. Οποιαδήποτε αναφορά σε βασικό επιτόκιο οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος αναφορικά με λίρες αντικαθίσταται από το βασικό επιτόκιο του πιστωτικού ιδρύματος για ευρώ.

γ. Οποιαδήποτε αναφορά σε διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Λευκωσίας (NIBOR) αντικαθίσταται από το διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού ευρώ (EURIBOR) αντίστοιχης διάρκειας.

δ. Οποιαδήποτε αναφορά σε καθοριζόμενα από την ΚΤΚ επιτόκια αντικαθίσταται από αναφορά στα αντίστοιχα επιτόκια της ΕΚΤ.

5. Την αναφορά σε οποιουσδήποτε νόμους ή κανονισμούς σε ανώτατα ποσά χρηματικών ποινών και διοικητικών προστίμων και την αντικατάστασή τους με ποσά σε ευρώ, σύμφωνα με τον Κανονισμό 1103/97 ΕΕ, δηλαδή με βάση την αμετάκλητη ισοτιμία και στρογγυλοποιώντας το αποτέλεσμα σε δύο δεκαδικά ψηφία.

Τα χρηματικά ποσά που θα προκύψουν από τη μετατροπή στρογγυλοποιούνται προς τα κάτω στο πλησιέστερο ευρώ.

6. Την ανταλλαγή τραπεζογραμματίων και κερμάτων ως ακολούθως:

 

α. Η ΚΤΚ θα ανταλλάζει τραπεζογραμμάτια για δέκα έτη και κέρματα για δύο έτη σε λίρες με τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε ευρώ χωρίς οποιαδήποτε χρέωση.

β. Κατά τη διάρκεια της περιόδου των έξι μηνών, που αρχίζει από την ημερομηνία υιοθέτησης του ευρώ, οι τράπεζες και τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα θα δέχονται προς κατάθεση, χωρίς ποσοτικό περιορισμό, τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε λίρες και θα ανταλλάζουν τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε λίρες με τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε ευρώ:

· μέχρι £1.000 ανά πρόσωπο, ανά συναλλαγή, εάν πρόκειται για τραπεζογραμμάτια, και

· μέχρι £50 ανά πρόσωπο, ανά συναλλαγή, εάν πρόκειται για κέρματα, χωρίς χρέωση.

 

7. Τη μετατροπή υπολοίπων λογαριασμών αναφορικά με τράπεζες και συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία θα υποχρεούνται να μετατρέψουν σε ευρώ τα υπόλοιπα όλων των λογαριασμών των πελατών τους που είναι εκπεφρασμένα σε λίρες, σύμφωνα με την τιμή μετατροπής, χωρίς οποιαδήποτε χρέωση.

 

8. Τη σύσταση και τη σύνθεση των καλουμένων “ευρωπαρατηρητηρίων”, με απώτερο σκοπό την προστασία των καταναλωτών κατά τη διαδικασία εισαγωγής του ευρώ. Οι αρμοδιότητες των ευρωπαρατηρητηρίων θα είναι:

 

α. η παρακολούθηση της νομιμότητας των συναλλαγών,

β. ο προσανατολισμός του πολίτη προς κάθε πηγή πληροφόρησης,

γ. η διαμεσολάβηση και η βοήθεια των πολιτών σε θέματα μετάβασης στο ευρώ,

δ. η διερεύνηση οποιασδήποτε πιθανής παράβασης των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας,

ε. η σύσταση για τη διόρθωση λαθών στα οποία δυνατόν να έχουν υποπέσει προμηθευτές,

στ. η επιθεώρηση ή η διεξαγωγή ελέγχου χώρων ή υποστατικών προσφοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών για την τήρηση των προνοιών του υπό ψήφιση νόμου.

 

9. Τον τρόπο μετατροπής μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας σε ευρώ.

Η μετατροπή θα γίνει από την ημερομηνία υιοθέτησης του ευρώ με τη μέθοδο της μετατροπής και στρογγυλοποίησης της ονομαστικής αξίας της μετοχής και ως αποτέλεσμα με την τροποποίηση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού με ψήφισμα της γενικής συνέλευσης. Ανάλογες διατάξεις θα ισχύουν και για τη μετατροπή μετοχικού κεφαλαίου συνεργατικής εταιρείας σε ευρώ.

 

10. Την υποχρέωση των αρμόδιων διοικητικών οργάνων να δημοσιεύουν, μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία καθορισμού της τιμής μετατροπής, γνωστοποίηση αναφορικά με το ύψος των ισχυόντων καταβλητέων τελών ή δικαιωμάτων για παρεχόμενες από το δημόσιο υπηρεσίες.

Η γνωστοποίηση θα αναφέρει σε πίνακα τα τέλη/δικαιώματα εκπεφρασμένα σε λίρες και τα αντίστοιχα τέλη/δικαιώματα εκπεφρασμένα σε ευρώ, σύμφωνα με τους κανόνες μετατροπής και στρογγυλοποίησης, με ημερομηνία έναρξης ισχύος τους την ημερομηνία υιοθέτησης του ευρώ.

Όσον αφορά το νομοσχέδιο με το οποίο τροποποιείται η νομοθεσία για την ΚΤΚ, με βάση τα κατατεθέντα στοιχεία, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις κρίθηκαν απαραίτητες για άρση “ασυμβατοτήτων” που έχουν εντοπιστεί στην εν λόγω νομοθεσία, ώστε η νομοθεσία αυτή να συνάδει με το κοινοτικό κεκτημένο.

Ειδικότερα, με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο προτείνονται τα ακόλουθα:

1. Η διαγραφή των διατάξεων στη νομοθεσία για την ΚΤΚ οι οποίες σχετίζονται με τη χάραξη και την άσκηση της νομισματικής πολιτικής από την υφιστάμενη Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής, εφόσον η νομισματική πολιτική της Κοινότητας στα πλαίσια της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) καθορίζεται και ασκείται πλέον από το ΕΣΚΤ και συνεπώς η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως μέλος αυτού συμμετέχει πλέον στη διαμόρφωση και εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Κοινότητας.

 

2. Η ρύθμιση της αρμοδιότητας έκδοσης τραπεζογραμματίων, σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος (1), της συνθήκης, ώστε αυτή να δοθεί στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ, όπως και η εκχώρηση εξουσίας σε αυτήν να εγκρίνει την ποσότητα των εκδιδομένων εκάστοτε κερμάτων σε ευρώ.

 

3. Η εκχώρηση της άσκησης συναλλαγματικής πολιτικής στην Κοινότητα και ειδικότερα στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ορίζει τη συναλλαγματική πολιτική σε σχέση με το ευρώ ή και συνάπτει διεθνείς συμφωνίες αναφορικά με νομισματικά ή συναλλαγματικά θέματα.

 

4. Η ρύθμιση της διενέργειας ελέγχου επί των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της ΚΤΚ, αφού η ισχύουσα μέχρι σήμερα ρύθμιση δε συνάδει με τις εκθέσεις σύγκλισης του 2004 και με τις σχετικές γνωμοδοτήσεις της ΕΚΤ, ειδικότερα δε με τις χρηματοοικονομικές διατάξεις του καταστατικού αυτής.

Σύμφωνα με τα κατατεθέντα στοιχεία, όπως το πρώτο έτσι και το δεύτερο νομοσχέδιο έχουν καταρτιστεί μετά από εκτενείς διαβουλεύσεις με την ΕΚΤ, στα πλαίσια της θεσμοθετημένης διαδικασίας διαβούλευσης, δυνάμει της παραγράφου (4) του άρθρου 105 της συνθήκης.

 

Με το τρίτο και τέταρτο από τα υπό συζήτηση νομοσχέδια προτείνονται αναγκαίες και συνεπακόλουθες ρυθμίσεις που προκύπτουν σε σχέση με την ανάγκη ρύθμισης θεμάτων που αφορούν τον ετήσιο έλεγχο επί των οικονομικών καταστάσεων της ΚΤΚ, ώστε να συνάδει με τις υποδείξεις της ΕΚΤ, σύμφωνα με τα πιο πάνω.

 

Στο στάδιο της συζήτησης των υπό αναφορά νομοσχεδίων, ο Υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι για σκοπούς της απαιτούμενης από την Ευρωπαϊκή Ένωση νομικής σύγκλισης σε θέματα που αφορούν το ευρώ είχαν ετοιμασθεί τρία προσχέδια, τα οποία συζητήθηκαν εκτενώς με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, συνεπώς το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο για την υιοθέτηση του ευρώ θεωρείται προϊόν συναινετικής προσέγγισης.

 

Περαιτέρω, δήλωσε ότι η έγκαιρη ψήφιση του νομοσχεδίου για την υιοθέτηση του ευρώ θα υποβοηθήσει τόσο το δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα να προετοιμαστεί κατάλληλα, διευκρινίζοντας ότι το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο συμπληρώνει δεσμευτικούς κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΕΚΤ και για το λόγο αυτό, όπως και κατά πάγια θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δε γίνεται οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια με την οποία να επαναλαμβάνονται ρυθμίσεις που προβλέπονται στους σχετικούς ευρωπαϊκούς κανονισμούς, γεγονός που απαγορεύεται. Παρά ταύτα, για σκοπούς προστασίας του κοινού, κρίθηκε σκόπιμο να ρυθμιστεί νομοθετικά το σημαντικότατο ζήτημα της υποχρέωσης για διπλή αναγραφή των τελικών τιμών πώλησης, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν προχωρήσει σε ανάλογη νομοθετική ρύθμιση όλες οι χώρες που υιοθέτησαν το ευρώ.

 

Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δήλωσε από πλευράς του ότι η έγκαιρη ψήφιση του υπό συζήτηση νομοθετικού πλαισίου θα δώσει το σαφές μήνυμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι απολύτως έτοιμη, τόσο όσον αφορά τη νομική σύγκλιση, όσο και τις αναγκαίες διαδικαστικές ρυθμίσεις, ώστε, αφού γίνει “το κλείδωμα της ισοτιμίας”, η χώρα να υιοθετήσει το ευρώ και να γίνει πλήρες μέλος της Ευρωζώνης (αφού αρθεί η παρέκκλιση) την 1η Ιανουαρίου 2008.

 

Περαιτέρω, στο ίδιο στάδιο, η επιτροπή είχε την ευκαιρία να ενημερωθεί για το θέμα της έκτασης του ελέγχου επί των λογαριασμών της ΚΤΚ από τη Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, θέμα για το οποίο, σύμφωνα με τα κατατεθέντα στοιχεία, υπήρξαν διαφορετικές θέσεις στο στάδιο της κατάρτισης του σχετικού νομοσχεδίου.

 

Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δήλωσε επί του σημείου αυτού ότι, με βάση υπόδειξη της ΕΚΤ, η άσκηση ελέγχου επί των λογαριασμών της ΚΤΚ πρέπει να ανήκει σε ελεγκτές οι οποίοι να είναι εξωτερικοί και ανεξάρτητοι, χωρίς βέβαια με την υπόδειξη αυτή να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ανεξαρτησία του Γραφείου του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τις ίδιες υποδείξεις, η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας δεν αποτελεί εξωτερικό ελεγκτή για την ΕΚΤ, οπότε στη βάση αυτή και κατόπιν διαβουλεύσεων έγινε η ανάλογη διαμόρφωση του σχετικού νομοσχεδίου, ώστε η τελική διατύπωση να γίνει αποδεκτή από την ΕΚΤ.

 

Σύμφωνα με την τελική διατύπωση, η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας δύναται να ασκεί έλεγχο επί των δραστηριοτήτων της ΚΤΚ που δε σχετίζονται με τα απορρέοντα από το ΕΣΚΤ καθήκοντα και αρμοδιότητες και υπό την προϋπόθεση ότι οι εκθέσεις και οι ελεγκτικές δραστηριότητες του εν λόγω γραφείου δε θίγουν την ανεξαρτησία της ΚΤΚ. Για τους σκοπούς της εν λόγω ρύθμισης καθορίζεται επίσης στο σχετικό νομοσχέδιο ότι “διαχειριστικός έλεγχος” θα είναι ο έλεγχος της λειτουργικής αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων της τράπεζας που δε σχετίζεται με τα απορρέοντα από το ΕΣΚΤ καθήκοντα και αρμοδιότητες και νοουμένου ότι ο έλεγχος αυτός δε θίγει την ανεξαρτησία της ΚΤΚ. Στην ίδια νομοθετική πρόνοια προβλέπεται επίσης ότι οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της ΚΤΚ τυγχάνουν ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 27 του καταστατικού της ΕΚΤ, και προς το σκοπό αυτό η τράπεζα παρέχει στους ελεγκτές που θα οριστούν σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο όλες τις απαραίτητες για την εκτέλεση του έργου τους πληροφορίες, βιβλία και άλλα στοιχεία.

 

Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι το Υπουργείο Οικονομικών απέστειλε στον Πρόεδρο της Βουλής επιστολή, ημερομηνίας 12 Φεβρουαρίου 2007, η οποία παραπέμφθηκε ενώπιον της επιτροπής και στην οποία αναφέρεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι για σκοπούς εκτέλεσης του έργου του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας η ΚΤΚ θα είναι υποχρεωμένη να του παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, βιβλία και λοιπά στοιχεία. Συναφώς, με την επιστολή αυτή ζητείται η προσθήκη σχετικής διάταξης στο αντίστοιχο νομοσχέδιο.

 

Η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, η οποία παρέστη στην όλη συζήτηση, διαφώνησε με την πιο πάνω προσέγγιση, αναφέροντας ότι δε συμφωνεί με την τελική διατύπωση της σχετικής πρόνοιας. Σχετικά ανέφερε ότι στο στάδιο της συζήτησης και πριν από την οριστικοποίηση του τελικού νομοσχεδίου είχε εξευρεθεί από όλους τους εμπλεκομένους αποδεκτή λύση, η οποία έγινε επίσης αποδεκτή από την ΕΚΤ ως συνάδουσα προς το ευρωπαϊκό κεκτημενο, και κατέθεσε στην επιτροπή τη σχετική αλληλογραφία προς υποστήριξη της θέσης της.

 

Σύμφωνα με την κατατεθείσα αλληλογραφία όπως και την ενημέρωση που η επιτροπή είχε από την ίδια αξιωματούχο, αρχικά η αποδεκτή λύση προνοούσε ότι ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας ασκεί (επιτακτικά) οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην τράπεζα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρεμβαίνει στον έλεγχο των εκ της συνθήκης και του καταστατικού καθηκόντων και αρμοδιοτήτων της τράπεζας στο πλαίσιο λειτουργίας του ΕΣΚΤ, όπως αυτά τυχόν τροποποιούνται από καιρού εις καιρόν, και ότι οι ελεγκτικές του δραστηριότητες δε θίγουν την ανεξαρτησία της τράπεζας. Ακολούθως όμως, ενώπιον της ΕΚΤ τέθηκε η διατύπωση, η οποία αναφέρεται πιο πάνω και η οποία τελικά περιέχεται στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, με την οποία καθορίζεται ότι ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας δύναται να ασκεί τον πιο πάνω έλεγχο υπό τις τεθείσες προϋποθέσεις.

 

Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δήλωσε συναφώς ότι η τράπεζα δεν αρνείται τη διενέργεια ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, αλλά αντίθετα επιζητεί το μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο. στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση η αρχική πρόταση η οποία προτάθηκε από τη Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας δεν έγινε δεκτή από τη Νομική Υπηρεσία της ΕΚΤ.

 

Από πλευράς του ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι η προτεινόμενη με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο τελική διατύπωση παρέχει τα εχέγγυα για το μέγιστο δυνατό έλεγχο της ΚΤΚ από την Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και στο βαθμό που αυτός να είναι συμβατός με την αίτηση για πλήρη ένταξη στην Ευρωζώνη. Περαιτέρω, δήλωσε ότι υπό τις περιστάσεις δεν παρέχεται οποιοδήποτε περιθώριο τροποποίησης, αφού θα πρέπει να προχωρήσει τάχιστα η πορεία νομικής σύγκλισης στα πλαίσια της διαδικασίας υιοθέτησης του ευρώ και της πλήρους ένταξης στην Ευρωζώνη.

 

Επιπροσθέτα με τα πιο πάνω, στα πλαίσια της όλης συζήτησης που διεξήχθη, όλοι οι βουλευτές μέλη της επιτροπής είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν στους κυβερνητικούς αρμόδιους σωρεία ερωτήσεων, ζητώντας περαιτέρω διευκρινίσεις για διάφορα ζητήματα, όπως και για την πρακτική εφαρμογή των προτεινόμενων ρυθμίσεων.

 

Ειδικότερα, την επιτροπή απασχόλησαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα θέματα:

1. Το θέμα των εξαιρέσεων από την υποχρέωση για διπλή αναγραφή τιμών και η δυνατότητα εξαίρεσης και άλλων περιπτώσεων, πέραν των ήδη προβλεπόμενων στο σχετικό νομοσχέδιο.

 

2. Η σύνθεση αλλά και η δυνατότητα των υπό σύσταση ευρωπαρατηρητηρίων να ασκούν τις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται από το σχετικό νομοσχέδιο, ιδιαίτερα δε την αυτεπάγγελτη ή μετά από παράπονο διερεύνηση παραβάσεων των προνοιών του σχετικού νομοσχεδίου.

 

3. Οι κυρώσεις οι οποίες πρέπει να επιβάλλονται σε όσους παραβαίνουν τις πρόνοιες του υπό ψήφιση νόμου και ειδικότερα κατά πόσο, πέραν των διοικητικών προστίμων, πρέπει να συντρέχει και ποινική ευθύνη.

 

4. Το θέμα των μεταχρονολογημένων επιταγών και του τρόπου χειρισμού τους μετά την 1η Ιανουαρίου 2008.

 

5. Η ανάγκη σαφούς καθορισμού στον υπό ψήφιση νόμο του μηχανισμού στρογγυλοποίησης ποσών και τιμών.

 

6. Οι εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες και οι ήδη εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις και ο τρόπος χειρισμού τους ενόψει της εισαγωγής του νέου νομίσματος.

 

7. Η ταυτόχρονη με την εισαγωγή του νέου νομίσματος έναρξη επιβολής φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) επί μίας σειράς προϊόντων επί των οποίων μέχρι σήμερα δεν επιβάλλεται τέτοια φορολογία, όπως είναι, για παράδειγμα, η αγορά οικοπέδων, φαρμάκων και ειδών τροφίμων.

Για όλα τα πιο πάνω θέματα τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής γραπτές απαντήσεις τόσο από το Υπουργείο Οικονομικών όσο και από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Αναλήφθηκε επίσης εκ μέρους των κυβερνητικών αρμοδίων υποχρέωση προώθησης, σε μεταγενέστερο της ψήφισης του σχετικού νομοθετικού πλαισίου στάδιο, επιμέρους διευθετήσεων και/ή νομοθετικών τροποποιήσεων για όσα από τα ζητήματα αυτά είναι δυνατό να υπάρξει καλύτερη ρύθμιση. Συναφώς η επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη την επίσημη θέση της κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο καλύπτει ικανοποιητικά στο παρόν στάδιο τις κυριότερες πτυχές του ζητήματος, ώστε τα σχετικά νομοσχέδια να προωθηθούν προς ψήφιση για σκοπούς επίτευξης της δέουσας νομικής σύγκλισης, αποδέχτηκε τη θέση της κυβέρνησης για επανεξέταση των επιμέρους ζητημάτων που τέθηκαν από την επιτροπή σε κατοπινό στάδιο και, εν πάση περιπτώσει, το συντομότερο δυνατό πριν από την επίσημη υιοθέτηση του ευρώ.

 

Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τους κυβερνητικούς αρμόδιους, θα προωθηθούν, στο μεταξύ, σύμφωνα με τα πιο πάνω, τα ακόλουθα:

1. Ενημέρωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ώστε να επιληφθεί έγκαιρα της έκδοσης διαδικαστικών κανονισμών, αν το κρίνει σκόπιμο, αναφορικά με τις εκκρεμούσες δικαστικές υποθέσεις και τις ήδη εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις.

 

2. Τροποποίηση της ποινικής νομοθεσίας, ώστε να προστατευθούν με ειδική υπεράσπιση οι εκδότες επιταγών, όταν αυτές παρουσιάζονται για πληρωμή μετά την 1η Ιανουαρίου 2008 και οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή σε κυπριακές λίρες αντί σε ευρώ. Το ίδιο και για επιταγές οι οποίες, κατά ακολουθούμενη εμπορική πρακτική, έχουν εκδοθεί σε κυπριακές λίρες πριν από την 1η Ιανουαρίου 2008, αλλά φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία.

 

3. Τροποποίηση της νομοθεσίας για το ενοικιοστάσιο, ώστε να προστατευθούν με ειδική υπεράσπιση οι ενοικιαστές, σε περίπτωση εξώσεων λόγω διαφορών μεταξύ των μερών ως προς το ύψος του ενοικίου μετά την τελική μετατροπή αυτού, ιδιαίτερα σε περίπτωση που δεν υπήρξε προηγούμενη ενημέρωση από τον ιδιοκτήτη.

 

4. Η ποινικοποίηση της παρεμπόδισης επιθεωρητή ευρωπαρατηρητηρίου να εισέρχεται σε υποστατικά και να επιθεωρεί έγγραφα.

Αναφορικά με ευρύτερα ζητήματα που έχουν προκύψει μέσα στα πλαίσια της όλης συζήτησης, σημειώνονται, σύμφωνα με τους αρμοδίους, τα ακόλουθα:

1. Η θέση μελών της επιτροπής ότι θα έπρεπε να υπάρχει σαφής πρόνοια στο σχετικό νομοσχέδιο για το μηχανισμό μετατροπής και στρογγυλοποίησης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι οι κοινοτικοί κανονισμοί έχουν άμεση ισχύ στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εθνικής νομοθεσίας. Συναφώς, ακόμη και η απλή επιγραμματική παραπομπή στις διατάξεις του ευρωπαϊκού κανονισμού που προνοούν για τη στρογγυλοποίηση, όπως τελικά έγινε στην περίπτωση του σχετικού νομοσχεδίου, σχολιάζεται από την ΕΚΤ ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε αποφευχθεί ως επανάληψη άμεσα εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου σε εθνικές νομικές πράξεις και ως οδηγούσα σε παρερμηνείες ή αντιφάσεις σε σχέση με τις αυθεντικές διατάξεις του ευρωπαϊκού κανονισμού.

 

2. Αναφορικά με την υποχρέωση για διπλή αναγραφή των τιμών και το ενδεχόμενο η υποχρέωση αυτή να ισχύσει νωρίτερα, επισημαίνεται ότι, παρά το γεγονός ότι ο καθορισμός της αμετάκλητης ισοτιμίας αναμένεται εντός του Ιουλίου 2007, η ακριβής ημερομηνία παραμένει άγνωστη. Συνεπώς, κρίθηκε ότι μετά τον καθορισμό της ισοτιμίας θα πρέπει να παρασχεθεί ένας αριθμός ημερών για την καλύτερη προετοιμασία των προμηθευτών και των ευρωπαρατητηρίων, όπως και για λογιστικούς σκοπούς. Για το λόγο αυτό καθορίστηκε ότι η υποχρέωση διπλής αναγραφής αρχίζει την πρώτη μέρα του μεθεπόμενου μήνα μετά την ημερομηνία καθορισμού της τιμής μετατροπής και θα ισχύει μέχρι και έξι μήνες μετά την ημερομηνία υιοθέτησης του ευρώ.

 

3. Η επιμήκυνση της περιόδου παράλληλης κυκλοφορίας της κυπριακής λίρας και του ευρώ πέραν του ενός μηνός, όπως προβλέπεται από το σχετικό νομοσχέδιο, παρά το γεγονός ότι δεν απαγορεύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δε συνιστάται, καθότι τόσο η κυβέρνηση όσο και ο Διοικητής της ΚΤΚ θεωρούν ότι όσο το δυνατό γρηγορότερα γίνει η απόσυρση του εθνικού νομίσματος, τόσο πιο ομαλά θα γίνει η μετάβαση προς το νέο καθεστώς.

 

4. Ο καθορισμός επιπρόσθετων εξαιρέσεων από την υποχρέωση για διπλή αναγραφή των τιμών, πέραν των όσων προβλέπονται στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, δεν είναι δυνατό να γίνει αυτή τη στιγμή, αφού αφορά απρόβλεπτες περιπτώσεις. Εν πάση περιπτώσει, οι εξαιρέσεις αυτές, οι οποίες θα καθορίζονται με διάταγμα του αρμόδιου υπουργού, θα γίνονται στη βάση προκαθορισμένων κριτηρίων, δηλαδή όταν η διπλή αναγραφή δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται δυσανάλογο οικονομικό κόστος, το δε βάρος της απόδειξης θα ανήκει στον προμηθευτή.

Πέραν των πιο πάνω, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι δήλωσαν ενώπιον της επιτροπής, αναφορικά με το θέμα της ταυτόχρονης εισαγωγής της υποχρέωσης για είσπραξη ΦΠΑ επί των πωλήσεων ορισμένων νέων ειδών όπως και του νέου νομίσματος από την 1η Ιανουαρίου 2008 και των ενδεχόμενων επιπτώσεων επί της αγοραστικής δύναμης του κοινού, ότι η κυβέρνηση μελετά το θέμα, ενδέχεται δε να αναλάβει ορισμένες ενέργειες με απώτερο σκοπό τη μετατόπιση της ημερομηνίας έναρξης καταβολής ΦΠΑ επί των τιμών αγοράς των ειδών αυτών. Σχετική ενημέρωση της επιτροπής θα γίνει σε εύθετο χρόνο.

 

Σημειώνεται ότι ο Υπουργός Οικονομικών, με επιστολή του, ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2007, προς τον πρόεδρο και τα μέλη της επιτροπής κάλεσε και πάλι την επιτροπή να προχωρήσει με εισήγηση προς την ολομέλεια του σώματος για ψήφιση των υπό συζήτηση νομοσχεδίων σε νόμους χωρίς οποιαδήποτε εισήγηση για τροποποίηση σε αυτά, γιατί οποιεσδήποτε τροποποιήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα την ανάγκη υποβολής τους για επανεξέταση από την ΕΚΤ για λήψη νέας γνωμοδότησης. Σύμφωνα με την ίδια επιστολή, το ενδεχόμενο αυτό θα θέσει προσκόμματα στην ομαλή πορεία προς την Ευρωζώνη, αφού η ΕΚΤ έχει αποφασίσει ότι η τελευταία ημερομηνία (cut off date), μετά την παρέλευση της οποίας νομοθετικές εξελίξεις στην Κύπρο για τα εν λόγω θέματα δε θα μπορούν να ληφθούν υπόψη για το περιεχόμενο της έκθεσης σύγκλισης είναι η 15η Μαρτίου 2007. Σχετική είναι η επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 12 Φεβρουαρίου 2007.

 

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υπό το φως όλων των πιο πάνω, με την παρούσα έκθεσή της αποφάσισε ομόφωνα να θέσει τα υπό συζήτηση νομοσχέδια ενώπιον της ολομέλειας του σώματος, επιφυλάσσοντας τις τελικές θέσεις όλων των κοινοβουλευτικών πλευρών που εκπροσωπούνται σ’ αυτήν κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια της Βουλής.

 

 

9 Μαρτίου 2007

 

 

Αρ. Φακ: 23.01.048.035/2007

23.01.212.2006

23.01.048.036.2007

23.01.048.037.2007

ΤΙ/ΜΑΧ/23.01.212.2006-23.01.048.036.2007-23.01.048.037.2007-23.01.048.035.2007

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

1. Ο περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμος του 2007.

2. Ο περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Τροποποιητικός) Νόμος του 2006.

3. Ο περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Έλεγχος Λογαριασμών) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007.

4. Ο περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2007.

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων