Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τους κανονισμούς που τιτλοφορούνται «Οι περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων (Ενισχύσεις Ήσσονος Σημασίας στους Τομείς της Γεωργίας και της Αλιείας) Κανονισμοί του 2006» και «Οι περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων (Ενισχύσεις Ήσσονος Σημασίας) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2006»

Παρόντες:

Άριστος Χρυσοστόμου, πρόεδρος Ιωνάς Νικολάου
Ζαχαρίας Κουλίας Μαρία Κυριακού
Αντιγόνη Παπαδοπούλου Μαρίνος Σιζόπουλος
Σταύρος Ευαγόρου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τους πιο πάνω κανονισμούς σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 7, 20 και 30 Μαρτίου 2006. Στο στάδιο της συζήτησης των υπό αναφορά κανονισμών, στις συνεδριάσεις της επιτροπής παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων και εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Με τους πρώτους υπό αναφορά κανονισμούς, οι οποίοι εκδίδονται με βάση το άρθρο 25 του περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων Νόμου, σκοπείται η εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμόν 1860/2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της γεωργίας και αλιείας.

Σκοπός των δεύτερων υπό συζήτηση κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται με βάση το άρθρο 25 του περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων Νόμου, είναι η τροποποίηση των περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων (Ενισχύσεις Ήσσονος Σημασίας) Κανονισμών, ώστε να καταστεί πιο αποτελεσματική η εφαρμογή τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής από τους κυβερνητικούς αρμοδίους, με τους υπό συζήτηση κανονισμούς εφαρμόζεται πλήρως το δεσμευτικό κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και πιο συγκεκριμένα του πιο πάνω μέρους αυτού. Οι υπό συζήτηση κανονισμοί προνοούν για τη διαδικασία χορήγησης ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στους τομείς της γεωργίας και αλιείας, ώστε να εξασφαλίζεται ότι δε θα χορηγείται τέτοια ενίσχυση σε ποσό που να υπερβαίνει το όριο των 3.000 ευρώ ανά τριετία και το σωρευτικό ποσό που θα χορηγείται ως τέτοια ενίσχυση στους τομείς της γεωργίας ή αλιείας σε διάφορες επιχειρήσεις στη Δημοκρατία δε θα υπερβαίνει το όριο των 1.871.100 ευρώ και το όριο των 123.000 ευρώ, αντίστοιχα, σε οποιαδήποτε περίοδο τριών ετών.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων θα τηρεί ενημερωμένα κεντρικά μητρώα ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στον τομέα της γεωργίας και στον τομέα της αλιείας, αντίστοιχα, για σκοπούς καταγραφής, συγκέντρωσης, τήρησης, επιβεβαίωσης και διόρθωσης όλων των σχετικών πληροφοριών που θα δίδονται από οποιαδήποτε Αρχή στη Δημοκρατία. Σημειώνεται ότι το εν λόγω κοινοτικό κεκτημένο εφαρμόζεται ήδη στην ολότητά του από την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα παρέκκλισης.

Στο στάδιο της συζήτησης των υπό αναφορά κανονισμών, τα μέλη της επιτροπής εξέφρασαν επιφυλάξεις όσον αφορά τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, ειδικότερα δε ως προς την προβλεπόμενη στους υπό αναφορά κανονισμούς δυνατότητα του Εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων να διατάσσει με αιτιολογημένη απόφασή του το δικαιούχο που έλαβε ενίσχυση ήσσονος σημασίας που υπερβαίνει τα ανώτατα καθοριζόμενα όρια να επιστρέψει το σύνολο ή μέρος των ποσών που έλαβε υπό μορφή ενίσχυσης κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης τριετούς περιόδου, καταβάλλοντας και το νόμιμο τόκο.

Η επιτροπή, υποβάλλοντας τις πιο πάνω επιφυλάξεις στους κυβερνητικούς αρμοδίους, τους κάλεσε να επαναδιατυπώσουν τις πρόνοιες των υπό συζήτηση κανονισμών, κατά τρόπο που να διασφαλίζεται ότι ο δικαιούχος ο οποίος ανυπαίτια έλαβε ενίσχυση που υπερβαίνει τα ανώτατα όρια δε θα επιβαρύνεται ούτε οικονομικά ούτε με άλλο τρόπο.

Με την επαναδιατύπωση των πρώτων υπό αναφορά κανονισμών, σύμφωνα με τα πιο πάνω, διαπιστώθηκε ότι οι επιφυλάξεις της επιτροπής δεν ικανοποιήθηκαν, παρά το γεγονός ότι η εξουσία του Εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων περιορίσθηκε στη δυνατότητα να διατάσσει το δικαιούχο που έλαβε ενίσχυση που υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα όρια να επιστρέψει το μέρος της υπέρβασης και όχι το σύνολο ή μέρος των ποσών που έλαβε ως ενίσχυση ήσσονος σημασίας κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης τριετούς περιόδου.

Οι επιφυλάξεις των μελών της επιτροπής, παρά την επαναδιατύπωση των συγκεκριμένων κανονισμών, αφορούν τα ακόλουθα:

1. Ο δικαιούχος εξακολουθεί να βρίσκεται σε δυσμενή θέση, ειδικά στην περίπτωση κατά την οποία η ενίσχυση που έλαβε, κατά παράβαση των ανώτατων ορίων, δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, αλλά σε ελλιπή έλεγχο από την αρμόδια αρχή.

2. Δεν είναι κατανοητό γιατί η επιστροφή οποιωνδήποτε ποσών δόθηκαν κατά παράβαση των ανώτατων ορίων και χωρίς υπαιτιότητα του δικαιούχου πρέπει να γίνεται εντόκως.

3. Εξακολουθούν να υπάρχουν αδικίες ειδικά σε σχέση με τον τελευταίο δικαιούχο, ο οποίος είναι αναγκασμένος να επιστρέψει εντόκως τα ποσά που έλαβε καθ’ υπέρβασιν των ανώτατων ορίων και χωρίς υπαιτιότητά του, έναντι του αμέσως προηγούμενου στο τηρούμενο μητρώο δικαιούχου, ο οποίος δε θα βρεθεί ποτέ στην ίδια θέση.

Πέραν των πιο πάνω επιφυλάξεων, εκφράστηκε επίσης η θέση από τα μέλη της επιτροπής ότι είναι προτιμότερη η εφαρμογή των πιο πάνω διαδικασιών επιστροφής ποσών να γίνεται με διοικητικές διαδικασίες και όχι με ρητή πρόβλεψη στη νομοθεσία, αφού ο ευρωπαϊκός κανονισμός δύναται να τύχει τέτοιας εφαρμογής, χωρίς να είναι απαραίτητη η νομοθετική ρύθμιση, μια και το υπό αναφορά κοινοτικό κεκτημένο έχει ήδη πλήρη και άμεση δεσμευτική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2005.

Απαντώντας στα πιο πάνω, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι δήλωσαν τα ακόλουθα:

1. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ούτως ή άλλως υποχρεωμένη να εφαρμόσει το υπό αναφορά μέρος του κοινοτικού κεκτημένου χωρίς δυνατότητα παρέκκλισης, επομένως η ανάκτηση των ποσών που παραχωρήθηκαν καθ’ υπέρβασιν των ανώτατων ορίων είναι υποχρεωτική. Η υποχρέωση αυτή, εκτός του ότι πηγάζει από διάφορες κοινοτικές ρυθμίσεις που αφορούν τον τρόπο ανάκτησης, βασίζεται επίσης σε νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

2. Το ενδεχόμενο να αφεθεί το θέμα της ανάκτησης, σύμφωνα με τα πιο πάνω, να ρυθμίζεται με διοικητικές διαδικασίες δεν αποτελεί πρόσφορη λύση, αφού με νομοθετικές ρυθμίσεις θα είναι καλύτερα διευκρινισμένα τα ζητήματα που εγείρονται, ενώ θα υπάρχει ολοκληρωμένο νομικό καθεστώς σχετικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, δεδομένου του γεγονότος ότι ήδη ισχύουν ανάλογες νομοθεσίες.

Σημειώνεται ότι οι υπηρεσίες της Βουλής, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, μελέτησαν το ισχύον στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθεστώς σχετικά με την ανάκτηση ποσών και κατέληξαν ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα ευνοϊκότερης ρύθμισης υπέρ του δικαιούχου. Συναφώς, δεν είναι δυνατή η ανάκτηση των ποσών που δόθηκαν καθ’ υπέρβασιν των καθοριζόμενων ανώτατων ορίων χωρίς νόμιμο τόκο, αφού ήδη με βάση το άρθρο 14 του Κανονισμού του Συμβουλίου Υπουργών (αρ. 659/1999, 22 Μαρτίου 1999), που ρυθμίζει την εφαρμογή του άρθρου 93 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, προβλέπεται ότι σε περίπτωση παράνομης ενίσχυσης η ανάκτηση των δοθέντων ποσών πρέπει να περιλαμβάνει τόκο σε ποσοστό που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο οποίος να είναι πληρωτέος από την ημερομηνία που η σχετική ενίσχυση χορηγήθηκε στο δικαιούχο, μέχρι την ημερομηνία που αυτή ανακτάται. Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, από τον Έφορο Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων που ζητά την επιστροφή της παράνομα χορηγηθείσας ενίσχυσης ήσσονος σημασίας περιλαμβανομένου και του νόμιμου τόκου. Υφίσταται λοιπόν μόνο η δυνατότητα πρόβλεψης στους υπό συζήτηση κανονισμούς ότι κάθε αρμόδια αρχή που χορηγεί ενίσχυση ήσσονος σημασίας οφείλει να ενημερώνει το δικαιούχο ως προς την ύπαρξη ανώτατων ορίων, όπως και την υποχρέωσή του για ενδεχόμενη επιστροφή του μέρους εκείνου της ενίσχυσης που υπερβαίνει οποιοδήποτε από τα ανώτατα καθοριζόμενα όρια.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, επισυνάπτοντας νέα κατάλληλα διαμορφωμένα, σύμφωνα με τα πιο πάνω, κείμενα των υπό αναφορά κανονισμών, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της επιτροπής βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Κόμματος και ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, καθώς και του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, εισηγείται στη Βουλή την έγκρισή τους.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση των κανονισμών στην ολομέλεια του σώματος.

 

4 Απριλίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων