Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τα νομοσχέδια που τιτλοφορούνται «Ο περί Ειδικής Χορηγίας Νόμος του 2006» και «Ο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2005»

Παρόντες:

Άριστος Χρυσοστόμου, πρόεδρος Ιωνάς Νικολάου
Ζαχαρίας Κουλίας Μαρία Κυριακού
Αντιγόνη Παπαδοπούλου Μαρίνος Σιζόπουλος
Σταύρος Ευαγόρου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πρώτο νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 13 και 30 Μαρτίου 2006, και το δεύτερο νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 11 Νοεμβρίου 2005 και στις 13 και 30 Μαρτίου 2006. Στο στάδιο της συζήτησης των υπό αναφορά νομοσχεδίων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, εκπρόσωποι του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ), του Παγκύπριου Συνδέσμου Επιχειρηματιών Αναπτύξεως Γης και του Συνδέσμου Επιστημόνων Εκτιμητών, Επιμετρητών και Τοπογράφων.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η θέσπιση νομοθετικού πλαισίου παραχώρησης σε δικαιούχους κατ’ αποκοπή χορηγίας για αγορά ή ανέγερση καινούριας κατοικίας, η οποία θα χρησιμοποιείται ως κύριος και μόνιμος χώρος διαμονής, νοουμένου ότι η παράδοση ή η ανέγερση αυτής υπόκειται σε ΦΠΑ.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, ώστε να καταργηθεί ο μειωμένος συντελεστής φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) προς 5% επί της παράδοσης πρώτης καινούριας κατοικίας, με την προοπτική εφαρμογής σχεδίου παροχής ειδικής χορηγίας σε δικαιούχους, όταν αποκτούν καινούρια κατοικία στη Δημοκρατία, που θα χρησιμοποιείται ως κύριος και μόνιμος χώρος διαμονής τους.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το δεύτερο νομοσχέδιο, από την ημερομηνία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση η πώληση καινούριων κτιρίων ή τμημάτων κτιρίων και του συνεχόμενου με αυτά εδάφους υπόκειται σε ΦΠΑ με συντελεστή προς 15% σύμφωνα με το κοινοτικό κεκτημένο και ειδικότερα βάσει του άρθρου 4(3) της έκτης κοινοτικής Οδηγίας. Η εν λόγω Οδηγία παρέχει όμως την ευχέρεια στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιβάλλουν μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ, ο οποίος να μην είναι κατώτερος του 5% στην περίπτωση πώλησης καινούριας κατοικίας, στα πλαίσια κοινωνικής πολιτικής που δυνατό να εφαρμόζει κάθε κράτος μέλος.

Το ιστορικό του όλου θέματος έχει ως εξής:

Πριν από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η βασική νομοθεσία για το ΦΠΑ είχε τροποποιηθεί, ώστε να επιβάλλεται ΦΠΑ προς 15% επί της παράδοσης ακίνητης ιδιοκτησίας, γεγονός που αποτελούσε υποχρέωση της Δημοκρατίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σημειώνεται επίσης ότι στο παρόν στάδιο δεν επιβάλλεται ΦΠΑ επί της παράδοσης ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορά οικόπεδα, γιατί έχει εξασφαλιστεί παρέκκλιση μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2008.

Συναφώς, με βάση τα πιο πάνω, η κυβέρνηση είχε εσπευσμένα καταθέσει σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή στις 29 Απριλίου 2004, το οποίο ψηφίστηκε σε νόμο με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, με τον οποίο είχαν υπαχθεί στο μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ προς 5% οι ακόλουθες περιπτώσεις:

Η μεταβίβαση της κατοχής κτιρίων ή τμημάτων τους και του οικοπέδου που μεταβιβάζεται μαζί με αυτά ή και εξ αδιαιρέτου ιδανικής μερίδας επ’ αυτών δυνάμει σύμβασης πώλησής τους ή δυνάμει συμφωνίας που ρητά προβλέπει ότι θα μεταβιβαστούν και τα κτίρια μαζί με το οικόπεδο που μεταβιβάζεται μαζί με αυτά σε κάποιο χρόνο στο μέλλον ή δυνάμει μίσθωσής τους με δικαίωμα εξαγοράς, εφόσον πραγματοποιείται πριν από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτά, που χρησιμοποιούνται ως πρώτη κατοικία. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού κτίρια θεωρούνται τα κτίσματα γενικά και κάθε είδους κατασκευές που συνδέονται με τα κτίσματα ή με το έδαφος κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και πρώτη εγκατάσταση σημαίνει την πρώτη χρησιμοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο των κτιρίων ύστερα από την ανέγερσή τους, περιλαμβανομένης της ιδιοκατοίκησης, ιδιόχρησης, μίσθωσης ή οποιασδήποτε άλλης χρήσης.

Περαιτέρω και σύμφωνα με την ψηφισθείσα νομοθεσία, οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εφαρμογής των σχετικών πιο πάνω διατάξεων θα καθορίζονται με κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Σημειώνεται επίσης ότι οι σχετικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται για τα κτίρια για τα οποία έχει κατατεθεί δεόντως συμπληρωμένη αίτηση έκδοσης πολεοδομικής άδειας από την 1η Μαΐου 2004.

Συναφώς, η κυβέρνηση είχε δεσμευθεί να επανέλθει στη Βουλή με την κατάθεση κανονισμών που να ρυθμίζουν τις περιπτώσεις παράδοσης καινούριων κτιρίων ή τμημάτων τους που ως καινούριες κατοικίες θα υπάγονταν τελικά στο μειωμένο συντελεστή του 5% καθορίζοντας, πάντα με κριτήρια κοινωνικής πολιτικής, τους τελικούς δικαιούχους. Η δέσμευση αυτή προέκυψε λόγω της εσπευσμένης τότε κατάθεσης του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή και συνεπακόλουθα της ψήφισής του σε νόμο παραμονές της ένταξης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις 3 Νοεμβρίου του 2005 κατατέθηκε στη Βουλή το δεύτερο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, με το οποίο είχε προταθεί η τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας για το ΦΠΑ και η καθολική μεταφορά κάθε περίπτωσης παράδοσης ακίνητης ιδιοκτησίας που συνιστά καινούρια κατοικία, σύμφωνα με τα πιο πάνω, από το μειωμένο συντελεστή του 5% στον κανονικό συντελεστή του 15%. Ταυτόχρονα, κατατέθηκε στη Βουλή ειδικό σχέδιο για την παροχή κατ’ αποκοπή χορηγίας για την ανέγερση ή αγορά καινούριας κατοικίας που να χρησιμοποιείται ως κύριος και μόνιμος τόπος διαμονής.

Η επιτροπή, προχωρώντας στη συζήτηση του νομοσχεδίου αυτού στις 11 Νοεμβρίου 2005, αποφάσισε ότι η εκπόνηση και κατάθεση του εν λόγω ειδικού σχεδίου στη Βουλή, χωρίς αυτό να έχει νομική κάλυψη, αλλά αποτελώντας ουσιαστικά απλή διοικητική διαδικασία, δεν ήταν το ζητούμενο από τη Βουλή στο στάδιο που αυτή είχε προχωρήσει στην εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο. Στο στάδιο εκείνο η επιτροπή είχε καλέσει την κυβέρνηση να καταθέσει το ταχύτερο κανονισμούς εκδιδόμενους κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, έτσι που να διασφαλίζεται στο διηνεκές η υποχρέωση για επιβολή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ προς 5% για την παράδοση καινούριας κατοικίας με βάση συγκεκριμένα κοινωνικά κριτήρια.

Πέραν των πιο πάνω, η επιτροπή στην αρχική συζήτηση του εν λόγω νομοσχεδίου και του ειδικού σχεδίου είχε εντοπίσει συγκεκριμένες αδυναμίες, που οδηγούσαν σε δυσμενή μεταχείριση των πολιτών. Συγκεκριμένα, με το εν λόγω σχέδιο αποκλείονταν από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις της κατ’ αποκοπή χορηγίας που θα παραχωρείται στη θέση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ οι περιπτώσεις ανέγερσης κατοικίας που θα χρησιμοποιείται ως κύριος και μόνιμος χώρος διαμονής.

Υπό το φως της πιο πάνω επισήμανσης, όπως και άλλων ουσιαστικών και αναγκαίων διαφοροποιήσεων, η επιτροπή κάλεσε τους αρμοδίους να επανεξετάσουν το όλο ζήτημα και να επανέλθουν στη Βουλή καταθέτοντας συγκεκριμένο νομοσχέδιο, σύμφωνα με τα πιο πάνω.

Η κυβέρνηση, καταθέτοντας το πρώτο υπό συζήτηση νομοσχέδιο στη βάση των υποδείξεων της επιτροπής, με το οποίο το ειδικό σχέδιο παροχής ειδικής χορηγίας σε δικαιούχους προσλαμβάνει τη μορφή νομοθετικής υποχρέωσης της κυβέρνησης, προέβη επίσης σε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις από το αρχικά κατατεθέν σχέδιο, με κυριότερη τη συμπερίληψη στο υπό ψήφιση σχέδιο νόμου της περίπτωσης της ανέγερσης καινούριας κατοικίας για χρήση της ως κύριου και μόνιμου χώρου διαμονής.

Με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο προβλέπονται ειδικότερα τα ακόλουθα βασικά σημεία:

1. Η κατ’ αποκοπή χορηγία παραχωρείται σε δικαιούχο πρόσωπο αναφορικά με κατοικία της οποίας το συνολικό εμβαδόν δεν υπερβαίνει τα 250 τ.μ., σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια της οικοδομής, τα οποία υποβλήθηκαν αρμοδίως για την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας ή, όπου αυτή δεν απαιτείται, για εξασφάλιση άδειας οικοδομής.

2. Σε περίπτωση που το συνολικό εμβαδόν της κατοικίας υπερβαίνει τα 250 τ.μ., τότε το ποσό της χορηγίας που έχει καταβληθεί είναι άμεσα επιστρεπτέο.

3. Δικαιούχο πρόσωπο είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του κατά την ημερομηνία που συμπληρώνει την αίτηση για παραχώρηση της χορηγίας, είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι μόνιμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία. Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να έχει οποιαδήποτε άλλη κατοικία στη Δημοκρατία κατά την έννοια του υπό ψήφιση νομοσχεδίου.

4. Η χορηγία θα παραχωρείται με την παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων που καθορίζονται ειδικά και τα οποία αποδεικνύουν ότι ο δικαιούχος χρησιμοποιεί την κατοικία ως κύριο και μόνιμο χώρο διαμονής.

5. Πρόσωπο που άσκησε το δικαίωμα για παραχώρηση ειδικής χορηγίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση για παραχώρηση τέτοιας χορηγίας για σκοπούς απόκτησης άλλης κατοικίας προτού παρέλθουν δέκα έτη.

6. Σε περίπτωση που ο δικαιούχος έπαυσε να χρησιμοποιεί την κατοικία ως κύριο και μόνιμο χώρο διαμονής πριν από την πάροδο των δέκα ετών, υποχρεούται να επιστρέψει εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία που έχει παύσει να χρησιμοποιεί την κατοικία ως κύριο και μόνιμο χώρο διαμονής το ποσό της χορηγίας που αναλογεί στο ποσοστό της χρονικής περιόδου κατά την οποία δεν έχει χρησιμοποιήσει την κατοικία για σκοπούς ιδιοκατοίκησης ή να το συμψηφίσει, μετά από αίτησή του, με οποιοδήποτε άλλο ποσό χορηγίας το οποίο δυνατό να δικαιούται, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο. Η

Η υποχρέωση επιστροφής της χορηγίας δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου ή σε περίπτωση μεταβίβασης της κατοικίας από το δικαιούχο σε οποιοδήποτε τέκνο του, ανεξαρτήτως ηλικίας.

7. Πρόσωπο το οποίο έχει επιστρέψει ή υποχρεούται να επιστρέψει στο κράτος τη χορηγία ή μέρος της και το οποίο αποκτά ή ανεγείρει άλλη κατοικία δύναται να υποβάλει αίτηση να του παραχωρηθεί νέα χορηγία αναλογικά επαυξημένη και ανάλογα με την περίπτωση, δηλαδή ανάλογα με το αν πρόκειται για ανέγερση ή για αγορά κατοικίας, παρουσιάζοντας όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία.

8. Η παροχή ειδικής χορηγίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ισχύει αναδρομικά από την 1η Μαΐου 2004.

Στο στάδιο της συζήτησης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, η επιτροπή προχώρησε σε κατ’ άρθρο συζήτησή του, επισημαίνοντας στους αρμοδίους την ανάγκη περαιτέρω τροποποιήσεων για σκοπούς καλύτερης πρακτικής εφαρμογής του. Περαιτέρω, η επιτροπή εισηγήθηκε την εξαίρεση από το συνολικό εμβαδόν των 250 τ.μ., το οποίο θα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς παροχής της ειδικής χορηγίας, των ακόλουθων χώρων:

· Μέχρι 5 τ.μ. εμβαδού μηχανοστασίων.

· Μέχρι 7 τ.μ. εμβαδού αποθηκευτικών χώρων.

· Μέχρι 36 τ.μ. εμβαδού καλυμμένων χώρων στάθμευσης οχημάτων.

Οι πιο πάνω εξαιρέσεις έγιναν δεκτές από την εκτελεστική εξουσία και ακολούθως η επιτροπή υιοθέτησε εισήγηση του ΕΤΕΚ, η οποία υποβλήθηκε στην επιτροπή με επιστολή ημερομηνίας 21ης Μαρτίου 2006, με βάση την οποία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κλιματολογικές συνθήκες της Κύπρου (ηλιοφάνεια και υψηλές θερμοκρασίες), η κρατική πολιτική για ενίσχυση της εξοικονόμησης ενέργειας στις οικοδομές (ψύξη και θέρμανση) και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξαιρεθούν από το συνολικό εμβαδόν για σκοπούς παροχής της ειδικής χορηγίας οι καλυμμένες βεράντες το εμβαδόν των οποίων δεν υπερβαίνει τα 40 τ.μ.

Περαιτέρω, η επιτροπή αποφάσισε να εισηγηθεί τη διαγραφή της πρόνοιας του νομοσχεδίου, όπως αρχικά κατατέθηκε, με βάση την οποία το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να αναθεωρεί το πιο πάνω ποσό της κατ’ αποκοπή χορηγίας, λαμβάνοντας υπόψη διαφορετικά οικονομικά και στατιστικά δεδομένα που δυνατό να προκύψουν στον τομέα των κατασκευών κατοικιών, καθώς και το διαμορφωμένο πλαίσιο φορολογικής πολιτικής στη βάση αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και της κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης. Η πρόνοια αυτή θεωρήθηκε από την επιτροπή ότι στην ουσία αποδυναμώνει παντελώς το υπό ψήφιση νομοσχέδιο, εισάγοντας εντελώς υποκειμενικά κριτήρια και μη διασφαλίζοντας ότι ο πολίτης θα είναι σε θέση να γνωρίζει ανά πάσαν στιγμή τα δικαιώματά του.

Η επιτροπή συναφώς εισηγήθηκε τη θέσπιση νέας πρόνοιας με βάση την οποία το ύψος της παραχωρούμενης κατ’ αποκοπή χορηγίας υπολογιζόμενο με βάση τις διατάξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, κατά το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά το τελευταίο έτος σε σύγκριση με το μέσο σταθμικό όρο του δείκτη αυτού κατά το αμέσως προηγούμενο έτος. Η εισήγηση αυτή έγινε δεκτή από την εκτελεστική εξουσία, αλλά διαφοροποιήθηκε για καθαρά πρακτικούς λόγους, ώστε η αναπροσαρμογή αυτή να μη γίνεται από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού βέβαια καθοριστεί ότι όλοι οι αιτητές για το συγκεκριμένο έτος θα δικαιούνται την ειδική χορηγία αναπροσαρμοσμένη ανάλογα.

Η επιτροπή προχώρησε επίσης σε διαγραφή της αρχικά περιληφθείσης στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο πρόνοιας σύμφωνα με την οποία κατοικία για την οποία παραχωρείται ειδική χορηγία θα πρέπει να παραμείνει στην ιδιοκτησία του δικαιούχου προσώπου τουλάχιστο για δέκα έτη, προτού μεταβιβαστεί σε άλλο ιδιοκτήτη, κρίνοντάς την ως αντισυνταγματική, αφού θέτει περιορισμούς στο δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του συντάγματος.

Τέλος, η επιτροπή προχώρησε σε διαγραφή από τη νομοθεσία για το ΦΠΑ της διάταξης που προβλέπει ότι οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή για την παράδοση κτιρίων που γίνεται πριν από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτά και θα χρησιμοποιηθούν ως πρώτη κατοικία θα καθορίζονται με κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η διαγραφή αυτή κρίθηκε αναγκαία, αφού τελικά το όλο θέμα ρυθμίζεται με την κατάθεση και προώθηση για ψήφιση σε νόμο του πρώτου νομοσχεδίου που προβλέπει για την παροχή ειδικής χορηγίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υποβάλλοντας στην ολομέλεια του σώματος νέα κατάλληλα διαμορφωμένα, σύμφωνα με τα πιο πάνω σχέδια νόμου, αποφάσισε να επιφυλαχθεί ως προς τις τελικές αποφάσεις όλων των πλευρών της κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια του σώματος.

Με την ευκαιρία αυτή, η επιτροπή δηλώνει ότι από την όλη συζήτηση του γενικότερου θέματος διεφάνη ότι δεν ήταν πρόσφορη η προώθηση οποιασδήποτε άλλης ρύθμισης, πέραν της παροχής ειδικής χορηγίας σε ειδικά καθοριζόμενους δικαιούχους, λύση η οποία εκτός των άλλων συνάδει με την ανάγκη άσκησης κοινωνικής πολιτικής στο θέμα αυτό, σύμφωνα με τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, δηλώνει ότι η ρύθμιση του όλου θέματος με κανονισμούς που να εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του βασικού νόμου θα δημιουργούσε διοικητική πολυπλοκότητα και δυσκολίες στον έλεγχο των αποδεικτικών στοιχείων που θα ήταν αναγκαία για σκοπούς υπολογισμού του πραγματικού επιστρεπτέου ποσού ΦΠΑ για σκοπούς απόκτησης καινούριας κατοικίας, υπό τις προϋποθέσεις που επιτρέπει το κοινοτικό κεκτημένο.

 

 

11 Απριλίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων