Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα που τιτλοφορείται «Η έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως αναφορικά με τα γεγονότα της 20ής Μαρτίου 2003 έξω από την αμερικανική πρεσβεία κατά τη διάρκεια ειρηνικής διαδήλωσης εναντίον της επέμβασης των ΗΠΑ στο Ιράκ (Α/Π 340/2003)»

Παρόντες:

Γιαννάκης Θωμά, πρόεδρος Σοφοκλής Φυττής
Καίτη Κληρίδου Ανδρέας Αγγελίδης
Ιωνάς Νικολάου Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως μελέτησε το πιο πάνω θέμα σε πολλές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ της 15ης Μαρτίου 2004 και της 15ης Μαρτίου 2006. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η Επίτροπος Διοικήσεως, ο Αρχηγός Αστυνομίας και η πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΘΝΟΠΑΔ).

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ

Όπως είναι γνωστό, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως λαμβάνει γνώση όλων των εκθέσεων της Επιτρόπου Διοικήσεως σε μόνιμη βάση και επιλέγει την περαιτέρω μελέτη ορισμένων από αυτές. Στη βάση της πιο πάνω θέσης, η επιτροπή εξέτασε την υπό αναφορά έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως με αρ. Α/Π 340/2003, η οποία αφορά παράπονο πολίτη κατά της αστυνομίας, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κακοποιήθηκε από την αστυνομία κατά τη διάρκεια φιλειρηνικών εκδηλώσεων κοντά στην αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία σε εκδήλωση στις 20 Μαρτίου 2003.

Εισάγοντας το υπό αναφορά θέμα, ο εισηγητής του και μέλος της επιτροπής κ. Ιωνάς Νικολάου ανέφερε ότι ο τρόπος με τον οποίο μέλη της αστυνομικής δύναμης συμπεριφέρθηκαν σε πολίτες, ενώ οι τελευταίοι ασκούσαν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ειρηνικής συνάθροισης και της ελευθερίας της έκφρασης έξω από την αμερικανική πρεσβεία, με σκοπό να διαδηλώσουν την αντίδρασή τους για την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, αποδεικνύει για ακόμη μια φορά τον απαράδεκτο τρόπο μεταχείρισης πολιτών από όργανα της τάξης. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή τη συμπεριφορά καταδίκασε εξάλλου και η ίδια η Επίτροπος Διοικήσεως με μια έκθεση καταπέλτη ενάντια σ’ αυτούς που αδικαιολόγητα και αυθαίρετα παρενέβησαν στο δικαίωμα ομάδας πολιτών να διαδηλώσουν ελεύθερα και γι’ αυτό κάλεσε τον Αρχηγό Αστυνομίας να δώσει σαφείς και αυστηρές οδηγίες προς τα μέλη της αστυνομίας για αποφυγή στο μέλλον παρόμοιων περιστατικών και για υιοθέτηση σε τέτοιες περιπτώσεις συμπεριφοράς που να συνάδει με το σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η αστυνομία οφείλει να προασπίζει τα δικαιώματα των πολιτών και να αποφεύγει τέτοιες απαράδεκτες συμπεριφορές και, στην περίπτωση που η προσφυγή στη βία κρίνεται απολύτως αναγκαία, αυτή πρέπει να ασκείται μόνο στο βαθμό που είναι απολύτως αναγκαία και απολύτως απαραίτητη, ώστε να μην υπερακοντίζεται ο σκοπός που αυτή επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Γι’ αυτό το λόγο δεν επιτρέπεται να παραμένουν ατιμώρητα άτομα, και δη λειτουργοί του νόμου και της τάξης, τα οποία παρεμβαίνουν, είτε ηθελημένα είτε όχι, κατ’ αυτό τον απαράδεκτο τρόπο και περιορίζουν τα κατοχυρωμένα δικαιώματα του πολίτη.

Όπως επισημαίνει ο εισηγητής, στη σχετική έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως αναφέρει ότι η επέμβαση της αστυνομίας κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης αυτής ήταν όχι μόνο απρόσφορη, αλλά και η βία που χρησιμοποιήθηκε από πλευράς των αστυνομικών οργάνων ήταν δυσανάλογη και πρέπει να προβληματίσει. Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται ότι η αστυνομία, αντί να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και σύνεση και να χειριστεί το θέμα με την εξάντληση των ηπιότερων δυνατών μέτρων, προτίμησε να διεισδύσει στο χώρο της διαδήλωσης και να κινηθεί εναντίον συγκεκριμένων διαδηλωτών, περιορίζοντας ανεπίτρεπτα και αδικαιολόγητα τα δικαιώματά τους.

Ο κ. Νικολάου επισήμανε ότι με αφορμή το συγκεκριμένο παράπονο επιβάλλεται να εξεταστεί αν λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα, για να αποφεύγονται παρόμοια φαινόμενα και στο μέλλον, και αν έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική συμπεριφορά των μελών της αστυνομίας, με την εφαρμογή ενός πιλοτικού προγράμματος εκπαίδευσης με ειδικά σεμινάρια για αξιωματικούς και απλούς αστυνομικούς γύρω από τα θέματα σωστής συμπεριφοράς και ψύχραιμης αντιμετώπισης κοινωνικών αντιδράσεων στις περιπτώσεις μαζικών κινητοποιήσεων, καθώς και στην επιμόρφωσή τους σε θέματα περιφρούρησης και διαφύλαξης της δημόσιας τάξης χωρίς να περιορίζονται τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών. Την εισήγηση αυτή υιοθετεί και η ίδια η Επίτροπος Διοικήσεως στην κατάληξη της έκθεσής της, όπου επισημαίνει ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας πρέπει να δώσει σαφείς οδηγίες στην αστυνομία για αποφυγή στο μέλλον παρόμοιων περιστατικών και για υιοθέτηση, σε τέτοιες περιπτώσεις, συμπεριφοράς που να συνάδει με τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών.

Τέλος, ο ίδιος εισηγητής υπογράμμισε ότι η συμπεριφορά ορισμένων μελών της αστυνομίας, όταν αυτή είναι ανάλογη με αυτή που έχει επιδειχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και οι δηλώσεις που προάγουν μια τέτοια συμπεριφορά όχι μόνο αποδυναμώνουν το κύρος της ίδιας της αστυνομίας, αλλά κλονίζουν και την εμπιστοσύνη του πολίτη έναντί της. Γι’ αυτό τόνισε την ανάγκη η επιτροπή να ενημερωθεί για το αν η ηγεσία της αστυνομίας και ο πολιτικός προϊστάμενός της έχουν αξιοποιήσει κατάλληλα τα συμπεράσματα της έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως και παράλληλα αν έχουν επιδείξει την ίδια ετοιμότητα, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, να διατάξουν ποινική ή πειθαρχική έρευνα για τη συμπεριφορά που έχουν επιδείξει μέλη της αστυνομίας στη συγκεκριμένη περίπτωση.

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως, με ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 2004, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

· Στις 20 Μαρτίου 2003 πραγματοποιήθηκε πορεία καταδίκης των αμερικανικών επιθέσεων εναντίον του Ιράκ, η οποία ξεκίνησε από την πλατεία Ελευθερίας και κατέληξε στην αμερικανική πρεσβεία. Η αστυνομία εκπόνησε σχέδιο δράσης για αντιμετώπιση της κατάστασης και απέκοψε τους δρόμους γύρω από την πρεσβεία με συρματοπλέγματα και οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν σε ακάλυπτο χώρο απέναντι από την πρεσβεία και πίσω από τα συρματοπλέγματα, ενώ οι αστυνομικοί βρίσκονταν μπροστά από αυτά.

· Στα πλαίσια της έρευνας της Επιτρόπου Διοικήσεως ζητήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη τα σχόλια και οι απόψεις του Αρχηγού Αστυνομίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς του παραπονουμένου για κακοποίησή του από την αστυνομία. Επίσης, εξασφαλίστηκαν στοιχεία από τους σχετικούς φακέλους της αστυνομίας.

· Σύμφωνα με την έκθεση του υπαστυνόμου που διερεύνησε την υπόθεση, σε κάποιο στάδιο της εκδήλωσης οι διαδηλωτές έριξαν προς τους αστυνομικούς κόκκινη μπογιά. Σε άλλη έκθεση της αστυνομίας για τα γεγονότα αυτά αναφέρεται ότι ένας διαδηλωτής «μέσα από το πλήθος έριξε μπουκάλι με κόκκινη μπογιά προς την πρεσβεία». Επίσης, εντοπίστηκε διαδηλωτής να κρύβει ύποπτο αντικείμενο κάτω από το σακάκι που φορούσε. Όταν αξιωματικός της αστυνομίας πλησίασε τον ύποπτο διαδηλωτή για να τον ελέγξει, ο τελευταίος άρχισε να φωνάζει, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος που βρισκόταν δίπλα στο διαδηλωτή να γρονθοκοπήσει τον αξιωματικό της αστυνομίας. Στην προσπάθεια του αξιωματικού της αστυνομίας να τον συλλάβει έπεσαν και οι δύο στο έδαφος και με την παρέμβαση άλλων αστυνομικών αυτός συνελήφθη, παρά την προσπάθεια άλλων διαδηλωτών να τον βοηθήσουν. Έτσι, ομάδα αστυνομικών επενέβη, για να αποκαταστήσει την τάξη και να ελέγξει το συγκεκριμένο διαδηλωτή, και ακολούθησε συμπλοκή της αστυνομίας και των διαδηλωτών.

· Αποτελεί ισχυρισμό της αστυνομίας ότι τα μέλη της ενήργησαν μέσα στα πλαίσια που τους παρέχει ο νόμος και σε καμιά περίπτωση δεν άσκησαν υπερβολική βία εναντίον του παραπονουμένου και χρησιμοποιήθηκε τόση βία όση χρειαζόταν, για να γίνει κατορθωτή η σύλληψή του. Σύμφωνα με την ίδια αστυνομική έκθεση, ο παραπονούμενος μετά το περιστατικό έμεινε ξαπλωμένος στο έδαφος, κατόπιν τοποθετήθηκε σε ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου διεγνώσθη ότι είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση και παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι την επόμενη ημέρα. Σύμφωνα με την αστυνομία, τραυματίστηκαν επίσης και αστυνομικοί και, σύμφωνα με ιατρική εξέταση, διαπιστώθηκε ότι αυτοί έφεραν εκδορές και μώλωπες.

· Στα επεισόδια αυτά συνελήφθησαν και άλλα τρία πρόσωπα μαζί με τον παραπονούμενο και κατηγορήθηκαν για τα αδικήματα της επίθεσης κατά αστυνομικών, πρόκλησης σωματικής βλάβης, δημόσιας εξύβρισης, διασάλευσης της ειρήνης και πρόκλησης ανησυχίας.

· Το άρθρο 21 του συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ειρηνικά, το οποίο ορίζεται ως «διαδικασία συλλογικής έλλογης και ειρηνικής έκφρασης». «Το δικαίωμα αυτό», σημειώνει η Επίτροπος Διοικήσεως, «αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα συλλογικής δράσης και συνεπάγεται αξίωση για αποχή της κρατικής εξουσίας από κάθε απόπειρα παρεμπόδισης της άσκησής του».

· Η ελευθερία της έκφρασης, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 του συντάγματος, απολαύει προνομιακής μεταχείρισης στο σύγχρονο δίκαιο, εξαιτίας της συμβολής της στην ελεύθερη και πλουραλιστική διαμόρφωση της κοινής γνώμης και κατ’ επέκταση της δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά, κανένα απ’ αυτά τα δύο δικαιώματα δεν τυγχάνει απόλυτης προστασίας. Περαιτέρω, το δικαίωμα της συνάθροισης μπορεί να περιοριστεί, εφόσον ο περιορισμός του προβλέπεται από νόμο, εξυπηρετεί κάποιο σκοπό δημόσιου συμφέροντος ή την προστασία δικαιωμάτων τρίτων και είναι αναγκαίος και ανάλογος προς το σκοπό που εξυπηρετεί, όμως ο περιορισμός αυτός δεν πρέπει να αναιρεί την ουσία, τον “πυρήνα”, των δικαιωμάτων αυτών και πρέπει να τίθεται με φειδώ, να αιτιολογείται επαρκώς και να ερμηνεύεται στενά.

· Η απόφαση της αστυνομίας για περιφρούρηση του χώρου γύρω από την αμερικανική πρεσβεία ήταν δικαιολογημένη στο μέτρο που είχε σκοπό τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Όμως, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Επιτρόπου Διοικήσεως, προκύπτει ότι η αστυνομία δεν περιορίστηκε μόνο στην περιφρούρηση του χώρου, αλλά διείσδυσε στο χώρο της διαδήλωσης.

· Ο πρώτος σκοπός της ομάδας των αστυνομικών που κινήθηκε προς τους διαδηλωτές ήταν να αποκαταστήσει την τάξη, μετά από το ρίξιμο φιάλης με κόκκινη μπογιά, και να ελέγξει το διαδηλωτή που έριξε τη μπογιά. Η Επίτροπος Διοικήσεως, απ’ όσα τέθηκαν υπόψη της, δεν μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ρίξιμο της μπογιάς αποσκοπούσε στην πρόκληση ζημιάς, αλλά το θεώρησε ως έναν τρόπο έκφρασης των αντιπολεμικών συναισθημάτων των διαδηλωτών. «Η επέμβαση, επομένως, της αστυνομίας», σύμφωνα με την έκθεση, «ήταν αχρείαστη και περιττή και αποτελεί αδικαιολόγητη επέμβαση στο δικαίωμα των παρευρισκομένων να διαδηλώνουν ελεύθερα».

· Στην έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως επισημαίνει επίσης ότι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο επενέβη η αστυνομία ήταν για να ελέγξει διαδηλωτή ο οποίος φάνηκε να κρύβει κάτι ύποπτο κάτω από το μπουφάν του, αλλά τελικά διαπιστώθηκε ότι ο διαδηλωτής αυτός δεν είχε στην κατοχή του οτιδήποτε επικίνδυνο ή παράνομο. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα του είχε προσαφθεί σχετική κατηγορία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αστυνομία στηρίχθηκε σε απλή υποψία, για να ελέγξει τον παραπονούμενο.

· Η Επίτροπος Διοικήσεως στην έκθεσή της διαπιστώνει ότι η αστυνομία έδρασε κατά τρόπο αδικαιολόγητο και αυθαίρετο, διότι η επέμβασή της δε στηρίχτηκε σε ισχυρούς και βάσιμους λόγους, και ότι τα μέλη της αστυνομίας προτίμησαν να διεισδύσουν στο χώρο της διαδήλωσης και να κινηθούν εναντίον συγκεκριμένων διαδηλωτών περιορίζοντας ανεπίτρεπτα και αδικαιολόγητα τα δικαιώματά τους. Επομένως, με τη συμπεριφορά της η αστυνομία προκάλεσε την αντίδραση των διαδηλωτών οδηγώντας τα πράγματα σε αναπόφευκτη συμπλοκή.

· Ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Αστυνομικής Δεοντολογίας του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει θέσει ως κατευθυντήρια γραμμή για την αστυνομική δράση/παρέμβαση την υποχρέωση της αστυνομίας «στην εκτέλεση των καθηκόντων της, να λαμβάνει πάντα υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα του καθενός». Επίσης θεμελιώνεται η αρχή ότι η αστυνομία μπορεί να χρησιμοποιεί βία μόνο όταν αυτή είναι απολύτως αναγκαία και μόνο στο βαθμό που απαιτείται για επίτευξη νόμιμου σκοπού, υποδηλώνοντας ότι η χρήση βίας από την αστυνομία πρέπει πάντοτε να θεωρείται ως η εξαίρεση.

· Η Επίτροπος Διοικήσεως στην έκθεσή της παρατήρησε ότι η επέμβαση της αστυνομίας κατά την ώρα της διαδήλωσης ήταν απρόσφορη, η βία που ασκήθηκε δεν ήταν ανάλογη και δεν αναζήτησε οποιασδήποτε άλλη μορφή δράσης που δε θα περιόριζε ή θα περιόριζε λιγότερο αισθητά τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. Ο τραυματισμός οποιουδήποτε άοπλου προσώπου στο κεφάλι, όπως στην περίπτωση του παραπονούμενου, αποδεικνύει ότι ασκήθηκε δυσανάλογη επίθεση και όχι απλώς αμυντική βία και μάλιστα από αστυνομικούς που κουβαλούσαν πλαστικές ασπίδες και ρόπαλα σε αντίθεση με τους άοπλους διαδηλωτές.

· Η Επίτροπος Διοικήσεως στην έκθεσή της εισηγείται όπως ο Αρχηγός Αστυνομίας δώσει σαφείς και αυστηρές οδηγίες προς τα μέλη της για αποφυγή στο μέλλον παρόμοιων περιστατικών και για υιοθέτηση σε τέτοιες περιπτώσεις συμπεριφοράς που να συνάδει προς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών.

Σ’ αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας απέστειλε επιστολή στην Επίτροπο Διοικήσεως, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2004, με την οποία την ενημέρωνε πως οι τοποθετήσεις και οι εισηγήσεις της που αφορούν τα μέλη της αστυνομίας τον βρίσκουν πλήρως αντίθετο και, ως εκ τούτου, όπως ο ίδιος αναφέρει, δε θα προβεί σε καμιά ενέργεια.

ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΑΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο και ο βαθμός εφαρμογής του αποτελεί έναν από τους δείκτες του “πολιτικού πολιτισμού”, γι’ αυτό και επικρατεί η τάση η αστυνομία να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή, αν δεν τίθενται σε κίνδυνο ζωές και περιουσίες.

Σύμφωνα με τον υπουργό, η αστυνομία επιδεικνύει συνήθως τη σωστή στάση σε τέτοιες περιπτώσεις και μόνο σε μια απ’ αυτές αμφισβητήθηκε κατά πόσο αυτή εκτελεί σωστά την αποστολή της. Ο συγκεκριμένος αξιωματικός ενήργησε στη συγκεκριμένη περίπτωση λανθασμένα. Ο υπουργός ανέφερε επίσης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε υπερβολική εκδήλωση επιθετικότητας εκ μέρους των διαδηλωτών, καταλήγοντας ότι τα μέλη της αστυνομίας οφείλουν να επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση στη χρήση υπερβολικής βίας.

Τέλος, ο υπουργός δήλωσε ότι σύμφωνα με οδηγίες του Προέδρου της Δημοκρατίας οι εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού απ’ όλες τις αρμόδιες αρχές.

Ο Αρχηγός Αστυνομίας δήλωσε ενώπιον της επιτροπής, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

· Η συνεργασία της αστυνομίας με το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως είναι αναβαθμισμένη και βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα. Απόδειξη τούτου είναι η εγκύκλιος που στάληκε σε όλες τις διευθύνσεις της αστυνομίας για την υιοθέτηση των εισηγήσεων της Επιτρόπου Διοικήσεως. Η εγκύκλιος ήταν το αποτέλεσμα σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.

· Στο συγκεκριμένο επεισόδιο η απόφαση του επικεφαλής αξιωματικού να παρέμβει στο χώρο των διαδηλωτών προήλθε κατόπιν πρόκλησης (ρίψη αυγών, ντομάτων και μπογιάδων) και μετά την επίθεση οι αστυνομικοί επενέβηκαν μέσα στο πλήθος.

· Ο ποινικός φάκελος ήταν στη διάθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως, για να ελέγξει τα σχετικά στοιχεία.

· Η σχετική νομοθεσία καθορίζει τον τρόπο της συμπεριφοράς της αστυνομίας για κάθε συγκέντρωση που τείνει να εξελιχθεί σε οχλαγωγία.

· Ο συγκεκριμένος αξιωματικός αιτιολογημένα διέταξε επέμβαση, γιατί ενεργεί ως “δικαστής του δευτερολέπτου”. Στις πλείστες των περιπτώσεων η αστυνομία συμπεριφέρεται άψογα και με σεβασμό προς τους πολίτες, παρ’ όλο που οι πολίτες συμπεριφέρονται προκλητικά, αλλά οι αστυνομικοί δεν πρέπει να καταστούν στόχος για εκτόνωση των όποιων συναισθημάτων των πολιτών.

· Σε περιπτώσεις εκτροπής των διαδηλωτών, αν η αστυνομία επιδείξει αυτοσυγκράτηση και σωφροσύνη, αυτό μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία της αστυνομίας και να ακολουθήσουν χειρότερες εξελίξεις.

· Στο χρονικό διάστημα 2002-2003 πραγματοποιήθηκαν 188 συγκεντρώσεις (32 αντιπολεμικές, 89 αντικατοχικές, 32 συγκεντρώσεις Κούρδων και 35 μαθητικές) και δεν παρατηρήθηκαν οποιαδήποτε επεισόδια εκτός της συγκεκριμένης.

· Η ρίψη αντικειμένων είναι ποινικό αδίκημα και η πολιτεία μπορεί να προχωρήσει στην αποποινικοποίηση των ενεργειών αυτών, αν το επιθυμεί.

· Την τελευταία τετραετία διερευνήθηκαν 56 υποθέσεις εναντίον αστυνομικών, από τις οποίες οι πλείστες αποδείχθηκαν ανυπόστατες, κατόπιν σχετικής έρευνας ανεξάρτητων ερευνητών.

· Αποτέλεσμα της υπέρμετρης ευαισθησίας της αστυνομίας είναι το ότι οι αστυνομικοί υπέστησαν τα τελευταία χρόνια 392 επιθέσεις σε ώρα καθήκοντος, με αποτέλεσμα 599 περιπτώσεις τραυματισμών.

· Στη σχετική επιστολή του προς την Επίτροπο Διοικήσεως καταγράφηκε η διαφωνία του με τη γενικότητα του τρόπου προσέγγισης των γεγονότων αυτών όπως διατυπώνεται στη σχετική έκθεσή της και επισημάνθηκε η παραγνώριση του παράγοντα της πρόκλησης εναντίον της αστυνομίας.

· Πάγια τακτική της αστυνομίας είναι η επικοινωνία με τους διοργανωτές των διαδηλώσεων, ούτως ώστε να προλαμβάνονται και να αποφεύγονται δυσάρεστες εξελίξεις.

· Στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου υπάρχουν προγράμματα εκπαίδευσης σχετικά με την αντιμετώπιση των εκδηλώσεων σε σχέση με την ψυχολογία των διαδηλωτών και άλλα παρόμοια. Οι αστυνομικοί είναι καταρτισμένοι και απόδειξη τούτου είναι η ορθή αντιμετώπιση των 188 διαδηλώσεων. Οι διαδηλώσεις δεν είναι μόνο καθιστικές, όπως παραπλανητικά λέχθηκε, αλλά σε ορισμένες παρουσιάζονται και κρούσματα επιθετικότητας.

Η Επίτροπος Διοικήσεως, τοποθετούμενη στο όλο θέμα, ανέφερε συμπληρωματικά ότι δε συζητείται το εσφαλμένο ή το αποδεκτό των εκθέσεων του Γραφείου της. Οι ισχυρισμοί της αστυνομίας για ρίψη μπογιάς και αυγών εξετάστηκαν στα πλαίσια της συγκεκριμένης περίπτωσης, αλλά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί έτσι η διείσδυση της αστυνομίας στο χώρο των διαδηλωτών και γι’ αυτό οι διαπιστώσεις και τα ευρήματα της έκθεσης αυτής δε διαφοροποιούνται σε σχέση με τα υπό αναφορά γεγονότα. Η ίδια τόνισε ότι η έκθεση καταγράφει και εισηγείται τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να εφαρμόζει η αστυνομία σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως καλό σχεδιασμό, καθοδήγηση, επικοινωνία, ενημέρωση για τους κινδύνους, και παράλληλα απαιτείται ο σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων γενικά και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικότερα, “του δικαιώματος του συνέρχεσθαι”, που είναι κατοχυρωμένο· κατά συνέπεια απαιτείται αλλαγή της στάσης της αστυνομίας.

Η πρόεδρος του ΕΘΝΟΠΑΔ, σχολιάζοντας το υπό αναφορά θέμα, ανέφερε ότι η συνάθροιση των πολιτών αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμά τους και ο τρόπος αντιμετώπισής τους είναι δείγμα του επιπέδου σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων στον τόπο μας. Επιπλέον, πρόσθεσε ότι οι θεσμοί δεν πρέπει να αμφισβητούνται από αυτούς που υπόκεινται σε έλεγχο, παρά το γεγονός ότι γίνεται αποδεκτό ότι είναι δύσκολος ο ρόλος της αστυνομίας και σε τέτοιες περιπτώσεις υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες, καθώς και τα βιώματα του συγκεκριμένου ατόμου. Τέλος, τόνισε ότι γίνονται ενέργειες όπως η αστυνομία συμμετέχει με εκπρόσωπό της στον ΕΘΝΟΠΑΔ.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ/ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ/ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, αφού μελέτησε ενδελεχώς όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος μεταχείρισης των πολιτών από μέλη της αστυνομίας, ενόσω οι πρώτοι ασκούσαν το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμά τους της ειρηνικής συνάθροισης και της ελευθερίας της έκφρασης έξω από την αμερικανική πρεσβεία, παρέβη τα επιτρεπτά όρια, αφού οι αστυνομικοί αντί να περιοριστούν στην περιφρούρηση του χώρου, διείσδυσαν στο πλήθος και παραβίασαν τα δικαιώματα των διαδηλωτών χωρίς εύλογη αιτία.

Οι λανθασμένες αυτές ενέργειες των μελών της αστυνομίας οδήγησαν στη συμπλοκή και η αχρείαστη χρήση υπέρμετρης βίας που άσκησαν εναντίον των διαδηλωτών έθεσε την κατάσταση εκτός ελέγχου. Η επιτροπή θεωρεί ότι τέτοιου είδους χειρισμοί εκ μέρους των μελών της αστυνομίας πρέπει να εκλείψουν, διότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ειρηνικά συνιστά ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα συλλογικής δράσης των πολιτών. Το κράτος οφείλει να προστατεύσει την άσκηση αυτού του δικαιώματος και σε καμιά περίπτωση να μην την παρεμποδίζει. Για να επιτευχθεί όμως ο στόχος αυτός απαιτείται συνεχής εκπαίδευση και επιμόρφωση των μελών της αστυνομίας σε θέματα χειρισμού των μαζικών εκδηλώσεων των πολιτών. Η επιτροπή εισηγείται να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη συμπεριφορά των μελών της αστυνομίας κατά τη διαχείριση μαζικών εκδηλώσεων των πολιτών με την εφαρμογή ενός πιλοτικού προγράμματος εκπαίδευσης με ειδικά σεμινάρια για αξιωματικούς και απλούς αστυνομικούς σε θέματα σωστής συμπεριφοράς και ψύχραιμης αντιμετώπισης κοινωνικών αντιδράσεων σε περιπτώσεις μαζικών κινητοποιήσεων. Επιπλέον, εισηγείται την επιμόρφωση των μελών της αστυνομικής δύναμης σε θέματα περιφρούρησης και διαφύλαξης της δημόσιας τάξης, ώστε να μην επεμβαίνουν αχρείαστα και να παρεμποδίζουν την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Ειδικότερα, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι τα μέλη της αστυνομίας μπορούν να χρησιμοποιούν βία μόνο σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι απολύτως αναγκαίο και στο βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση της υποχρέωσής τους να προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών.

Τέλος, η επιτροπή εκφράζει για ακόμα μια φορά την πάγια θέση της ότι τα πολιτειακά όργανα της Δημοκρατίας οφείλουν να σέβονται και να εφαρμόζουν τα πορίσματα των εκθέσεων του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως.

 

27 Μαρτίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων