Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2004»

Παρόντες:

Άντρος Κυπριανού, πρόεδρος Άγγελος Βότσης
Γιάννος Λαμάρης Φειδίας Σαρίκας
Ιωνάς Νικολάου Ρίκκος Ερωτοκρίτου
Χρήστος Στυλιανίδης Γιώργος Περδίκης
Νεόφυτος Κωνσταντίνου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε πολλές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 20 Σεπτεμβρίου 2004 και 19 Δεκεμβρίου 2006. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του ίδιου υπουργείου, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Πολεοδομικού Συμβουλίου, της Ένωσης Δήμων Κύπρου, της Ένωσης Κοινοτήτων Κύπρου και του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ).

Σκοπός του νόμου που προτείνεται με το υπό αναφορά νομοσχέδιο, όπως αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή, είναι η τροποποίηση του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, έτσι ώστε να καταργηθούν τα κοινά συμβούλια τα οποία, σύμφωνα με τις πρόνοιές του, παρέχουν συμβουλές στον Υπουργό Εσωτερικών κατά την εκπόνηση ή τροποποίηση των τοπικών σχεδίων. Επιπρόσθετα σκοπείται η τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του νόμου αυτού, ώστε να διασαφηνιστούν περαιτέρω ορισμένες διαδικασίες που προβλέπονται σ’ αυτόν.

Ειδικότερα με τον προτεινόμενο νόμο προβλέπονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Τροποποιείται η σχετική διάταξη της βασικής νομοθεσίας, έτσι ώστε κατά την εκπόνηση ή τροποποίηση τοπικού σχεδίου ο Υπουργός Εσωτερικών, αντί να συμβουλεύεται το κοινό συμβούλιο, του οποίου προτείνεται η κατάργηση, θα λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και εισηγήσεις των τοπικών αρχών, καθώς και οποιουδήποτε άλλου προσώπου, σώματος ή αρχής.

2. Αντικαθίσταται η σχετική διάταξη της βασικής νομοθεσίας που ρυθμίζει την αναθεώρηση τοπικού σχεδίου ή σχεδίου περιοχής με νέα διάταξη με την οποία καθορίζεται το περιεχόμενο της έκθεσης που δημοσιεύεται από τον Υπουργό Εσωτερικών αναφορικά με τοπικό σχέδιο ή σχέδιο περιοχής.

3. Εισάγεται πρόνοια με την οποία καθορίζεται ότι το τοπικό σχέδιο ή σχέδιο περιοχής που τροποποιείται θα θεωρείται σχέδιο που εκπονείται για πρώτη φορά.

4. Καθορίζονται ως χώροι κατάθεσης και ανάρτησης κάθε τοπικού σχεδίου που έχει εκπονηθεί, τροποποιηθεί, υιοθετηθεί ή εγκριθεί τα γραφεία κάθε τοπικής αρχής η περιοχή της οποίας εμπίπτει στην περιοχή του σχεδίου, το γραφείο της οικείας επαρχιακής διοίκησης, καθώς και τα κεντρικά και επαρχιακά γραφεία του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως.

5. Περιορίζεται το χρονικό διάστημα υποβολής ενστάσεων κατά τοπικού σχεδίου ή σχεδίου περιοχής από οκτώ μήνες, που ισχύει σήμερα, σε τέσσερις μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσης του τοπικού σχεδίου και καθορίζεται ότι η εξέταση των ενστάσεων από τον Υπουργό Εσωτερικών θα γίνεται εντός περιόδου δέκα μηνών, αντί το «ταχύτερο», που ισχύει σήμερα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από τους εκπροσώπους του Υπουργείου Εσωτερικών, η πιο πάνω τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία έπειτα από σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε το Τοπικό Σχέδιο Πόλης Χρυσοχούς. Οι λόγοι ακύρωσης, σύμφωνα με την εν λόγω δικαστική απόφαση, αφορούν το γεγονός ότι στο κοινό συμβούλιο συμμετείχαν πρόσωπα τα οποία ήταν ιδιοκτήτες ή στενοί συγγενείς ιδιοκτητών ακινήτων που επηρεάζονται από το εν λόγω τοπικό σχέδιο. Το υπό αναφορά κοινό συμβούλιο συστάθηκε και λειτούργησε με βάση σχετική διάταξη του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, για να παράσχει συμβουλή στον Υπουργό Εσωτερικών, του οποίου οι σχετικές εξουσίες εκχωρήθηκαν στο Πολεοδομικό Συμβούλιο.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, κατέληξε στην εν λόγω απόφαση υιοθετώντας τη θέση ότι το κριτήριο της αμεροληψίας είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Σημειώνεται ότι η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

Υπό το φως των νέων δεδομένων που δημιουργήθηκαν, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, από την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της θέσης ότι το κοινό συμβούλιο ήταν όργανο που λειτούργησε παράνομα, αφού σε αυτό συμμετείχαν πρόσωπα τα οποία ήταν ιδιοκτήτες ή στενοί συγγενείς ιδιοκτητών ακινήτων που επηρεάζονται από το τοπικό σχέδιο, μεταξύ των οποίων και αξιωματούχοι της τοπικής αυτοδιοίκησης, το Υπουργείο Εσωτερικών, μετά από εκτενή συζήτηση που είχε με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που επικρέμονται όλων των σχεδίων ανάπτυξης που δημοσιεύθηκαν ή που θα δημοσιευθούν με βάση διαδικασίες που προβλέπονται στη βασική νομοθεσία, κατέθεσε το πιο πάνω νομοσχέδιο στη Βουλή.

Με το πιο πάνω νομοσχέδιο σκοπείται μεταξύ άλλων η τροποποίηση των σχετικών με το κοινό συμβούλιο άρθρων της βασικής νομοθεσίας κατά τρόπο, ώστε να αποφευχθεί η συμμετοχή στη διαδικασία οργάνων των οποίων απαιτείται η κατά νόμο σύμπραξη για την παραγωγή μιας διοικητικής πράξης και τα οποία, ως εκ της σύνθεσής τους, δεν παρέχουν εγγύηση αμερόληπτης κρίσης κατά τον τρόπο που το θέμα αντιμετωπίστηκε στην αναφερόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή, το Υπουργείο Εσωτερικών, σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, θεωρεί ότι η προτεινόμενη κατάργηση των κοινών συμβουλίων ως θεσμοθετημένων διά νόμου οργάνων και η εισαγωγή υποχρέωσης για τη λήψη των απόψεων των δημοτικών ή/και κοινοτικών συμβουλίων, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων προσώπων ή αρχών ή φορέων κρίνει ο υπουργός, απαντούν στα θέματα που προκύπτουν από την αναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Στο στάδιο της μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου από την επιτροπή εκφράστηκαν διαφωνίες και επιφυλάξεις, τόσο εκ μέρους της επιτροπής όσο και εκ μέρους των ενδιαφερόμενων πλευρών, σε σχέση με την υπό αναφορά κατάργηση των κοινών συμβουλίων. Ειδικότερα υποστηρίχθηκε πως οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αντιβαίνουν στο πνεύμα της βασικής νομοθεσίας, η οποία με την ψήφισή της προβλήθηκε ως μια δημοκρατική νομοθεσία, στην εφαρμογή της οποίας συμμετέχει ο λαός για την υλοποίηση των στόχων της μέσω των δημοκρατικά εκλελεγμένων αντιπροσώπων του, αλλά και άλλων επαγγελματικών οργανώσεων. Περαιτέρω υποστηρίχθηκε πως η κατάργηση θεσμών που διασφαλίζουν τη διαφάνεια, όπως είναι τα κοινά συμβούλια, είναι λανθασμένη, δεδομένου ότι ο ρόλος τους είναι συμβουλευτικός.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών ενημέρωσαν την επιτροπή πως, παρ’ όλο που η προτεινόμενη τροποποίηση για την κατάργηση των κοινών συμβουλίων δεν είναι η ιδανικότερη, εντούτοις, έπειτα από μακρές συζητήσεις που είχε το υπουργείο τους με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις αποτελεί τη μόνη θεραπεία, δεδομένου ότι με την κατάργησή τους δεν υποβαθμίζεται ο ρόλος των τοπικών αρχών κατά την εκπόνηση των τοπικών σχεδίων, επειδή, σύμφωνα με την προτεινόμενη στο νομοσχέδιο διαδικασία, ο υπουργός θα διαβουλεύεται τόσο με τις τοπικές αρχές όσο και με άλλους φορείς. Επιπρόσθετα δήλωσαν πως η εν λόγω διαδικασία δε θα έχει την έννοια ενός θεσμοθετημένου σώματος το οποίο θα υποχρεούται ο υπουργός να συμβουλεύεται.

Στη βάση της συζήτησης που διεξήχθη στην επιτροπή, καθώς και όλων των επιφυλάξεων που εκφράστηκαν σε σχέση με την προτεινόμενη κατάργηση των κοινών συμβουλίων, η επιτροπή κάλεσε το Υπουργείο Εσωτερικών να διαμορφώσει το κείμενο του νομοσχεδίου, έτσι ώστε ο ρόλος των κοινών συμβουλίων να εξακολουθήσει να υπάρχει και επιπρόσθετα να προστεθεί στο κείμενό του πρόνοια, σύμφωνα με την οποία να αποτελεί κώλυμα η συμμετοχή στα εν λόγω συμβούλια μέλους του που έχει ιδιάζουσα σχέση ή συγγενικό δεσμό μέχρι δεύτερου βαθμού, αντί του τέταρτου βαθμού που ισχύει σήμερα, με την προϋπόθεση ότι θα έχει ουσιαστικό συμφέρον.

Το Υπουργείο Εσωτερικών, ανταποκρινόμενο στην πιο πάνω παράκληση της επιτροπής, κατέθεσε διαμορφωμένο κείμενο σύμφωνα με τα πιο πάνω.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε στην επιτροπή ότι ο τέως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διαφώνησε με το θέμα της μείωσης των βαθμών συγγένειας που αναφέρονται πιο πάνω. Ωστόσο, παρά τις επιφυλάξεις του Γραφείου της, όπως δήλωσε η ίδια, λόγω των πρακτικών δυσκολιών που αναφέρθηκαν στην επιτροπή, σύμφωνα με τις οποίες ενδέχεται μέλος του κοινού συμβουλίου να μη γνωρίζει το ουσιαστικό συμφέρον προσώπου που είναι συγγενής του μέχρι του τέταρτου βαθμού συγγένειας, αλλά να είναι δυνατό να γνωρίζει τέτοιο συμφέρον μόνο για συγγενικά του πρόσωπα μέχρι του δεύτερου βαθμού συγγένειας, η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών, διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου ανάλογα.

Οι εκπρόσωποι της Ένωσης Δήμων Κύπρου, της Ένωσης Κοινοτήτων Κύπρου και του ΕΤΕΚ, παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις που εξέφρασαν σε σχέση με ορισμένες πρόνοιες του διαμορφωμένου κειμένου του νομοσχεδίου, τάχθηκαν υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο.

Οι εκπρόσωποι του Πολεοδομικού Συμβουλίου συμφώνησαν με τις πρόνοιες του διαμορφωμένου κειμένου του νομοσχεδίου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε να τροποποιήσει περαιτέρω τη σχετική διάταξη του διαμορφωμένου κειμένου του νομοσχεδίου, σύμφωνα με την οποία συνιστά κώλυμα η συμμετοχή στο κοινό συμβούλιο μέλους του, σε περίπτωση που αυτό ή η σύζυγός του ή συγγενής του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του δεύτερου βαθμού συγγένειας έχει ουσιαστικό συμφέρον στην εκπόνηση ή τροποποίηση τοπικού σχεδίου και σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή του επιτρέπεται μόνο όταν το κοινό συμβούλιο αδυνατεί να συνέλθει λόγω έλλειψης απαρτίας, έτσι ώστε να μπορεί να συμμετέχει σε αυτό, αν δηλώσει την ύπαρξη του εν λόγω συμφέροντος.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού εισηγήθηκαν την περαιτέρω τροποποίηση του νομοσχεδίου αυτού, έτσι ώστε να καθοριστεί με σαφήνεια η απαιτούμενη απαρτία των αιρετών μελών για την έγκυρη λήψη αποφάσεων από τα κοινά συμβούλια. Η εν λόγω θέση τους, υποστήριξαν, αποτελεί λογική συνέχεια του όλου πνεύματος που διέπει το νομικοπολιτικό πλαίσιο του κοινού συμβουλίου, δηλαδή της ανάδειξης των αρχών της διαφάνειας και της πολιτικής ευθύνης ως του βασικού υποβάθρου λειτουργίας των κοινών συμβουλίων.

Η υπό αναφορά εισήγηση για τροποποίηση του νομοσχεδίου συζητήθηκε στην επιτροπή, αλλά δεν υιοθετήθηκε από την πλειοψηφία της λόγω των επιφυλάξεων που εκφράστηκαν από την εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε σχέση με τις πρακτικές δυσκολίες που ενδεχομένως να παρατηρηθούν στην ομαλή λειτουργία των κοινών συμβουλίων λόγω της απουσίας από τις συνεδρίες τους των αιρετών μελών τους.

Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό τελικά έχει διαμορφωθεί από αυτή σύμφωνα με τα πιο πάνω και αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2006».

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Ευρωπαϊκού Κόμματος και το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν στις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια της Βουλής.

 

20 Δεκεμβρίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων