Αρχείο

    

Κοινή έκθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Νομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί της Δέκατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006»

Παρόντες:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Νίκος Κλεάνθους, πρόεδρος
Τάσος Μητσόπουλος Αθηνά Κυριακίδου
Αριστοφάνης Γεωργίου Τάκης Χατζηγεωργίου
Κώστας Παπακώστας Κύπρος Χρυσοστομίδης
Κύπρος Χρυσοστομίδης Τάσος Μητσόπουλος
Ανδρέας Αγγελίδης Χρήστος Στυλιανίδης
Νικόλας Παπαδόπουλος Κυριάκος Χατζηγιάννη
Γιαννάκης Ομήρου Φειδίας Σαρίκας
Ρίκκος Ερωτοκρίτου Δημήτρης Συλλούρης

Ιστορικό

Το πιο πάνω νομοσχέδιο κατατέθηκε κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική σύνοδο, στις 9 Φεβρουαρίου 2006, και παραπέμφθηκε για εξέταση στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της απελθούσας Βουλής.

Οι εν λόγω επιτροπές εξέτασαν από κοινού το πιο πάνω νομοσχέδιο σε αριθμό συνεδριών τους και ετοίμασαν σχετική έκθεση, με σκοπό την προώθησή του στην ολομέλεια του σώματος για συζήτηση. Επειδή κρίθηκε ορθό να ζητηθεί η άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αριθμό ζητημάτων τα οποία αφορούσαν τις προτεινόμενες από την πλειοψηφία των δύο επιτροπών τροποποιήσεις στο αρχικό νομοσχέδιο, αποφασίστηκε η αναβολή της συζήτησης του νομοσχεδίου και η παραπομπή του για εξέταση από τη νέα Βουλή.

Οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της παρούσας Βουλής μελέτησαν εκ νέου το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες τους, που πραγματοποιήθηκαν στις 29 Ιουνίου και στις 4 και 11 Ιουλίου 2006.

Στην πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, καθώς και εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Στα πλαίσια της συνεδρίασης αυτής, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας απάντησε σε αριθμό ερωτημάτων που τέθηκαν από τα μέλη των δύο επιτροπών και έδωσε τη νομική του άποψη για ορισμένες από τις προταθείσες από τα μέλη της προηγούμενης Βουλής τροποποιήσεις, ενόψει του ενδεχόμενου υιοθέτησής τους από ορισμένα μέλη των επιτροπών της παρούσας Βουλής.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της μακράς και ενδελεχούς εξέτασης της οποίας έτυχε το πιο πάνω νομοσχέδιο από τις επιτροπές της απελθούσας Βουλής τα μέλη των αντίστοιχων επιτροπών της παρούσας Βουλής είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν και να αξιοποιήσουν τα αποστενογραφημένα πρακτικά τα οποία τηρήθηκαν στις συνεδρίες της προηγούμενης Βουλής, όλα τα στοιχεία που κατατέθηκαν από τους αρμοδίους και από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στο παρελθόν, καθώς και την έκθεση που είχε ετοιμαστεί προς την ολομέλεια από τις δύο επιτροπές. Ως εκ τούτου, τα μέλη των επιτροπών κατέστησαν κοινωνοί του προβληματισμού που επικράτησε στις δύο επιτροπές στο παρελθόν, ο οποίος αποτέλεσε και τη βάση για την περαιτέρω εξέταση του όλου θέματος.

Σκοπός του νομοσχεδίου

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του συντάγματος, ώστε αυτό να προσαρμοστεί στις συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τρόπο που να παρέχεται στη Δημοκρατία η δυνατότητα να ανταποκρίνεται επιτυχώς στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπρόσθετα, προτείνεται η τροποποίηση του συντάγματος, για να παρασχεθεί στη Δημοκρατία η δυνατότητα να ανταποκρίνεται και στις διεθνείς υποχρεώσεις που ανέλαβε αναφορικά με την έκδοση ή παράδοση πολιτών της που διέπραξαν ποινικά αδικήματα στην αλλοδαπή.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε προγενέστερο στάδιο, στις 17 Ιουνίου 2004, είχε κατατεθεί στο σώμα από το βουλευτή κ. Ιωνά Νικολάου σχετική πρόταση νόμου, με τίτλο «Ο περί της Ένατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2004», η οποία μελετήθηκε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών στην παρελθούσα Βουλή σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 25 Νοεμβρίου 2004, στις 17 Νοεμβρίου 2005 και στις 26 Ιανουαρίου 2006. Στις συνεδρίες της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και εκπρόσωποι του υπό αναφορά υπουργείου.

Σκοπός της πρότασης νόμου, σύμφωνα με τον εισηγητή της, είναι η τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του συντάγματος, ώστε να επιτευχθεί η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στην Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς να υπάρχει και η ελάχιστη πιθανότητα σύγκρουσής του με διατάξεις του συντάγματος, αλλά και για να διαφυλάσσεται η ασφάλεια του δικαίου.

Ειδικότερα, με την πρόταση νόμου προτείνονται τα ακόλουθα:

1. Τροποποίηση του άρθρου 169 του συντάγματος, ώστε η Δημοκρατία να δεσμεύεται από κάθε υφιστάμενη ή μέλλουσα πράξη που εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ώστε η κάθε τέτοια πράξη να αποτελεί μέρος του ημεδαπού δικαίου. Επιπρόσθετα, προτείνεται η περίληψη στο άρθρο 169 πρόνοιας, σύμφωνα με την οποία η Δημοκρατία να δύναται να ασκεί κάθε επιλογή ή διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στις Συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Τροποποίηση του άρθρου 179 του συντάγματος, ώστε το σύνταγμα να είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας τηρουμένων των διατάξεων του δικαίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Στα πλαίσια των συνεδριάσεων της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών της απελθούσας Βουλής, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενημέρωσε τα μέλη της ότι η εκτελεστική εξουσία σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας επεξεργάζονταν νομοσχέδιο με το ίδιο αντικείμενο, το οποίο επρόκειτο σύντομα να κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Υπό το φως αυτής της διαβεβαίωσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ανέστειλε την περαιτέρω εξέταση της πρότασης νόμου και επιφυλάχθηκε να την εξετάσει εκ νέου μαζί με το τροποποιητικό νομοσχέδιο, όταν αυτό θα κατετίθετο στη Βουλή.

Μετά την κατάθεση στο σώμα και την παραπομπή ενώπιον των δύο επιτροπών του εν λόγω νομοσχεδίου, διαπιστώθηκε τότε ότι αυτό κάλυπτε πλήρως το αντικείμενο και τους σκοπούς της πρότασης νόμου που είχε κατατεθεί από τον κ. Ιωνά Νικολάου. Πρόσθετα, το νομοσχέδιο κρίθηκε ότι υιοθετεί παρόμοια προσέγγιση σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και τη νομοτεχνική του μορφή. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε όπως για σκοπούς της περαιτέρω διεκπεραίωσής τους προωθηθεί η μελέτη και επεξεργασία του κειμένου του νομοσχεδίου.

Ειδικότερα, με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο προτείνονται τα ακόλουθα:

1. Τροποποίηση του συντάγματος με την προσθήκη του νέου άρθρου 1Α. Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του εν λόγω άρθρου, η Δημοκρατία δεσμεύεται να επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση, να συμμετέχει στη διαμόρφωση της πολιτικής της Ένωσης και να τηρεί τις σχετικές υποχρεώσεις της προς αυτή. Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου διατυπώνεται ο σεβασμός της Δημοκρατίας προς το δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην τρίτη παράγραφο αφενός διατυπώνεται ρητά ότι καμία συνταγματική διάταξη δε θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να αντιστρατεύεται νόμους, πράξεις ή μέτρα της Δημοκρατίας που θεσπίζονται στα πλαίσια της συμμετοχής της στην Ένωση και αφετέρου προβλέπεται ότι καμία συνταγματική διάταξη δε θεωρείται ότι εμποδίζει ή ματαιώνει τη νομική ισχύ στην έννομη τάξη της Δημοκρατίας πράξεων ή μέτρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της Ένωσης ή των οργάνων τους.

2. Τροποποίηση του άρθρου 11 του συντάγματος, και συγκεκριμένα της υποπαραγράφου (στ) της παραγράφου 2 αυτού, για να επιτρέπεται η σύλληψη ή κράτηση πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του, για συμμόρφωση με συναφή υποχρέωση της Δημοκρατίας που απορρέει από διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει η Δημοκρατία στα πλαίσια της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας σε ποινικά θέματα.

Διευκρινιστικά αναφέρεται ότι με βάση το υφιστάμενο άρθρο 11, που κατοχυρώνει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας, η σύλληψη για σκοπούς έκδοσης περιορίζεται αποκλειστικά σε αλλοδαπούς. Με τη γενικότερη προτεινόμενη τροποποίηση για την υπεροχή του δικαίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι του συντάγματος καθίσταται δυνατή η έκδοση ή παράδοση ημεδαπών πολιτών για σκοπούς εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Περαιτέρω, με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 11 καθίσταται δυνατή η έκδοση ή παράδοση πολιτών της Δημοκρατίας σε τρίτες χώρες σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία.

3. Τροποποίηση του άρθρου 140 του συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα αναφοράς του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά με τη συνταγματικότητα νόμου ή απόφασης της Βουλής, με την προσθήκη ως επιπρόσθετου λόγου αναφοράς της αντίθεσης με το δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4. Τροποποίηση του άρθρου 169 του συντάγματος, ώστε η Δημοκρατία να δεσμεύεται από κάθε υφιστάμενη ή μέλλουσα πράξη που εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ώστε η κάθε τέτοια πράξη να αποτελεί μέρος του ημεδαπού δικαίου. Επιπρόσθετα, προτείνεται η περίληψη στο άρθρο 169 πρόνοιας, σύμφωνα με την οποία η Δημοκρατία να δύναται να ασκεί κάθε επιλογή ή διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στις Συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5. Τροποποίηση του άρθρου 179 του συντάγματος, για να καθορίζεται σε αυτό ότι το σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος του κράτους τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του νέου άρθρου 1Α.

Στο στάδιο της μελέτης του υπό συζήτηση νομοσχεδίου από τις αρμόδιες επιτροπές της απελθούσας Βουλής, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επεξήγησε το περιεχόμενο των προτεινόμενων τροποποιήσεων και τους λόγους για τους οποίους υπήρξε ανάγκη για τροποποίηση του συντάγματος, διευκρινίζοντας ότι οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν αποκλειστικά μη θεμελιώδη άρθρα του. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η ανάγκη για τροποποίηση του συντάγματος της Δημοκρατίας κατά τρόπο ώστε το δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υπερέχει των συνταγματικών διατάξεων ή τουλάχιστον να μην κωλύεται η εφαρμογή του από συνταγματικούς περιορισμούς προέκυψε από την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η ανάγκη αυτή κατέστη επιβεβλημένη μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2005 σε υπόθεση που αφορούσε αίτημα των δικαστικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου για εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πολίτη της Δημοκρατίας. Στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η Δημοκρατία δεν μπορούσε να βασιστεί σε διατάξεις απόφασης-πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να εφαρμόσει πρόνοια νόμου που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του συντάγματος.

Αναφερόμενος στη μέθοδο που ακολουθήθηκε κατά τη σύνταξη του εν λόγω νομοσχεδίου, ο Γενικός Εισαγγελέας δήλωσε ότι εφαρμόστηκε η μέθοδος των γενικών τροποποιήσεων αντί αυτής με την οποία τροποποιούνται επιμέρους διατάξεις του συντάγματος που αντίκεινται στο δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό έγινε, σύμφωνα με το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να αποφευχθεί η τροποποίηση θεμελιωδών άρθρων, που δεν είναι δυνατή σύμφωνα με το εν ισχύι σύνταγμα.

Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση του πιο πάνω νομοσχεδίου ενώπιον των δύο επιτροπών, τόσο από την προηγούμενη Βουλή όσο και από την παρούσα, τηρήθηκαν στενογραφημένα πρακτικά, τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα στο αρχείο της Βουλής και στη διάθεση κάθε μέλους του σώματος.

Σημεία προβληματισμού

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου από τις δύο επιτροπές της απελθούσας Βουλής ηγέρθη από τα μέλη τους αριθμός ζητημάτων τα οποία τις απασχόλησαν ιδιαίτερα και τα οποία αφορούσαν, ειδικότερα, τα ακόλουθα:

1. Το κατά πόσο είναι επιβεβλημένη η τροποποίηση του συντάγματος για την αναγνώριση της υπεροχής του δικαίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αν αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί.

2. Το ενδεχόμενο ο βαθμός και η έκταση της προτεινόμενης τροποποίησης να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο που απαιτείται για την αναγνώριση της υπεροχής του κοινοτικού κεκτημένου και την εκχώρηση των απαραίτητων εξουσιών στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 11 για την άρση του υφιστάμενου συνταγματικού κωλύματος σε σχέση με την έκδοση ή παράδοση πολιτών της Δημοκρατίας.

Ειδικότερα, αναφορικά με την εν λόγω τροποποίηση υπήρξε προβληματισμός για τα ακόλουθα:

α. Το λόγο για τον οποίο κρίθηκε αναγκαίο να δοθεί η δυνατότητα έκδοσης πολιτών της Δημοκρατίας σε τρίτες χώρες σύμφωνα με διεθνείς συμβάσεις που δεσμεύουν τη Δημοκρατία, πέρα από την περίπτωση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που απαιτείται από το κοινοτικό κεκτημένο.

β. Κατά πόσο, στην περίπτωση που η έκδοση πολιτών της Δημοκρατίας σε τρίτες χώρες είναι επιβεβλημένη από υποχρέωσή μας που προκύπτει από διεθνή σύμβαση, θα ήταν ορθό να καθορίζονται στο σύνταγμα ονομαστικά οι συγκεκριμένες αυτές συμβάσεις για τις οποίες πρέπει να παρασχεθεί η δυνατότητα έκδοσης πολίτη, αντί η δυνατότητα αυτή να γενικεύεται.

γ. Το ενδεχόμενο η νέα ρύθμιση για τη δυνατότητα έκδοσης Κυπρίων πολιτών να περιοριστεί μόνο αναφορικά με γεγονότα ή πράξεις που έπονται χρονικά της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος της. Στην αντίθετη περίπτωση, δυνατόν να παραβιάζεται η γενική αρχή του δικαίου για τη μη αναδρομικότητα ποινικού νόμου, αρχή που κατά μια άποψη θα πρέπει να εφαρμόζεται και στους κανόνες της ποινικής δικονομίας.

δ. Σε σχέση ειδικότερα με την έκδοση πολίτη της Δημοκρατίας για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, τα περιθώρια που η σχετική απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχει για μεταβατικές ρυθμίσεις σε σχέση με το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων ή γεγονότων που θα καλύπτει το νέο καθεστώς έκδοσης.

ε. Την ανάγκη να προστατευθούν τα πρόσωπα των οποίων ζητείται η έκδοση από το ενδεχόμενο το αδίκημα να αφορά τις πολιτικές τους πεποιθήσεις ή θέματα που σχετίζονται με την προάσπιση ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Σε σχέση με την ανάγκη τροποποίησης του συντάγματος για την αναγνώριση της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας τόνισε κατηγορηματικά ότι μετά την προαναφερθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η τροποποίηση αυτή καθίσταται επιβεβλημένη. Ανέφερε πρόσθετα ότι κατά την ετοιμασία του υπό συζήτηση νομοσχεδίου κατεβλήθη προσπάθεια, ώστε οι εν λόγω τροποποιήσεις να γίνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή φειδώ και ότι για τη σύνταξή τους ζητήθηκαν οι απόψεις ατόμων που είναι καλοί γνώστες του κοινοτικού δικαίου.

Οι επιτροπές στα πλαίσια του προβληματισμού τους για την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έκριναν σκόπιμο να μελετήσουν συγκριτικά στοιχεία σε σχέση με τις μεθόδους που ακολουθήθηκαν από άλλες χώρες μέλη στο στάδιο της ένταξής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το σκοπό αυτό, ζήτησαν την κατάθεση στοιχείων αναφορικά με ανάλογες τροποποιήσεις που έγιναν στα συντάγματα άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να καταστεί δυνατή η μελέτη διάφορων προτύπων, με σκοπό να διερευνηθεί η έκταση και ο χαρακτήρας των τροποποιήσεων αυτών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επιδείχθηκε για την περίπτωση της Ιρλανδίας, που επέτυχε την αναγνώριση της υπεροχής του ευρωπαϊκού κεκτημένου με την εισαγωγή μιας γενικής ερμηνευτικής ρήτρας στο σύνταγμά της. Οι επιτροπές για την απόκτηση σαφέστερης εικόνας σε σχέση με τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η Δημοκρατία ζήτησαν ενημέρωση και κατάθεση συμπληρωματικών στοιχείων σε σχέση με το ζήτημα της μεταβίβασης μέρους των αρμοδιοτήτων ή της κυριαρχίας των κρατών μελών στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Επίσης, μελέτησαν στοιχεία για το βαθμό δεσμευτικότητας των υφιστάμενων νομοθετικών μέσων και των πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των οργάνων της.

Αναφορικά με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 11, τα μέλη των επιτροπών προβληματίστηκαν κατά πόσο η εν λόγω τροποποίηση, όπως έχει διατυπωθεί στο νομοσχέδιο, είναι γενική και επιτρέπει την έκδοση ή παράδοση πολιτών της Δημοκρατίας σε όλες τις τρίτες χώρες με τις οποίες υφίστανται δεσμευτικές για τη Δημοκρατία διεθνείς συμβάσεις που περιλαμβάνουν πρόνοιες για έκδοση φυγοδίκων. Μεταξύ άλλων, την επιτροπή προβλημάτισε η σκοπιμότητα της συμπερίληψης όλων των διεθνών συμβάσεων γενικά στο πεδίο εφαρμογής της υπό αναφορά τροποποίησης. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διευκρίνισε σε σχέση με το θέμα αυτό ότι η υποχρέωση για έκδοση Κυπρίων σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρέει από το κοινοτικό κεκτημένο, ενώ η έκδοση σε τρίτες χώρες προβλέπεται από διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει η Δημοκρατία, κάνοντας ειδική αναφορά στη Συνθήκη της Ρώμης για τη Σύσταση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της συζήτησης διευκρινίστηκε επίσης από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο η έκδοση πολιτών της Δημοκρατίας δεν καθίσταται υποχρεωτική, αφού η προτεινόμενη τροποποίηση παρέχει απλώς την ευχέρεια για έκδοση. Όπως ειδικότερα επισημάνθηκε, οι κυρωθείσες από τη Δημοκρατία διεθνείς συμβάσεις για θέματα έκδοσης φυγοδίκων περιλαμβάνουν, εκτός από την αρχή της αμοιβαιότητας, όρους και ασφαλιστικές δικλίδες που πρέπει να ικανοποιούνται σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να ικανοποιηθεί αίτημα που υποβλήθηκε για έκδοση πολίτη της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το Γενικό Εισαγγελέα, οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν εχέγγυα για δίκαιη δίκη και κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Κατά την εξέταση του νομοσχεδίου αναφέρθηκε επίσης ότι όλες οι διμερείς συμβάσεις για έκδοση φυγοδίκων που έχει συνάψει η Δημοκρατία με τρίτες χώρες περιλαμβάνουν πρόνοια για μη έκδοση Κυπρίων υπηκόων. Για το θέμα αυτό ζητήθηκαν και λήφθηκαν από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας πρόσθετα στοιχεία.

Υπό το φως των πιο πάνω διευκρινίσεων του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα μέλη απασχόλησε στη συνέχεια το ενδεχόμενο να καθορισθούν στο υπό αναφορά άρθρο του συντάγματος ονομαστικά οι συγκεκριμένες διεθνείς συμβάσεις που δημιουργούν υποχρέωση για έκδοση Κυπρίων πολιτών σε τρίτες χώρες, καθώς και το ενδεχόμενο η υποχρέωση αυτή να περιοριστεί σε διεθνείς συμβάσεις που διέπουν θέματα τρομοκρατίας και όχι αδικήματα κοινού ποινικού δικαίου. Σε σχέση με το θέμα αυτό ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι αυτού του είδους οι περιορισμοί ενσωματώνονται κατά κανόνα στις συμβάσεις που συνομολογούνται με τις τρίτες χώρες και δεν τίθενται ως συνταγματικοί περιορισμοί.

Σε σχέση με το άρθρο 11, εκφράστηκαν επίσης επιφυλάξεις από μέλη των επιτροπών για το γεγονός ότι η προτεινόμενη ρύθμιση επιτρέπει την έκδοση πολιτών της Δημοκρατίας για ποινικά αδικήματα που έχουν διαπραχθεί σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης της ισχύος της υπό εξέταση τροποποίησης του συντάγματος. Ορισμένα μέλη υποστήριξαν ότι η εν λόγω ρύθμιση ενδεχομένως να παραβιάζει την αρχή της μη αναδρομικής ισχύος ποινικών διατάξεων. Περαιτέρω, υπήρξε προβληματισμός για τους λόγους για τους οποίους η Δημοκρατία δεν περιόρισε το χρονικό πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων ή και της υιοθέτησής του, πρακτική που υιοθετήθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον των επιτροπών, από ορισμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, σχολιάζοντας την εκφρασθείσα από μέλη των δύο επιτροπών ανησυχία για το ενδεχόμενο η προτεινόμενη ρύθμιση να παραβιάζει την αρχή της μη αναδρομικότητας ποινικών διατάξεων, υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για αναδρομικότητα ποινικής διάταξης.

Αναφορικά με το ειδικότερο θέμα που ηγέρθη για το μη περιορισμό του χρονικού πεδίου εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διευκρίνισε ότι η Δημοκρατία δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε τέτοιο περιορισμό, επειδή πρόκειται για δυνατότητα που παραχωρήθηκε, βάσει μεταβατικής διάταξης της απόφασης-πλαισίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στις χώρες που στις 18 Ιουλίου 2002, ημερομηνία υιοθέτησης της απόφασης-πλαισίου, είχαν την ιδιότητα του κράτους μέλους. Όπως ειδικότερα αναφέρθηκε, η Δημοκρατία καθώς και τα υπόλοιπα κράτη που προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 δεν πήραν οποιαδήποτε παρέκκλιση ή εξαίρεση από την απόφαση-πλαίσιο και ως εκ τούτου η υποχρέωση της Δημοκρατίας για έκδοση πολιτών της κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης υφίσταται από την ένταξη, ανεξάρτητα από το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Σύμφωνα με το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σε περίπτωση υιοθέτησης περιορισμού ο οποίος θα διαφοροποιεί τα αδικήματα του παρελθόντος, οι αιτήσεις έκδοσης που υποβάλλει η Δημοκρατία κινδυνεύουν να απορριφθούν από τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

Τις επιτροπές προβλημάτισε περαιτέρω η ανάγκη για τη γενικότερη κατοχύρωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των προσώπων των οποίων ζητείται η έκδοση, ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτή δε θα χρησιμοποιείται ως μέσο για την ποινική δίωξη ή τιμωρία τους σε τρίτες χώρες, για λόγους που σχετίζονται με την από μέρους τους προάσπιση ή διεκδίκηση ατομικών ή συλλογικών δικαιωμάτων ή για λόγους πολιτικών πεποιθήσεων.

Τοποθετήσεις

Οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων αφού έλαβαν υπόψη τους όλα τα πιο πάνω σημεία και τον προβληματισμό που απασχόλησαν την προηγούμενη Βουλή υπό το φως των νεότερων διευκρινίσεων που δόθηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στη βάση της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των μελών τους, κατέληξαν στις πιο κάτω κατά πλειοψηφία τοποθετήσεις τους:

1. Οι επιτροπές έχουν πειστεί για την ανάγκη αναγνώρισης της υπεροχής και του σεβασμού του κοινοτικού δικαίου, καθώς και για την αναγκαιότητα για την εκχώρηση των απαραίτητων εξουσιών προς τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, έχουν την άποψη ότι οι τροποποιήσεις του συντάγματος προς την κατεύθυνση αυτή δε θα πρέπει να γίνονται με τρόπο και σε έκταση που να υπερβαίνουν το αναγκαίο για το σκοπό αυτό μέτρο. Για το λόγο αυτό έκριναν σκόπιμο να απαλείψουν τις προτεινόμενες με το νομοσχέδιο παραγράφους 1 και 2 του νέου άρθρου 1Α του συντάγματος και να αντικαταστήσουν την παράγραφο 3 αυτού με νέα παράγραφο την οποία και επαναδιατυπώνουν. Οι επιτροπές πιστεύουν ότι έτσι επιτυγχάνεται η επιδιωκόμενη ισορροπία μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του αναγκαίου μέτρου.

2. Αναφορικά με την τροποποίηση του άρθρου 11 που αφορά την έκδοση ή παράδοση προσώπων και σε σχέση με τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες η έκδοση ή παράδοση θα είναι επιτρεπτή, γίνεται εισήγηση, ώστε το προτεινόμενο νομοσχέδιο να διαμορφωθεί ως ακολούθως:

α. Σε σχέση με την έκδοση πολίτη της Δημοκρατίας για σκοπούς εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αυτή θα είναι δυνατή μόνο αναφορικά με γεγονότα που επισυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι επιτροπές θεωρούν ότι η εν λόγω ρύθμιση καλύπτει τις υποχρεώσεις μας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού υιοθετεί ως καθοριστική ημερομηνία αυτή της προσχώρησής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ας σημειωθεί ότι αυτή είναι και η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε εφαρμογή η εσωτερική μας νομοθεσία που υιοθετεί την απόφαση-πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Παράλληλα, η ρύθμιση που οι επιτροπές εισηγούνται σέβεται την αρχή της μη αναδρομικότητας των ποινικών δικονομικών διατάξεων, μια και δε θα καλύπτει πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή. Οι επιτροπές έχουν την πεποίθηση ότι η υιοθέτηση αυτής της ρύθμισης δε θα μας δημιουργήσει ιδιαίτερα προβλήματα στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον οποίο, ας σημειωθεί, σύμφωνα με την πληροφόρηση που είχαν οι δύο επιτροπές, δεν επικρατούν ομοιόμορφες ρυθμίσεις σε σχέση με το χρονικό πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος που εισάγει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ακόμα και μεταξύ των νέων κρατών μελών.

β. Σε σχέση με την έκδοση πολίτη της Δημοκρατίας, σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, η έκδοση είναι δυνατή μόνο αναφορικά με γεγονότα που επισυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά τη δημοσίευση της υπό εξέταση ρύθμισης.

Οι επιτροπές θεωρούν αναγκαία την εισαγωγή της πιο πάνω επιφύλαξης στην προτεινόμενη ρύθμιση, γιατί δεν έχουν πειστεί ότι σε όλες τις διμερείς συμβάσεις ή και στις διεθνείς συμβάσεις που έχει συνομολογήσει η Δημοκρατία με τρίτες χώρες διασφαλίζεται με ειδική πρόνοια η μη έκδοση πολιτών της. Αντίθετα, έχουν διαπιστώσει ότι σε κάποιες από αυτές τις συμβάσεις οι πολίτες παραμένουν εκτεθειμένοι. Ως εκ τούτου, με την υιοθέτηση της επιφύλαξης αυτής διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι για εκείνες τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της προτεινόμενης ρύθμισης θα εφαρμόζεται για τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας το καθεστώς που ίσχυε όταν τελέστηκαν οι εν λόγω πράξεις.

γ. Οι επιτροπές έκριναν σκόπιμο, πέρα από τις πιο πάνω επιφυλάξεις που αφορούν τη χρονική εφαρμογή της νέας ρύθμισης για την έκδοση πολιτών της Δημοκρατίας, να υιοθετήσουν μια πρόσθετη ασφαλιστική δικλίδα με στόχο την προάσπιση γενικότερα των ανθρώπινων δικαιωμάτων κατά την έκδοση τόσο πολιτών της Δημοκρατίας όσο και αλλοδαπών. Σύμφωνα με την προτεινόμενη επιφύλαξη, η έκδοση προσώπων δε θα είναι δυνατή αν το αρμόδιο για την έκδοση όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης γίνεται με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία ενός αριθμού λόγων ή παραγόντων που ανάγονται στη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων ή διεκδικήσεων. Για το σκοπό αυτό οι επιτροπές υιοθέτησαν παρόμοιο λεκτικό με αυτό που χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια συνομολόγησης διεθνούς σύμβασης που είχε ως στόχο την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

3. Οι επιτροπές έκριναν σκόπιμο να εισηγηθούν τον περιορισμό της επέκτασης των προτεινόμενων στο άρθρο 169 του συντάγματος τροποποιήσεων, μέσα στο πνεύμα της προαναφερθείσας προσπάθειάς τους οι τροποποιήσεις να περιοριστούν στο μέτρο του αναγκαίου. Ως εκ τούτου, σε σχέση με το άρθρο αυτό, διατηρείται μόνο η πρόνοια που παρέχει στη Δημοκρατία τη δυνατότητα να ασκεί κάθε επιλογή ή διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στις Συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα μέλη των δύο επιτροπών βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, διαφωνώντας με ορισμένες από τις προτεινόμενες από την πλειοψηφία των δύο επιτροπών τροποποιήσεις, κατάθεσαν την ακόλουθη γραπτή θέση τους, η οποία και παρατίθεται αυτούσια πιο κάτω:

«Η Κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Συναγερμού έχει την άποψη ότι η ανάγκη για τροποποίηση του Συντάγματος προέκυψε από την πρώτη μέρα της εισδοχής της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις μας που προκύπτουν από τις συνθήκες για τις ευρωπαϊκές κοινότητες πιστεύουμε ότι επιβάλλει την τροποποίηση του Συντάγματος, ώστε το κοινοτικό κεκτημένο να υπερισχύει των συνταγματικών διατάξεων ή τουλάχιστον να μην εμποδίζεται η εφαρμογή του στη Δημοκρατία λόγω συνταγματικών περιορισμών.

Είναι γι’ αυτό το λόγο που ο Δημοκρατικός Συναγερμός, όταν διαπίστωσε την καθυστέρηση από πλευράς της εκτελεστικής εξουσίας στην κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου στη Δημοκρατία, προχώρησε με την κατάθεση της σχετικής πρότασης νόμου. Ωστόσο, υπό το φως της κατάθεσης του κυβερνητικού νομοσχεδίου στη συνέχεια για την τροποποίηση του Συντάγματος, το οποίο κατά την άποψή μας εξυπηρετεί τους σκοπούς της πλήρους συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις μας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Δημοκρατικός Συναγερμός συμφώνησε με την προώθηση του εν λόγω κυβερνητικού νομοσχεδίου.

Η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Συναγερμού, αφού έλαβε υπόψη τiς εξηγήσεις που δόθηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις προταθείσες από την πλειοψηφία των επιτροπών τροποποιήσεις πάνω στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, παρατηρεί τα ακόλουθα:

1. Σε σχέση με την τροποποίηση του άρθρου 1Α του κυβερνητικού νομοσχεδίου από την πλειοψηφία των επιτροπών και ειδικότερα των παραγράφων (1) και (2) αυτού, η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Συναγερμού εκφράζει τη διαφωνία της, συμμεριζόμενη την άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι η διατήρησή τους διακηρύττει τη δέσμευση της Δημοκρατίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ενεργό συμμετοχή της στη διαμόρφωση πολιτικής της Ένωσης και την υποχρέωσή της για πλήρη σεβασμό στο δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συνταγματική κατοχύρωση των εν λόγω αρχών είναι, κατά την άποψη των βουλευτών του ΔΗΣΥ, επιβεβλημένη και δεν επιτυγχάνεται με την αναφορά τους απλά και μόνο στο προοίμιο του νόμου. Οι διακηρυκτικές διατάξεις δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για το Σύνταγμα της Δημοκρατίας, γιατί τέτοιου είδους διατάξεις περιλαμβάνονται ήδη στο άρθρο 1 αυτού. Για το λόγο αυτό η ομάδα μας θεωρεί ότι οι πρόνοιες αυτές συνάδουν με την ισχύουσα συνταγματική τάξη.

Οι βουλευτές του Δημοκρατικού Συναγερμού διαφωνούν επίσης με την αντικατάσταση της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, γιατί με την προτεινόμενη από την πλειοψηφία της επιτροπής διατύπωση περιορίζεται η εφαρμογή του κεκτημένου, με αποτέλεσμα να καθίσταται σε ορισμένες περιπτώσεις αδύνατη η υιοθέτησή του λόγω σύγκρουσής της με συνταγματικές διατάξεις, ακόμη και στις περιπτώσεις που το κεκτημένο είναι δεσμευτικό ή έχει άμεση ισχύ. Έχουμε την άποψη ότι ο κίνδυνος αυτός θα αποκλείετο, αν υιοθετείτο το νομοσχέδιο όπως ακριβώς κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία. Ειδικότερα, η αναγνώριση της υπεροχής του κεκτημένου αναφορικά μόνο με «κανονισμούς, οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα», αντί της ρύθμισης του κυβερνητικού νομοσχεδίου, αποκλείει την υπεροχή όλων των άλλων πράξεων ή μέτρων που δεν είναι νομοθετικού χαρακτήρα, αλλά είναι δεσμευτικά. Η ομάδα του ΔΗΣΥ θεωρεί ότι έχουμε υποχρέωση ως κράτος να συμμορφωνόμαστε τόσο με πράξεις όσο και με μέτρα των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα αν είναι νομοθετικού χαρακτήρα, αφού οι πράξεις ή τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία είναι μόνο τα δεσμευτικά.

2. Τα μέλη των επιτροπών βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού διαφωνούν επίσης με τη διαγραφή από την πλειοψηφία των επιτροπών της παραγράφου (4) του άρθρου 169, όπως αρχικά προτάθηκε από την κυβέρνηση, γιατί συμφωνούν με την άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για το ενδεχόμενο η διαγραφή αυτή να δημιουργήσει ασάφεια δικαίου αναφορικά με την άμεση εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στη Δημοκρατία με κίνδυνο την προσφυγή στο δικαστήριο για διασαφήνιση του θέματος. Εμείς πιστεύουμε, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το κοινοτικό κεκτημένο έχει άμεση ισχύ στη Δημοκρατία, γι’ αυτό και η περίληψη στο νομοσχέδιο της σχετικής παραγράφου που το διασαφηνίζει είναι αναγκαία.»

Τα μέλη των δύο επιτροπών βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κόμματος δήλωσαν ότι συμφωνούν με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο όπως έχει διαμορφωθεί από την πλειοψηφία των δύο επιτροπών, με εξαίρεση το άρθρο 3 αυτού με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 11 του συντάγματος και για το οποίο επιφυλάχθηκαν να εκφράσουν τις θέσεις τους κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

Οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αφού διαμόρφωσαν το υπό συζήτηση νομοσχέδιο με βάση τις πιο πάνω θέσεις της πλειοψηφίας των μελών τους και σημειώνοντας τις επιφυλάξεις ή διαφωνίες ορισμένων πλευρών τους, όπως αυτές εκτέθηκαν πιο πάνω, εισηγούνται την ψήφισή του σε νόμο, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006».

 

12 Ιουλίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων