Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα που τιτλοφορείται «Έκθεση Επιτρόπου Διοικήσεως αναφορικά με παράπονο που υπέβαλε η Ένωση Συντακτών Κύπρου σε σχέση με τη μεταχείριση των δημοσιογράφων από τα μέλη της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης (ΜΜΑΔ) στις 18 Ιουλίου 2005 κατά τη διάρκεια επεισοδίων έξω από το Τσιμεντοποιείο της Μονής»

Παρόντες:

Γιαννάκης Θωμά, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Καίτη Κληρίδου Σοφοκλής Φυττής
Ιωνάς Νικολάου Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως εξέτασε το πιο πάνω θέμα, που ενεγράφη για σκοπούς αυτεπάγγελτης εξέτασης από την επιτροπή, σε μεγάλο αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2005 μέχρι το Μάρτιο του 2006. Στην πρώτη συνεδρίαση κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η Επίτροπος Διοικήσεως, ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας και ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. Ο Αρχηγός Αστυνομίας, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν παρευρέθηκε στη συνεδρίαση της επιτροπής.

Η επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, ενεργώντας εντός των πλαισίων της αρμοδιότητάς της για εξέταση και μελέτη των εκθέσεων του Επιτρόπου Διοικήσεως, αποφάσισε ομόφωνα να θέσει ενώπιον της επιτροπής την υπό αναφορά έκθεση, για σκοπούς αυτεπάγγελτης εξέτασης, η οποία αφορά παράπονο που υπέβαλε η Ένωση Συντακτών Κύπρου σε σχέση με τη μεταχείριση των δημοσιογράφων από τα μέλη της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης (που στο εξής θα αναφέρεται ως “ΜΜΑΔ”), στις 18 Ιουλίου 2005, κατά τη διάρκεια επεισοδίων έξω από το Τσιμεντοποιείο της Μονής.

Στα πλαίσια της εισαγωγής του υπό αναφορά θέματος, τα μέλη της επιτροπής βουλευτές κ. Καίτη Κληρίδου και κ. Γιώργος Περδίκης ενημέρωσαν την επιτροπή για το διορισμό από το Υπουργικό Συμβούλιο ερευνητικής επιτροπής για τη διεξαγωγή δεύτερης έρευνας για τα ίδια γεγονότα, παρά την ύπαρξη της έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως.

Η κ. Κληρίδου εξέθεσε επίσης τις επιφυλάξεις της σχετικά με τη βαρύτητα που δίδει η κυβέρνηση στις δύο εκθέσεις που προέκυψαν από τις έρευνες και ζήτησε να ενημερωθεί η επιτροπή για τις ενέργειες που τυχόν έγιναν, για να εφαρμοστούν οι συστάσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως.

Ο κ. Περδίκης σημείωσε ότι η αστυνομία πρέπει να είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης και να εφαρμόσει στο μέλλον μέτρα αποφυγής τέτοιων επεισοδίων και εντάσεων σε επόμενες εκδηλώσεις λαϊκής διαμαρτυρίας ή αντίδρασης.

Σύμφωνα με την υπό αναφορά έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως, το συγκεκριμένο παράπονο τέθηκε ενώπιόν της από τον πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, με επιστολή του ημερομηνίας 19 Ιουλίου 2005, ο οποίος ζήτησε την άμεση διερεύνηση των επεισοδίων που έλαβαν χώρα την προηγούμενη μέρα έξω από το Τσιμεντοποιείο Μονής κατά τα οποία κακοποιήθηκαν δημοσιογράφοι που κάλυπταν τα γεγονότα. Με την επιστολή υποβολής του παραπόνου η Ένωση ζήτησε όπως διερευνηθούν οι ισχυρισμοί της ότι κατά τα επεισόδια μεταξύ απεργών οδηγών φορτηγών οχημάτων και της αστυνομίας μέλη της ΜΜΑΔ κακοποίησαν δημοσιογράφους και εικονολήπτες τηλεοπτικών σταθμών που κάλυπταν τα γεγονότα.

Μετά από λεπτομερή ανάλυση των γεγονότων και της μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε, η Επίτροπος Διοικήσεως στην έκθεσή της προέβη στις ακόλουθες παρατηρήσεις, συστάσεις και συμπεράσματα:

1. α. Με την έλευση της ΜΜΑΔ και την εξασφάλιση της εισόδου των φορτηγών στο τσιμεντοποιείο η προοπτική χρήσης βίας για διασφάλιση της εξόδου τους κατέστη προγνώσιμη και υπό τις δεδομένες συνθήκες αναπόφευκτη.

β. Η αποφασιστικότητα της αστυνομίας για διασφάλιση με κάθε μέσο, ακόμα και με χρήση βίας, της εξόδου των φορτηγών φαίνεται να μην κατέστη απόλυτα σαφής στους απεργούς.

γ. Στο προπαρασκευαστικό στάδιο της επιχείρησης οι επικεφαλής της αστυνομίας δεν ενήργησαν ως όφειλαν, δεν ενημέρωσαν τους απεργούς για τις συνέπειες που θα επέσυρε τυχόν παρεμπόδιση της εξόδου των φορτηγών.

2. α. Η διαμαρτυρία των απεργών αποκτά στην προκειμένη περίπτωση βαρύνουσα σημασία δεδομένης της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος της συνάθροισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 του συντάγματος. Η παριστάμενη σε μια τέτοια συνάθροιση αστυνομία υποχρεούται όχι μόνο να μην προβάλλει προσκόμματα στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, αλλά και να εμποδίζει τρίτους από του να δυναμιτίζουν το κλίμα μιας συνάθροισης. Σε κάθε περίπτωση ο ρόλος της αστυνομίας είναι αφενός να διασφαλίζει ότι οι συναθροίσεις δεν εκτρέπονται επικίνδυνα για τη δημόσια τάξη και αφετέρου να προστατεύει τη συνάθροιση από προσβολές τρίτων ατόμων.

β. Οι πιο πάνω επισημάνσεις δε λήφθηκαν καθόλου υπόψη από την αστυνομία και αυτό που επιδιώχθηκε στην προκειμένη περίπτωση ήταν η εξασφάλιση με κάθε τρόπο της διέλευσης των φορτηγών στο χώρο όπου διαδραματίζονταν τα επεισόδια. Η στάση αυτή της αστυνομίας, εκτός από το ότι οδήγησε σε περαιτέρω όξυνση της ήδη τεταμένης κατάστασης που υπήρχε στην περιοχή, συνιστούσε παράλληλα παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των διαμαρτυρόμενων οδηγών.

3. Όσον αφορά το επεισόδιο που οδήγησε στη σύλληψη του κινηματογραφιστή του ΡΙΚ, τα αυστηρά όρια επιχειρησιακής δράσης της ΜΜΑΔ ήταν η μεταφορά των απεργών εκτός του οδοστρώματος, για να διέλθουν τα φορτηγά. Υπό τις δεδομένες συνθήκες, το περιστατικό αυτό δεν ήταν τέτοιας έντασης και βαρύτητας ούτε εγκυμονούσε οποιοδήποτε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο σε βαθμό που λογικά και αντικειμενικά θα δικαιολογούσε την παρέμβαση του ουλαμαγού μιας επιχείρησης που βρισκόταν σε εξέλιξη. Με βάση τη μαρτυρία τόσο των αστυνομικών όσο και των δημοσιογράφων, δεν ήταν αντικειμενικά και λογικά δικαιολογημένη η επέμβαση του λοχία της ΜΜΑΔ στο έργο του κινηματογραφιστή και η παρέμβασή του αυτή αποσκοπούσε στην αποτροπή της κινηματογράφησης και τηλεοπτικής προβολής σκηνών βίας μεταξύ συναδέλφων του και απεργών.

4. Σε σχέση με την παρουσία των δημοσιογράφων στο χώρο όπου διαδραματίζονταν τα επεισόδια η αστυνομία κατά το σχεδιασμό της επιχείρησής της δεν έλαβε σοβαρά υπόψη το θέμα της δημοσιογραφικής κάλυψης των γεγονότων και την αναμενόμενη παρουσία των δημοσιογράφων στην περιοχή. H στάση αυτή της αστυνομίας δείχνει έλλειψη σοβαρού και λεπτομερειακού σχεδιασμού, που έβλαψε τελικά την αποτελεσματικότητα της επιχείρησης. Δείχνει επίσης αρνητική διάθεση και προχειρότητα στην προσέγγιση του θέματος της διασφάλισης της ενημέρωσης του κοινού για τα διαδραματιζόμενα έξω από το τσιμεντοποιείο. Αυτό που έπρεπε να επιδιωχθεί στην προκειμένη περίπτωση ήταν η πρακτική εξισορρόπηση του δικαιώματος πληροφόρησης και των ιδιαζουσών συνθηκών της συγκεκριμένης επιχείρησης της αστυνομίας.

5. Κάτω από τις δεδομένες συνθήκες και υπό το βάρος του τηλεοπτικού ανταγωνισμού είναι δυνατό να σημειώνονται και υπερβολές στον τομέα της λήψης εικόνας από κάποιο συμβάν. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, η παρουσία των δημοσιογράφων θα έπρεπε να ρυθμιστεί, κατά τρόπο που να εξυπηρετούσε τον ουσιαστικό σκοπό της και να αποφεύγονταν τα αρνητικά φαινόμενα της συμπλοκής δημοσιογράφων-αστυνομικών και της σύλληψης του δημοσιογράφου, ο οποίος οδηγήθηκε με χειροπέδες στα κρατητήρια.

6. Η εξασφάλιση της αντικειμενικής, ολοκληρωμένης και έγκυρης πληροφόρησης των πολιτών κατοχυρώνεται στο σύνταγμα και συνιστά μία από τις ουσιαστικότερες αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Το δικαίωμα για πληροφόρηση, όπως έχει νομολογηθεί με διαδοχικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, περιλαμβάνει:

α. την ελευθερία λήψης πληροφοριών και ιδεών,

β. την ελευθερία αναζήτησης πληροφοριών και ιδεών,

γ. το δικαίωμα για πλουραλιστική πληροφόρηση νοούμενο ως δικαίωμα σ’ ένα πλουραλιστικό σύστημα πληροφόρησης και

δ. το δικαίωμα για αντικειμενική, πλήρη και αμερόληπτη πληροφόρηση του κοινού.

Σύμφωνα με τα πιο πάνω, οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται όχι μόνο να απέχουν από κάθε ενέργεια που μπορεί να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος για πληροφόρηση, αλλά και να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για διευκόλυνση της άσκησής του.

Η Επίτροπος Διοικήσεως, σχολιάζοντας το υπό αναφορά θέμα κατά τη συνεδρία της επιτροπής, υπογράμμισε ότι η εξέταση του θέματος περιορίστηκε στην πτυχή της μεταχείρισης των δημοσιογράφων από την αστυνομία κατά την υπό αναφορά διαδήλωση και ότι η έκθεση αυτή προσβλέπει στην αποφυγή παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον. Περαιτέρω, η ίδια διευκρίνισε ότι οι παρατηρήσεις που περιέχονται στην έκθεση συνδέονται άμεσα με τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας και τη διαπίστωση ότι η αστυνομία ενήργησε με προχειρότητα και ερασιτεχνικά και τόνισε παράλληλα πως σε καμία περίπτωση δεν υπονοείται ότι ο καθένας μπορεί να υπερβαίνει το σεβασμό των δικαιωμάτων των άλλων ατόμων.

Η Επίτροπος Διοικήσεως πληροφόρησε επίσης την επιτροπή ότι δεν έτυχε καμίας ενημέρωσης από τη διοίκηση για τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων για εφαρμογή ή έστω για συζήτηση των εισηγήσεων που περιέχονται στην υπό αναφορά έκθεση.

Η Επίτροπος Διοικήσεως επιπρόσθετα αναφέρθηκε στη διενέργεια δεύτερης έρευνας για τα ίδια επεισόδια από διμελή επιτροπή, διορισμένη από το Υπουργικό Συμβούλιο, και εξέφρασε τις επιφυλάξεις της για το θέμα αυτό. Επισήμανε στην επιτροπή ότι ο θεσμός του Επιτρόπου Διοικήσεως έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με όλες τις αρμοδιότητες, εξουσίες και θεσμικές εγγυήσεις, ώστε ο επίτροπος να ασκεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί κατά τρόπο απόλυτα αμερόληπτο, αντικειμενικό και πέρα από τη σφαίρα επιρροής εξουσιών και ατόμων, και διευκρίνισε ότι τόσο οι πολίτες όσο και το ίδιο το κράτος μπορούν να απευθύνονται στον Επίτροπο Διοικήσεως. Περαιτέρω, η ίδια υπογράμμισε ότι η εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου για διορισμό ερευνητικών επιτροπών απορρέει από τον περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμο, Κεφάλαιο 44, ο οποίος έχει θεσπιστεί πολύ πριν από την εγκαθίδρυση του θεσμού του Επιτρόπου Διοικήσεως, και εξέφρασε την άποψη ότι ο νόμος αυτός πιθανό να μην εξακολουθεί να ισχύει, τουλάχιστον όσον αφορά τον τομέα αρμοδιότητας του Επιτρόπου Διοικήσεως.

Η Επίτροπος Διοικήσεως επισήμανε πρόσθετα ότι η διμελής ερευνητική επιτροπή έδωσε τον όρκο της ενώπιον του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, δηλαδή του πολιτικού προϊσταμένου της υπηρεσίας η οποία θα διενεργούσε την έρευνα, και κατέληξε ότι κανένα πόρισμα καμίας επιτροπής που καθιδρύεται δυνάμει του Κεφαλαίου 44 δεν μπορεί να υποκαταστήσει και πολύ περισσότερο να υπερισχύσει έκθεσης του Επιτρόπου Διοικήσεως που συντάχθηκε με βάση τις θεσμικά κατοχυρωμένες εγγυήσεις της ανεξαρτησίας, της αυτοτέλειας και της αμεροληψίας. Η Επίτροπος Διοικήσεως εξέφρασε έντονα την άποψή της ότι το Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως ήταν το μόνο αρμόδιο να προχωρήσει στη διερεύνηση του θέματος και να υποβάλει τις συγκεκριμένες εισηγήσεις και ότι οι εισηγήσεις αυτές είναι οι μόνες που εκκρεμούν για σκοπούς υλοποίησης ενώπιον της κυβέρνησης.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε στην επιτροπή ότι ο λόγος διεξαγωγής δεύτερης έρευνας ήταν η καθολική απαίτηση όλων των πολιτικών κομμάτων και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου να οριστεί επιτροπή από το Υπουργικό Συμβούλιο για να εξετάσει τα γεγονότα και διευκρίνισε, διαβάζοντας το σχετικό έγγραφο, ότι οι όροι εντολής που δόθηκαν στην επιτροπή που όρισε το Υπουργικό Συμβούλιο δεν αφορούσαν την ίδια πτυχή του θέματος που εξέτασε η Επίτροπος Διοικήσεως. Ο ίδιος επισήμανε περαιτέρω ότι η απόφαση για το διορισμό της εν λόγω επιτροπής λήφθηκε πριν ολοκληρώσει η Επίτροπος Διοικήσεως τη συγκεκριμένη έκθεσή της και εξήγησε ότι ο λόγος που η κυβέρνηση περίμενε την έκδοση της δεύτερης έκθεσης, πριν κάνει οποιαδήποτε σχόλια, ήταν ότι, από τη στιγμή που διορίστηκε επιτροπή με συγκεκριμένους όρους εντολής, που σε ένα βαθμό είχαν οπωσδήποτε συνάφεια και σχέση με το έργο που ανέλαβε η Επίτροπος Διοικήσεως, ήταν λογική η αναμονή της ετοιμασίας και της δεύτερης έκθεσης. Ο ίδιος σημείωσε ότι ο θεσμός του Επιτρόπου Διοικήσεως είναι θεσμός ελέγχου της διοίκησης και έχει καθιερωθεί να χρησιμοποιείται από τον πολίτη εναντίον του κράτους και όχι από την ίδια τη διοίκηση.

Αναφορικά με την υλοποίηση των εισηγήσεων των εκθέσεων της Επιτρόπου Διοικήσεως, ο υπουργός υπενθύμισε την επιτροπή ότι έχει δοθεί σαφής οδηγία από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι όλες οι εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως πρέπει να παραπέμπονται στο Υπουργικό Συμβούλιο και ότι ελέγχεται και παρακολουθείται η εφαρμογή των εκθέσεων και των αποφάσεων της Επιτρόπου Διοικήσεως.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε την επιτροπή ότι, έχοντας στόχο την αποφυγή παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον, είχε καλέσει το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, με σκοπό να συζητηθούν τα “ελλείμματα” που παρουσιάστηκαν και να εξευρεθούν τρόποι αντιμετώπισής τους, πριν καν εκδοθεί η έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως. Οι επακόλουθες συζητήσεις διενεργήθηκαν στη βάση του σεβασμού της αστυνομίας προς τους δημοσιογράφους και στο δικαίωμα πληροφόρησης του κοινού και του σεβασμού των δημοσιογράφων προς τους αστυνομικούς και στο καθήκον τους να επιβάλλουν το νόμο και να εφαρμόζουν τις οδηγίες που λαμβάνουν από τους ανωτέρους του. Στη βάση αυτή, συνέχισε ο υπουργός, οικοδομήθηκε μία καλή συνεργασία μεταξύ της αστυνομίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που προβλέπει μεταξύ άλλων το διορισμό προσώπων επαφής, τα οποία θα επικοινωνούν για εξεύρεση τρόπων συνεργασίας των δύο μερών και ιδιαίτερα πριν από προβλεπόμενη έναρξη επεισοδίων. Ο υπουργός ενημέρωσε την επιτροπή ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν κατά την πιο πάνω συνάντηση έχουν εφαρμοστεί κατά γράμμα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση από την αστυνομία να αποκρύψει οτιδήποτε. Επισήμανε επίσης ότι οι καταγγελίες εναντίον των δημοσιογράφων και των αυτοκινητιστών που ήταν εμπλεκόμενοι στα υπό συζήτηση επεισόδια έχουν εγκαταλειφθεί έπειτα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Ο υπουργός συμπέρανε ότι η έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως έχει τύχει σωστής αντιμετώπισης από την κυβέρνηση και διαβεβαίωσε ότι στο μέλλον θα φροντίζει να ειδοποιείται η Επίτροπος Διοικήσεως για τα μέτρα που λαμβάνονται για εφαρμογή των εκθέσεών της. Ο ίδιος αρνήθηκε οποιαδήποτε πρόθεση από το υπουργείο του για παράκαμψη του θεσμού του Επιτρόπου Διοικήσεως και διευκρίνισε ότι, αν υπάρχει καίριο σημείο στο οποίο η κυβέρνηση διαφωνεί, διατηρεί ασφαλώς το δικαίωμα που έχει επί τη βάσει της νομοθεσίας περί Επιτρόπου Διοικήσεως να μη δεχθεί μία έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως.

Ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας δήλωσε στην επιτροπή ότι καμία πρόθεση δεν υπήρξε ούτε υπάρχει να φιμωθούν οι δημοσιογράφοι ή να παρεμποδιστούν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και εξέφρασε την άποψη της αστυνομίας ότι το επεισόδιο που είχε διαδραματιστεί στη Μονή ήταν μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο προήλθε από τον υπέρμετρο ζήλο τόσο των δημοσιογράφων όσο και της αστυνομίας να κάνουν τη δουλειά τους. Ο ίδιος πληροφόρησε την επιτροπή ότι έχουν πια δοθεί οδηγίες σε όλους τους αστυνομικούς διευθυντές να ορίζουν σε κάθε επιχείρηση αξιωματικό ο οποίος θα έρχεται σε επαφή με τους δημοσιογράφους και έπειτα από συζήτηση μαζί τους θα συμφωνείται ειδικός χώρος από όπου να μπορούν να βλέπουν και να καταγράφουν τα γεγονότα που διαδραματίζονται. Όσον αφορά τη χρήση βίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπήρχε υπέρμετρη βία από την αστυνομία.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου εξέφρασε την άποψη της Ένωσης Συντακτών ότι η Επίτροπος Διοικήσεως εκτέλεσε σωστά τα καθήκοντά της και ότι το πόρισμα της έρευνάς της δικαιώνει πλήρως τις καταγγελίες και διαμαρτυρίες των δημοσιογράφων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι δεν παρεμπόδισαν το έργο της αστυνομίας στη σκηνή των επεισοδίων και ότι οι ίδιοι υπέστησαν βία, για να παρεμποδιστούν να εκτελέσουν το λειτούργημά τους. Τόνισε επίσης ότι η απρόσκοπτη και ολοκληρωμένη πληροφόρηση είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και ότι οι δημοσιογράφοι, με την κάλυψη των γεγονότων στην είσοδο του τσιμεντοποιείου της Μονής, αυτό ακριβώς το δικαίωμα προσπαθούσαν να εξυπηρετήσουν. Περαιτέρω, επισήμανε ότι η ερευνητική επιτροπή που διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ουδέποτε κάλεσε την Ένωση Συντακτών Κύπρου να εκφράσει τις απόψεις της για το θέμα αυτό και μετέφερε την άποψη του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Συντακτών Κύπρου ότι η έκθεση της εν λόγω επιτροπής στερείται αντικειμενικότητας και ουσιαστικής αξίας σε ό,τι αφορά την εξακρίβωση της αλήθειας για τα γεγονότα της 18ης Ιουλίου 2005.

Όσον αφορά το θεσμικό ζήτημα που εγέρθηκε με τη διενέργεια δύο παράλληλων ερευνών από δύο ξεχωριστά θεσμικά όργανα της ίδιας πολιτείας, καθώς και τους προβληματισμούς που έθεσε η Επίτροπος Διοικήσεως αναφορικά με τη δυνατότητα ή τη σκοπιμότητα διεξαγωγής δεύτερης έρευνας με βάση τον περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμο, Κεφάλαιο 44, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως θα συζητήσει σε έκταση το εν λόγω ζήτημα, για το οποίο έγινε προκαταρκτική συζήτηση στα πλαίσια της εξέτασης του υπό αναφορά θέματος.

Στα πλαίσια της προκαταρκτικής συζήτησης του πιο πάνω θεσμικού ζητήματος σε σχετική συνεδρία της επιτροπής, η Επίτροπος Διοικήσεως τόνισε ότι η διερεύνηση του εν λόγω παραπόνου από το γραφείο της είχε ξεκινήσει πριν από το διορισμό της ερευνητικής επιτροπής και εξέφρασε την ανησυχία της για την πιθανή αναίρεση του δικαιώματος του πολίτη για ανεξάρτητη έρευνα. Ανέφερε επίσης ότι, όταν κατατεθεί παράπονο στο γραφείο της, δεν έχει δικαίωμα να σταματήσει τη διερεύνησή του, αφού έχει υποχρέωση απέναντι στον πολίτη να παραδώσει μία εμπεριστατωμένη έκθεση σχετικά με αυτό.

Η Επίτροπος Διοικήσεως ενημέρωσε την επιτροπή για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ του γραφείου της και της αστυνομίας και εξέφρασε την άποψη ότι δε θα επαναληφθούν τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξέταση του θέματος στην επιτροπή.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε στην επιτροπή ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι μοναδική, διότι υπήρχε μία πολύπλοκη σύνθεση πραγμάτων που αφορούσε θέματα εκτός των αρμοδιοτήτων της Επιτρόπου Διοικήσεως, και τόνισε ότι δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης του θεσμού ή μη συμμόρφωσης με τις αποφάσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι σε περίπτωση όπου εμπλέκονται εξουσίες διάφορων πολιτικών οργάνων ή αξιωματούχων πρέπει να υπάρχει αλληλοκατανόηση και αλληλοσεβασμός και να μη διεξάγονται παράλληλες έρευνες παρά μόνο σε πολύ σημαντικά θέματα. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι η προκείμενη περίπτωση δε συνιστά μείζον θέμα και ότι μετά το διορισμό της ερευνητικής επιτροπής η Επίτροπος Διοικήσεως έπρεπε να διακόψει τη δική της διερεύνηση.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα κατατέθηκαν ενώπιόν της, εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόθεση λήψης μέτρων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, καθώς και για τη συνεργασία του με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για αποφυγή στο μέλλον περιστατικών παρόμοιων με αυτά που ερευνά στην υπό αναφορά έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως. Η επιτροπή τονίζει όμως την ανάγκη για περαιτέρω προσπάθεια στον τομέα αυτό, με σκοπό τη διαφύλαξη του δικαιώματος ενημέρωσης του κοινού, και απαιτεί όπως ληφθούν και εφαρμοστούν, άμεσα, πρακτικά μέτρα προς αποφυγή παρόμοιας συμπεριφοράς από την αστυνομία.

Η επιτροπή επιθυμεί επίσης να τονίσει τη μεγάλη σημασία του θεσμού του Επιτρόπου Διοικήσεως στην προσπάθεια για επίτευξη της καλύτερης δυνατής λειτουργίας της διοίκησης. Περαιτέρω, η επιτροπή επισημαίνει με έμφαση την ανάγκη όπως οι επισημάνσεις, παρατηρήσεις και συστάσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από την αστυνομία.

Η επιτροπή τέλος επισημαίνει ότι η ελευθερία και το δικαίωμα των λειτουργών του τύπου, που λειτουργούν εντός των πλαισίων του νόμου, να ασκούν ανεμπόδιστοι τα καθήκοντά τους, με στόχο την πλήρη, σωστή και αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών, πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού από την αστυνομία, η οποία σε παρόμοιες εκδηλώσεις πρέπει να διασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση του λειτουργήματος των δημοσιογράφων.

Είναι θέση της επιτροπής ότι, όπως το θέμα ενεγράφη ενώπιόν της, ο σχεδιασμός της επιχείρησης της αστυνομίας στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ικανοποιητικός, αφού δεν έλαβε υπόψη την παρουσία δημοσιογράφων στο χώρο, και ο τρόπος αντίδρασης της αστυνομίας, στην προσπάθεια των δημοσιογράφων να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, ήταν υπερβολικός και αδικαιολόγητος υπό τις περιστάσεις.

Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, η επιτροπή κρίνει ως μη αναγκαίο να σχολιάσει την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να διορίσει ερευνητική επιτροπή, καθώς και το εύρος της εντολής που δόθηκε στην εν λόγω επιτροπή.

Όσον αφορά το Κεφάλαιο 44 του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου, βάσει του οποίου υλοποιήθηκε ο διορισμός ερευνητικής επιτροπής από το Υπουργικό Συμβούλιο, η επιτροπή πιστεύει ότι ενδεχομένως να χρήζει επανεκτίμησης το εύρος των διατάξεων του εν λόγω νόμου, δεδομένων ιδιαίτερα της λειτουργίας του θεσμού του Επιτρόπου Διοικήσεως και των εξουσιών που περιβάλλουν το θεσμό αυτό. Περαιτέρω, η επιτροπή κρίνει σκόπιμο να επισημάνει ότι θα είναι σωστό και εποικοδομητικό να υπάρχει συντονισμός μεταξύ των διάφορων οργάνων και θεσμών της πολιτείας που κατέχουν ερευνητικές εξουσίες, με σκοπό να αποφεύγονται πολλαπλές εκθέσεις σε περιπτώσεις που αυτό δεν είναι απόλυτα αναγκαίο.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού κ. Καίτη Κληρίδου δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι δεν είναι ικανοποιημένη με τις εξηγήσεις που δόθηκαν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σχετικά με το διορισμό ερευνητικής επιτροπής για τη διεξαγωγή δεύτερης έρευνας για τα ίδια γεγονότα και θεωρεί ότι αυτό έγινε με σκοπό να αμφισβητηθούν τα πορίσματα της έρευνας της Επιτρόπου Διοικήσεως. Η ίδια δήλωσε περαιτέρω ότι, πέρα από το νομικό θέμα που προκύπτει από τις δύο παράλληλες έρευνες, τίθεται και θέμα ηθικής τάξεως και σεβασμού προς το θεσμό του Επιτρόπου Διοικήσεως. Η ίδια ανέφερε ότι η μη πληροφόρηση της Επιτρόπου Διοικήσεως από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως για τα μέτρα που λήφθηκαν για εφαρμογή των εισηγήσεών της συνιστά περιφρόνηση του θεσμού του Επιτρόπου Διοικήσεως.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών κ. Γιώργος Περδίκης δήλωσε ότι θεωρεί αχρείαστο το διορισμό ερευνητικής επιτροπής από το Υπουργικό Συμβούλιο για τη διενέργεια έρευνας για τα ίδια γεγονότα. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ενδεχομένως η ενέργεια αυτή να αποσκοπεί στην υποβάθμιση του κύρους και της σημασίας που πρέπει να αποδίδεται στις εκθέσεις του Γραφείου του Επιτρόπου Διοικήσεως.

 

27 Μαρτίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων