Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί του Ενιαίου Δημόσιου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμος του 2005»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Κύπρος Χρυσοστομίδης
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Σωκράτης Χάσικος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Ρίκκος Ερωτοκρίτου
Κώστας Παπακώστας  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε αρκετές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα από 28 Σεπτεμβρίου μέχρι 14 Δεκεμβρίου 2006. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι των Υπουργείων Οικονομικών και Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου, της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται με το υπό αναφορά νομοσχέδιο είναι η θέσπιση νομοθεσίας με την οποία να ρυθμίζεται ο καθορισμός του επιτοκίου υπερημερίας, το οποίο θα ισχύει και θα εφαρμόζεται ενιαία στις περιπτώσεις όπου σε άλλη ισχύουσα νομοθεσία προβλέπεται η καταβολή ή πληρωμή από ή προς το δημόσιο τόκων υπερημερίας συνεπεία παράλειψης ή καθυστέρησης στην εξόφληση οποιουδήποτε ληξιπρόθεσμου χρέους οφειλόμενου από ή προς το δημόσιο.

Η ανάγκη θέσπισης της προτεινόμενης νομοθεσίας, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, είναι η πλήρωση του κενού καθόσον αφορά την πολιτική χρέωσης τόκου υπερημερίας για καθυστερημένες οφειλές προς το δημόσιο και τους διάφορους οργανισμούς του, αλλά και για την επιστροφή οφειλών σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα από το δημόσιο. Πριν από την κατάργηση του περί Τόκου Νόμου, το 2001, καθοριζόταν ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό τόκου ύψους 9%, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιείτο ως παράμετρος για τη χρέωση τόκου υπερημερίας. Ως εκ τούτου προέκυψε η ανάγκη διαμόρφωσης μιας ενδεδειγμένης μεθοδολογίας για τον καθορισμό του επιτοκίου υπερημερίας για καθυστερημένες οφειλές.

Σημειώνεται ότι της κατάθεσης του νομοσχεδίου προηγήθηκε εξέταση από την επιτροπή συναφούς θέματος το οποίο ενέγραψε η βουλευτής Μαρία Κυριακού με τίτλο «Η ανάγκη αναπροσαρμογής του επιτοκίου στις περιπτώσεις οφειλών προς το κράτος, καταβολής αποζημιώσεων για απαλλοτριώσεις και εξ αποφάσεως οφειλών». Στα πλαίσια της συζήτησης που προηγήθηκε, επισημάνθηκαν τα πιο πάνω και ιδιαίτερα η ανάγκη της ενιαίας αντιμετώπισης των πολιτών από το κράτος στις περιπτώσεις οφειλών τους προς το κράτος και αντίστροφα. Επιπρόσθετα η επιτροπή είχε ενημερωθεί από τους κυβερνητικούς αρμόδιους ότι προς το σκοπό της νομοθετικής ρύθμισης των πιο πάνω αναγκών ετοιμαζόταν ήδη το παρόν νομοσχέδιο, το οποίο τελικά κατατέθηκε στη Βουλή τον Ιούνιο του 2005.

Σημειώνεται επίσης ότι το εν λόγω νομοσχέδιο εξετάστηκε και από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της απελθούσας Βουλής.

Ειδικότερα στο νομοσχέδιο αυτό προβλέπονται κυρίως τα ακόλουθα:

1. Το “δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας” θα εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου με βάση οποιαδήποτε άλλη ισχύουσα νομοθεσία είναι καταβλητέος ή πληρωτέος τόκος υπερημερίας από ή προς το δημόσιο. Οι επιμέρους διατάξεις των εν λόγω νομοθεσιών που αφορούν το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας ουσιαστικά αντικαθίστανται από τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου.

2. Η έννοια “δημόσιο” περιλαμβάνει μόνο την κυβέρνηση, τα υπουργεία, τα τμήματα, τις υπηρεσίες και τα ανεξάρτητα γραφεία ή/και υπηρεσίες αυτής. Οι ημικρατικοί οργανισμοί, νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, δήμοι, κοινότητες ή άλλες αρχές τοπικής διοίκησης δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του δημοσίου και συνεπώς οι οργανισμοί αυτοί θα έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν το δικό τους επιτόκιο υπερημερίας, ανάλογα με τις παραμέτρους της δικής τους πολιτικής και νομοθεσίας.

3. Το δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας θα καθορίζεται το Δεκέμβριο κάθε έτους από τον Υπουργό Οικονομικών με διάταγμα που θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και θα ισχύει για ολόκληρο το επόμενο έτος. Κατά τη διάρκεια του έτους ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να εκδώσει νέο διάταγμα, που θα ισχύει για το υπόλοιπο του ίδιου έτους, μόνο αν έχουν σημειωθεί σοβαρές αλλαγές στις νομισματικές ή οικονομικές συνθήκες.

4. Ως βάση για τον καθορισμό του δημόσιου επιτοκίου υπερημερίας θα λαμβάνεται το βασικό επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Lombard rate), το οποίο όμως μπορεί να διαφοροποιηθεί πολλές φορές το χρόνο. Για τον καθορισμό του ύψους του δημοσίου επιτοκίου υπερημερίας θα υπολογίζεται ο μέσος όρος των βασικών επιτοκίων που ίσχυαν στο τέλος κάθε μήνα κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες και στο μέσο όρο θα προστίθεται ένα ποσοστό αναπροσαρμογής μέχρι 4%, λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε τρέχουσες οικονομικές συνθήκες και/ή οι νομισματικές συνθήκες.

Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου, η επιτροπή ζήτησε και πήρε από τους εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών διευκρινίσεις αναφορικά με ορισμένες διατάξεις του. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, το Υπουργείο Οικονομικών, με τη σύμφωνη γνώμη του εκπροσώπου της Νομικής Υπηρεσίας, υπέβαλε αναθεωρημένο κείμενο, στο οποίο, μεταξύ άλλων, σημειώθηκαν οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

1. Διευκρινίστηκε ότι οι εκάστοτε τρέχουσες οικονομικές ή νομισματικές συνθήκες που θα λαμβάνει υπόψη ο Υπουργός Οικονομικών, για να καθορίσει το ποσοστό αναπροσαρμογής, θα είναι ιδιαίτερα η υφιστάμενη ρευστότητα της οικονομίας, η ζήτηση για δάνεια και το ύψος των δανειστικών τραπεζικών επιτοκίων. Επιπρόσθετα, το Υπουργείο Οικονομικών υποστήριξε τη θέση ότι το ανώτατο όριο του προστιθέμενου ποσοστού αναπροσαρμογής δε θα πρέπει να μειωθεί, αλλά να παραμείνει στο ποσοστό του 4%, όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο, με στόχο το επιτόκιο υπερημερίας να είναι υψηλότερο από το δανειστικό επιτόκιο που χρεώνουν οι εμπορικές τράπεζες και έτσι να αποτελεί αντικίνητρο στην καθυστέρηση καταβολής των οφειλών.

2. Διευκρινίστηκε ότι οι σοβαρές αλλαγές στις νομισματικές ή οικονομικές συνθήκες τις οποίες θα λαμβάνει υπόψη ο Υπουργός Οικονομικών, προκειμένου να εκδώσει νέο διάταγμα στη διάρκεια του ίδιου έτους, αναθεωρώντας το ύψος του δημόσιου επιτοκίου υπερημερίας, θα είναι ιδιαίτερα η ουσιώδης μεταβολή της υφιστάμενης ρευστότητας της οικονομίας, η αυξημένη ζήτηση για δάνεια και η μεγάλη και απότομη μεταβολή του ύψους των δανειστικών τραπεζικών επιτοκίων.

Στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχεδίου εκφράστηκε περαιτέρω η άποψη ότι θα πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της προτεινόμενης νομοθεσίας η περίπτωση τόκου ο οποίος είναι καταβλητέος δυνάμει του άρθρου 10 (ιδ) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας εισηγήθηκε όπως η πιο πάνω εξαίρεση διατυπωθεί ως εξαίρεση από την έννοια του ορισμού του όρου “δημόσιος τόκος υπερημερίας”.

Επιπρόσθετα, το Υπουργείο Οικονομικών επισήμανε την ανάγκη να αντικατασταθεί ο ορισμός του όρου “βασικό επιτόκιο” από νέο ορισμό. Η πιο πάνω τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία ύστερα από την πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με την οποία η βάση τιμολόγησης των δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων θα είναι το επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (main refinancing operations - repo rate) σε αντικατάσταση του επιτοκίου διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης (Lombard rate).

Αναφορικά με την ημερομηνία έναρξης ισχύος του προτεινόμενου νόμου, το Υπουργείο Οικονομικών θεωρεί ότι αυτή θα πρέπει να είναι η 1η Ιανουαρίου 2007, δηλαδή η αρχή του έτους, καθότι έτσι διευκολύνεται τόσο ο υπολογισμός και η καταβολή οφειλών από και προς τα κυβερνητικά τμήματα όσο και η αναγκαία προσαρμογή των μηχανογραφικών συστημάτων τους. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Οικονομικών επισήμανε ότι, αν η πρόθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι η νέα νομοθεσία να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2007, τότε θα πρέπει να προωθηθεί άμεσα η ψήφιση του νομοσχεδίου, ώστε να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στα κυβερνητικά τμήματα, για να προβούν στις αναγκαίες αλλαγές.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της και αφού διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου στη βάση των πιο πάνω, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος και του μέλους της βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κόμματος εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό τελικά έχει διαμορφωθεί από αυτήν.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

20 Δεκεμβρίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων