Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2006»

Παρόντες:

Σωτηρούλα Χαραλάμπους, πρόεδρος Νίκος Πιττοκοπίτης
Θάσος Μιχαηλίδης Αθηνά Κυριακίδου
Ζαχαρίας Ζαχαρίου Μαρίνος Σιζόπουλος
Ανδρέας Παπαπολυβίου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαρτίου 2006. Κατά τη συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ και των εργοδοτικών οργανώσεων ΟΕΒ και ΚΕΒΕ.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, με την αύξηση της περιόδου των είκοσι έξι εβδομάδων, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του περί της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη Νόμου, αναφορικά με το ύψος της πληρωμής που δικαιούται ο εργοδοτούμενος, σε εβδομήντα οκτώ εβδομάδες.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο για Προστασία των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη, των οφειλόμενων ημερομισθίων, της αναλογίας των οφειλόμενων αδειών και της αναλογίας του 13ου και 14ου μισθού των δεκατριών τελευταίων εβδομάδων απασχόλησής του που περιλαμβάνονται στην περίοδο των τελευταίων είκοσι έξι εβδομάδων πριν από την ημερομηνία έναρξης της αφερεγγυότητας του εργοδότη του.

Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση που συνοδεύει το εν λόγω νομοσχέδιο, ο χρόνος των είκοσι έξι εβδομάδων πριν από την ημερομηνία έναρξης της αφερεγγυότητας του εργοδότη υπολογίζεται, με βάση τον ορισμό του όρου «αφερέγγυος εργοδότης» στο άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, από την έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εργοδότη, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, ή διατάγματος εκκαθάρισης, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, ή από τη διαπίστωση από το δικαστήριο ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει οποιαδήποτε εργασία και δεν υπάρχει ικανοποιητική περιουσία η οποία να δικαιολογεί την έκδοση του σχετικού διατάγματος.

Από την πρακτική εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων διαφάνηκε, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, ότι η παρεχόμενη στους εργοδοτουμένους προστασία ήταν ανεπαρκής, ενόψει της χρονοβόρας διαδικασίας έκδοσης των διαταγμάτων παραλαβής φυσικού προσώπου ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου.

Για αντιμετώπιση του πιο πάνω προβλήματος, αναφέρεται περαιτέρω, η ΠΕΟ εισηγήθηκε την τροποποίηση του άρθρου 4 του νόμου, ούτως ώστε η περίοδος που προβλέπει η πιο πάνω διάταξη να επεκταθεί από είκοσι έξι εβδομάδες σε δύο χρόνια.

Το θέμα συζητήθηκε από το Συμβούλιο του Ταμείου για Προστασία των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη σε συνεδρία του στις 18 Νοεμβρίου 2005, το οποίο κατέληξε στην ομόφωνη απόφαση όπως προωθηθεί σχετικό τροποποιητικό νομοσχέδιο, με το οποίο η περίοδος των είκοσι έξι εβδομάδων να επεκταθεί στις εβδομήντα οκτώ.

Για υλοποίηση της πιο πάνω απόφασης οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ετοίμασαν προσχέδιο τροποποιητικού νομοσχεδίου, το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα από το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.

Τόσο οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ όσο και οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών οργανώσεων ΟΕΒ και ΚΕΒΕ συμφώνησαν με τις πρόνοιες του εν λόγω νομοσχεδίου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα εισηγείται την ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία.

 

 

11 Απριλίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων