Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών για το θέμα που τιτλοφορείται «Η συμφωνία μεταξύ της ΑΤΗΚ και του ιδιωτικού τηλεοπτικού συνδρομητικού καναλιού LTV»

Παρόντες:

Αντώνης Καράς, πρόεδρος Γιώργος Περδίκης
Γεώργιος Γεωργίου Πρόδρομος Προδρόμου
Καίτη Κληρίδου Μη μέλη της επιτροπής:
Άντρος Κυπριανού Λευτέρης Χριστοφόρου
Αριστοφάνης Γεωργίου Ιωνάς Νικολάου
Κίκης Γιάγκου Σωτήρης Σαμψών
Ζαχαρίας Κουλίας Άριστος Χρυσοστόμου
Ανδρέας Αγγελίδης Χριστόδουλος Ταραμουντάς
Γιαννάκης Ομήρου Ανδρούλα Βασιλείου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών εξέτασε το υπό αναφορά θέμα, που ενεγράφη για αυτεπάγγελτη εξέταση έπειτα από πρόταση του μέλους της κ. Πρόδρομου Προδρόμου, σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 27 Φεβρουαρίου και την 1η, 8η και 15η Μαρτίου 2006. Στις συνεδριάσεις της επιτροπής κλήθηκαν και παρέστησαν οι Υπουργοί Συγκοινωνιών και Έργων και Οικονομικών, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού, ο Επίτροπος Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, ο πρόεδρος και όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και ο γενικός διευθυντής της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (ΑΤΗΚ), καθώς και εκπρόσωποι των συντεχνιών του προσωπικού της.

Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ

Το υπό αναφορά θέμα, όπως προαναφέρθηκε, ενεγράφη για αυτεπάγγελτη εξέταση, έπειτα από πρόταση του μέλους της επιτροπής κ. Πρόδρομου Προδρόμου, σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Εν τω μεταξύ και μέχρι την πραγματοποίηση της πρώτης συνεδρίας της επιτροπής για την εξέταση του θέματος, σε έκτακτη σύσκεψη του Προέδρου της Βουλής και των αρχηγών ή των εκπροσώπων των πολιτικών κομματικών ομάδων και των μονοεδρικών κομμάτων, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2006, ο Πρόεδρος της Βουλής πληροφόρησε το σώμα ότι είχε λάβει την ίδια ημέρα σχετική επιστολή από τον πρόεδρο του Δημοκρατικού Συναγερμού, με την οποία ζητούσε να συζητηθεί το θέμα αυθημερόν στην ολομέλεια με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Οι λόγοι της υποβολής του αιτήματος, σύμφωνα με τη σχετική επιστολή, είναι ότι η εν λόγω συμφωνία μπορεί να θεωρηθεί «παραβίαση και των ελάχιστων κανόνων χρηστής διοίκησης, των αρχών της διαφάνειας, αλλά και ενδεχομένως των κανόνων που διέπουν τον υγιή ανταγωνισμό, με βάση τις ευρωπαϊκές Οδηγίες». Για αυτούς τους λόγους, κατέληγε η επιστολή, «η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν μπορεί να παραμείνει απαθής ή αδιάφορος σε μια συμφωνία όπου διακυβεύονται εκατομμύρια λίρες του φορολογούμενου πολίτη», αφού η συμφωνία αυτή θεωρείται “ιδιαιτέρως εξαιρετικού ενδιαφέροντος διά το δημόσιο συμφέρον”.

Στα πλαίσια της σύσκεψης αυτής αποφασίστηκε το θέμα του κατεπείγοντος ή μη να τεθεί ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής την ίδια μέρα, η οποία και να αποφασίσει σχετικά.

Περαιτέρω, λόγω της σοβαρότητας του θέματος, ο Πρόεδρος της Βουλής ανέλαβε την υποχρέωση να επικοινωνήσει με τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων και με τη διοίκηση της ΑΤΗΚ αναφορικά με την ακριβή ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σχετικής συμφωνίας, για να διαφανεί πόσο κατεπείγουσα ήταν η συζήτηση του θέματος. Οι εν λόγω αρμόδιοι έδωσαν ρητή διαβεβαίωση στον Πρόεδρο της Βουλής ότι η συμφωνία αυτή δεν επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ πριν από τις 10 Μαρτίου 2006. Συνεπώς, το νομοθετικό σώμα, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το θέμα είχε εγγραφεί την προηγούμενη ημέρα για συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, αποφάσισε να εξεταστεί το θέμα από την επιτροπή της Βουλής, διότι υπό τις περιστάσεις η συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας θα καθίστατο δύσκολη, αφού δε θα είχε ενώπιόν της τα απαραίτητα στοιχεία ή και τις επεξηγήσεις των αρμόδιων οργάνων επί του θέματος. Συνακόλουθα, το σώμα αποφάσισε το θέμα να συζητηθεί αρχικά ενώπιον της επιτροπής και σε κατοπινό στάδιο η τελευταία να ενημερώσει, με σχετική έκθεσή της, την ολομέλεια.

Η επιτροπή Ελέγχου συνεκλήθη εκτάκτως για εξέταση του θέματος στις 27 Φεβρουαρίου. Επειδή στην έναρξη της συνεδρίας τέθηκε θέμα μη κανονικής σύγκλησής της και αφού κατά τη συζήτηση του διαδικαστικού θέματος δόθηκαν διάφορες εξηγήσεις και απαντήσεις, η πλειοψηφία της επιτροπής υπογραμμίζει την ανάγκη τήρησης της πάγιας πρακτικής σύγκλησης των έκτακτων συνεδριάσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών ύστερα από διαβουλεύσεις και σχετική συμφωνία των μελών.

Β. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΙΣΗΓΗΤΗ

Σύμφωνα με τον εισηγητή του θέματος και όπως φαίνεται και από τη σχετική γραπτή αιτιολόγηση που κατατέθηκε ενώπιον της επιτροπής, κρίθηκε αναγκαία η εξέταση του θέματος, διότι υπάρχουν υπόνοιες ότι η εν λόγω συμφωνία μεταξύ της ΑΤΗΚ και του ιδιωτικού τηλεοπτικού συνδρομητικού καναλιού LTV είναι ασύμφορη για το δημόσιο, δημιουργούνται συνθήκες μονοπωλίου, προκαλείται αθέμιτη παρέμβαση στη χρηματιστηριακή αγορά και καταστρατηγούνται οι αρχές της χρηστής διοίκησης και οι διαδικασίες των δημόσιων προσφορών.

Ο εισηγητής του θέματος ανέφερε επίσης ενώπιον της επιτροπής ότι η εν λόγω συμφωνία μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LTV είναι εξαιρετικά ασύμφορη και ετεροβαρής, αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για μια συμφωνία «που είναι σκανδαλωδώς χαριστική υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων και που αποτελεί ίσως μια πρώτη μορφή ιδιωτικοποίησης του ημικρατικού αυτού οργανισμού». Σύμφωνα με τον ίδιο, παρά την περί του αντιθέτου άποψη, εκ των πραγμάτων διαφαίνεται ότι η συμφωνία έχει ήδη υπογραφεί, χωρίς ουσιαστικά να είναι σε γνώση του καθ’ ύλην αρμόδιου υπουργού ούτε και του Υπουργικού Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, βασικός στόχος της Βουλής και της κυβέρνησης, συνέχισε, πρέπει να είναι η ακύρωση της συμφωνίας, διότι, όπως καταδεικνύουν τόσο τα οικονομικά όσο και τα άλλα στοιχεία της, ουσιαστικά προκύπτει ζήτημα λειτουργίας του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ιδιώτες ή δημόσιους φορείς. Εκ των πραγμάτων διαφαίνεται επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι η ΑΤΗΚ, εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, δημιουργεί δομές μονοπωλίου και παραβιάζει σαφέστατα τη νομοθεσία περί Προστασίας του Ανταγωνισμού. Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της συμφωνίας, είναι προφανές ότι με αυτή καθορίζονται μονοπωλιακές τιμές για οποιουσδήποτε ενδιαφερομένους θέλουν να διεισδύσουν στον τομέα των ευρυζωνικών υπηρεσιών.

Παρά τη σχετική δέσμευση και διαβεβαίωση που έδωσαν προς τον Πρόεδρο της Βουλής οι αρμόδιοι της ΑΤΗΚ ότι η συμφωνία δε θα τεθεί σε ισχύ πριν από τις 10 Μαρτίου 2006, είναι έκδηλο ότι η εν λόγω ημερομηνία δε θα μπορούσε να τηρηθεί, επειδή στη “δεσμευτική” επιστολή/συμφωνία, ημερομηνίας 13 Φεβρουαρίου 2006, μεταξύ ΑΤΗΚ - LTV, που κατατέθηκε από τους αρμοδίους της ΑΤΗΚ ενώπιον της επιτροπής, αναφέρεται ότι αναμένεται πως τόσο η ΑΤΗΚ όσο και η LTV θα συνεργαστούν για τη συμπλήρωση αριθμού διευκρινίσεων/τροποποιήσεων σ’ αυτή εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής, με στόχο την τελική υπογραφή της συμφωνίας μέχρι τις 5 Μαρτίου 2006.

Περαιτέρω, στον προϋπολογισμό της ΑΤΗΚ για το έτος 2006 υπάρχει πρόνοια που σχετίζεται με αυτή τη συμφωνία, η οποία φαίνεται ότι έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, χωρίς όμως ακόμα να έχει εγκριθεί από τη Βουλή ο σχετικός προϋπολογισμός. Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση υπεγράφη η σχετική δεσμευτική συμφωνία, χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων των σχετικών κονδυλίων για την κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για υλοποίησή της. Το σχετικό κονδύλι των £2,5 εκατομ. για την εξασφάλιση περιεχομένου για την υπηρεσία miVision του προϋπολογισμού του 2006 αντανακλάται στη σχετική συμφωνία για κάλυψη των εγγυημένων ποσών τα οποία θα πρέπει να προκαταβάλει η ΑΤΗΚ προς τη LTV.

Περαιτέρω, συνέχισε ο ίδιος, είναι παράδοξο η ΑΤΗΚ από τη μια πλευρά να έχει υπογράψει ένα δεσμευτικό έγγραφο στις 13 Φεβρουαρίου 2006 και από την άλλη να επιδιώκει ταυτόχρονα διευκρινίσεις ή και βελτιώσεις κάποιων όρων της συμφωνίας. Ουσιαστικά, εκείνο που προκύπτει από το δεσμευτικό αυτό έγγραφο είναι η αποδοχή της συμφωνίας από την ΑΤΗΚ στο σύνολό της και στη συνέχεια η προσπάθεια της Αρχής να κάνει αποδεκτές κάποιες τροποποιήσεις. Με την εν λόγω συμφωνία, πρόσθεσε ο ίδιος εισηγητής, η ΑΤΗΚ δεσμεύεται να παραχωρήσει τη χρήση και τον έλεγχο της miVision στην ιδιωτική εταιρεία LTV. Πρόκειται δηλαδή για μια μορφή ιδιωτικοποίησης, χωρίς όμως το αντισυμβαλλόμενο μέρος να κληθεί ή να δεσμευτεί να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο. Τουναντίον, με την εν λόγω συμφωνία η ΑΤΗΚ δεσμεύεται να παρέχει εγγυημένες πληρωμές ύψους £165 εκατομ. σε ιδιώτη.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι με την εν λόγω συμφωνία παρέχεται η δυνατότητα στην ιδιωτική εταιρεία LTV να διαχειρίζεται το πακέτο της miVision και ταυτόχρονα κατά παράδοξο τρόπο παραχωρούνται από την ΑΤΗΚ εγγυημένες πληρωμές/εγγυήσεις στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, που ουσιαστικά θα καταστεί ο άμεσα υπεύθυνος για τη διαχείριση της miVision. Επιπρόσθετα, με τον καθορισμό των τιμών, όπως προβλέπεται στη μεταξύ τους συμφωνία, ενδεχομένως να παρακωλύεται η εισδοχή άλλων εταιρειών στον τομέα των ευρυζωνικών υπηρεσιών και επιπλέον η συμφωνία αυτή να αντίκειται στο νόμο που αφορά την προστασία του ανταγωνισμού.

Ο ίδιος εισηγητής πρόσθεσε επίσης ότι με βάση τη σχετική συμφωνία η ΑΤΗΚ θα “υποχρεώσει ουσιαστικά” τους υφιστάμενους πελάτες της miVision να αποκτήσουν σύνδεση με το νέο πακέτο των καναλιών της LTV με επιπρόσθετο κόστος από εκείνο που αυτοί καταβάλλουν σήμερα στην ΑΤΗΚ.

Στην τελευταία συνεδρίαση της επιτροπής, ο εισηγητής του θέματος κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής προσχέδιο απόφασης και εισηγήθηκε μετά το πέρας της εξέτασης του θέματος από την επιτροπή να προωθηθεί για έγκριση από την ολομέλεια του σώματος.

Με το εν λόγω προσχέδιο απόφασης επεξηγείτο, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, είναι ετεροβαρής προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων και σε βάρος των συμφερόντων του δημοσίου, ότι υπάρχει αλλαγή πολιτικής με την ιδιωτικοποίηση μιας σημαντικής υπηρεσίας της ΑΤΗΚ και ότι υπάρχει καθορισμός ελάχιστων τιμών που συνιστά τυπική μονοπωλιακή πρακτική, η οποία αντιβαίνει στο νόμο περί Προστασίας του Ανταγωνισμού, και για όλους αυτούς τους λόγους ζητά από την κυβέρνηση να παρέμβει για ματαίωση της σχετικής συμφωνίας.

Γ. ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΑΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

1. Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων

Ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι η κυβέρνηση όχι μόνο υποστηρίζει την ανάπτυξη των ευρυζωνικών υπηρεσιών, αλλά αποτελεί και υποχρέωσή μας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ανάπτυξη του τομέα αυτού. Ως εκ τούτου, τόσο οι ιδιώτες όσο και οι ημικρατικοί οργανισμοί δεν αποκλείονται από του να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη του τομέα αυτού, εφόσον εξυπηρετείται ο Κύπριος πολίτης από τις υπηρεσίες αυτές. Εκείνο όμως το οποίο πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ανάπτυξης των ευρυζωνικών υπηρεσιών είναι η αποφυγή των ενεργειών εκείνων που καθιστούν μη ικανή ή παρακωλύουν με οποιοδήποτε τρόπο τη διατήρηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στον τομέα αυτό, θέμα το οποίο πρέπει να ερευνήσει και να απαντήσει ο πρόεδρος της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού, το γραφείο του οποίου είναι το αρμόδιο σώμα να επιληφθεί του ειδικότερου αυτού ζητήματος.

Ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων ανέφερε επίσης ενώπιον της επιτροπής ότι από τα πρώτα στάδια ανακίνησης του όλου θέματος η κυβέρνηση ευαισθητοποιήθηκε και ζήτησε από τους αρμοδίους της ΑΤΗΚ άμεση πληροφόρηση. Το όλο ζήτημα, συνέχισε, είναι στρατηγικής σημασίας και άπτεται θεμάτων γενικότερης πολιτικής της ΑΤΗΚ και ως εκ τούτου η κυβέρνηση πρέπει να μελετήσει το θέμα και να σχηματίσει άποψη επ’ αυτού. Πέραν τούτου, ο ίδιος υπουργός ανέφερε ότι η κυβέρνηση σε γενικές γραμμές ήταν ενήμερη για το γεγονός ότι η ΑΤΗΚ αναζητούσε στρατηγικούς συνεταίρους με στόχο την προώθηση παραγωγής περιεχομένου, έτσι που να αξιοποιήσει κατάλληλα την υφιστάμενη υποδομή που έχει στη διάθεσή της, αλλά δεν ήταν ενήμερη με ποιους αντισυμβαλλομένους είχε προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις η ΑΤΗΚ ούτε και γνώριζε την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας.

Συνεπώς, κατέληξε, το θέμα άπτεται πολλών πτυχών και, αν χρειαστεί, θα συζητηθεί σε ειδική συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου, αφού πρώτα τόσο ο ίδιος όσο και το Υπουργικό Συμβούλιο τύχουν διεξοδικής και εμπεριστατωμένης πληροφόρησης για τις ειδικότερες πτυχές της συμφωνίας αυτής.

Στη συνέχεια ο ίδιος υπουργός σημείωσε πως είναι ενήμερος για τη γενική στρατηγική της ΑΤΗΚ, χωρίς όμως να έχει γνώση για τη συγκεκριμένη συμφωνία, αφού δεν απαιτείται η εκ των προτέρων έγκριση των συμφωνιών από την κυβέρνηση, όπως γίνεται και με τις υπόλοιπες συμφωνίες της ΑΤΗΚ.

Ως εκ τούτου, ο ίδιος πρόσθεσε, μέχρι να μελετηθεί σε βάθος η εν λόγω συμφωνία, δεν τη θεωρεί αρνητική, ώστε να αποστασιοποιηθεί, ούτε θετική, ώστε να την υπερασπιστεί, αλλά ούτε και εντάσσεται στη συνήθη πρακτική του υπουργείου του να ενημερώνεται για όλες τις συμφωνίες που υλοποιούνται από τους ημικρατικούς οργανισμούς που βρίσκονται υπό την εποπτεία του.

2. Υπουργός Οικονομικών

Ο Υπουργός Οικονομικών ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι, πέραν των όσων λέχθηκαν από τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων, για την ουσία του ζητήματος θα αναμένονται οι απαντήσεις που πρέπει να δοθούν τόσο από τον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων όσο και από τον πρόεδρο της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού. Εκείνο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, συνέχισε, είναι η εξεύρεση των πρακτικών εκείνων τρόπων, έτσι που να διασφαλιστεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός στον τομέα των ευρυζωνικών υπηρεσιών. Συνεπώς, κατέληξε, η ΑΤΗΚ πρέπει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης του τομέα αυτού με τέτοιο τρόπο, που να μη δημιουργηθούν συνθήκες μονοπωλιακού χαρακτήρα και συνθήκες που περιορίζουν τον ανταγωνισμό για την ανάπτυξη του τομέα αυτού.

3. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ

Στο στάδιο της έναρξης της συζήτησης του υπό αναφορά θέματος, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ ανέφερε ότι είναι η πρώτη φορά που καλούνται οι αρμόδιοι της Αρχής να εκφράσουν δημόσια τις απόψεις τους σχετικά με τη συμφωνία μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LTV. Ανέφερε επίσης ότι με σχετική επιστολή που απέστειλε ο γενικός διευθυντής της ΑΤΗΚ εκ μέρους του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 24 Φεβρουαρίου 2006, διαβίβασε παράκληση της Αρχής όπως οι συνεδριάσεις της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών διεξαχθούν κεκλεισμένων των θυρών και υπό συνθήκες εμπιστευτικότητας και ειδικότερα όπως το περιεχόμενο των συμφωνιών τηρηθεί με πλήρη εμπιστευτικότητα, επειδή σ’ αυτό εμπεριέχονται ευαίσθητα εμπορικά μυστικά τόσο της ΑΤΗΚ όσο και της LTV και σε περίπτωση δημοσιοποίησής τους ενδέχεται τα συμβαλλόμενα μέρη να υποστούν ζημιές. Περαιτέρω, στην ίδια επιστολή εκφραζόταν η ετοιμότητα και η προθυμία της ΑΤΗΚ να προβεί σε πλήρη και λεπτομερή ενημέρωση της επιτροπής τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη σκοπιμότητα και ωφελιμότητα των προτεινόμενων συμφωνιών.

Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ στη συνέχεια, καταθέτοντας υπόμνημα με το οποίο εκφράστηκαν οι επίσημες θέσεις της ΑΤΗΚ για το υπό συζήτηση θέμα, ανέφερε ενώπιον της επιτροπής, ανάμεσα σ’ άλλα, τα ακόλουθα:

α. Η ΑΤΗΚ χωρίς να παραβιάζει οποιοδήποτε νόμο ή διαδικασία προχώρησε στη σύναψη μιας καθόλα νόμιμης εμπορικής συμφωνίας, για να εμπλουτίσει με το κατάλληλο περιεχόμενο την ευρυζωνική της πλατφόρμα με στόχο τη συγκράτηση των πελατών της τόσο της σταθερής όσο και της κινητής τηλεφωνίας και την επέκταση των ευρυζωνικών υπηρεσιών στην Κύπρο. Η επέκταση των ευρυζωνικών υπηρεσιών οδηγεί στην κοινωνία της γνώσης που αποτελεί παράγοντα κεφαλαιώδους σημασίας για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μιας χώρας.

β. Οι τηλεπικοινωνιακοί οργανισμοί που θέλουν να επιβιώσουν δεν έχουν άλλη επιλογή από του να κερδίσουν στο άμεσο μέλλον το λεγόμενο “τριπλό-παιχνίδι” στην ηλεκτρονική επικοινωνία, δηλαδή παροχή φωνής, γρήγορο διαδίκτυο και διαδραστικές υπηρεσίες, όπως τηλεοπτικά προγράμματα και άλλες υπηρεσίες μέσα από τα δίκτυά τους, και ιδιαίτερα εκείνοι οι οργανισμοί που έχουν επενδύσει στην ανάπτυξη του σταθερού τους δικτύου.

γ. Η ΑΤΗΚ έχει επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια λίρες στην ανάπτυξη του δικτύου της. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή η ΑΤΗΚ αναμένει τα έσοδά της να διαμορφώνονται μόνο από την τηλεφωνική επικοινωνία και δεν προσθέσει περιεχόμενο, για να κερδίσει το λεγόμενο τριπλό παιχνίδι, μπορούμε από τώρα να προβλέψουμε με σιγουριά τη βέβαιη κατάρρευσή της.

δ. Για κάποιο χρονικό διάστημα η ΑΤΗΚ προσπάθησε να εξεύρει από μόνη της τηλεοπτικό περιεχόμενο για μετάδοση από την πλατφόρμα του miVision, μια πλατφόρμα που μπορεί να μεταφέρει κατεξοχήν τηλεοπτικό περιεχόμενο μέσα από μια τηλεφωνική γραμμή, αλλά η προσπάθεια αυτή, όπως αναμενόταν, δεν ήταν αρκετή από μόνη της. Αυτή τη στιγμή η ΑΤΗΚ έχει γύρω στις 8 500 συνδρομητές της CYTA-miVision. Μεταγενέστερα, λόγω της ύπαρξης άλλων εξειδικευμένων επαγγελματιών τόσο στην ανάπτυξη όσο και στην εξεύρεση περιεχομένου, αποφασίστηκε η έναρξη διαβουλεύσεων με δυνητικούς παρόχους περιεχομένου.

ε. Η ΑΤΗΚ έδωσε προτεραιότητα στις διαπραγματεύσεις με την LTV, οι οποίες άρχισαν το Σεπτέμβριο του 2005. Η προτεραιότητα στις διαπραγματεύσεις με την LTV δόθηκε, γιατί η εταιρεία αυτή κατείχε το περιεχόμενο εκείνο που, σύμφωνα με όλες τις έρευνες αγοράς, ενδιαφέρει τους Κυπρίους καταναλωτές και επομένως δεν ετίθετο θέμα ζήτησης προσφορών, καθότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο που ήθελε η ΑΤΗΚ το κατείχε σε πολύ μεγάλο βαθμό η LTV. Με άλλα λόγια, στη γλώσσα των διαδικασιών που αφορούν εξασφάλιση προϊόντων και υπηρεσιών, ήταν ο μοναδικός προμηθευτής τουλάχιστο για την περίοδο μέχρι το 2010. Ως εκ τούτου, δεν παραβιάστηκαν οποιεσδήποτε διαδικασίες, αφού, σύμφωνα με τους κανονισμούς προσφορών της ΑΤΗΚ σε περίπτωση μοναδικών προμηθευτών, δε ζητά προσφορές, αλλά προχωρεί σε απευθείας διαπραγματεύσεις.

στ. Το διοικητικό συμβούλιο της ΑΤΗΚ, προτού αρχίσει οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με την LTV, καθόρισε τους ακόλουθους στόχους:

i. Η ΑΤΗΚ να διατηρήσει την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση του δικτύου της, περιλαμβανομένης και της πλατφόρμας που υποστηρίζει την υπηρεσία miVision, καθώς και την αποκλειστική διαχείριση των τελικών πελατών της υπηρεσίας.

ii. Να ισχύσουν όλες οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η ΑΤΗΚ για την εξασφάλιση περιεχομένου.

iii. Να επιτρέπεται σε οποιονδήποτε επιθυμεί να χρησιμοποιήσει την πλατφόρμα miVision της ΑΤΗΚ, για να προσφέρει τα δικά του πακέτα καναλιών, στα πλαίσια εμπορικών συμφωνιών που θα συνομολογηθούν με την ΑΤΗΚ, ανεξάρτητα από την επίτευξη οποιασδήποτε συμφωνίας με την LTV.

ζ. Οι διαπραγματεύσεις κινήθηκαν όντως στα πλαίσια των πιο πάνω στόχων και κατέληξαν σε συμφωνία που θα τεθεί σε ισχύ το Μάρτιο του 2006, αφού πρώτα διευκρινιστεί ή/και τροποποιηθεί αριθμός εμπορικών και νομικών όρων που να διασφαλίζουν τα συμφέροντα των συμβαλλομένων στα πλαίσια της νομικής εγκυρότητας. Στα πλαίσια αυτά συνομολογήθηκαν δύο συμφωνίες, μια για την περίοδο 2006-2010 και μια για την περίοδο 2010-2020. Κατά την περίοδο που καλύπτει η πρώτη συμφωνία, η LTV θα αναλάβει σημαντικά έξοδα για εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, παραγωγές, ροή καναλιών, προσωπικό, δικαιώματα περιεχομένου κ.λπ. για τα κανάλια τα οποία προβλέπονται από την προτεινόμενη συμφωνία και που θα μεταφέρονται αποκλειστικά από την πλατφόρμα της υπηρεσίας miVision. Τα συνολικά έξοδα της LTV για την περίοδο αυτή υπολογίζονται πέραν των £20 εκατομ. για δικαιώματα και συνολικά με τα άλλα έξοδα γύρω στα £26 εκατομ., ενώ οι ελάχιστες εξασφαλισμένες πληρωμές από την ΑΤΗΚ, όπως προβλέπονται στις προτεινόμενες συμφωνίες, συνολικού ύψους £5,5 εκατομ., δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε υπερβολικές ούτε παράλογες.

η. Στις 13 Φεβρουαρίου 2006 υπογράφτηκε επιστολή για “δέσμευση” της ΑΤΗΚ και της Lumiere TV Public Company Ltd “LTV” για τη μετάδοση προγραμμάτων της LTV μέσω της υπηρεσίας miVision. Τα προγράμματα αυτά αφορούν κυρίως αθλητικό πρόγραμμα, παιδικό πρόγραμμα, κανάλι με ταινίες και κανάλι τηλεμπορίας κ.ά. Η επιστολή/“δέσμευση”, που είναι δισέλιδη, συμπληρώνεται από τρία παραρτήματα, που είναι μακροσκελή, λεπτομερή και αναλυτικά. (Αντίγραφο ολόκληρης της συμφωνίας κατατέθηκε ενώπιον της επιτροπής από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ, με την παράκληση να τηρηθεί εμπιστευτικό.)

θ. Κατά την περίοδο 2010-2020 η LTV αποδέχεται να διαθέσει όλο της το περιεχόμενο στην πλατφόρμα miVision και να αποποιηθεί το δικαίωμά της να συνθέσει και να διαθέσει είτε τα κανάλια αυτά είτε άλλα κανάλια για ίδιον όφελος ή για πώληση σε τρίτους. Επίσης, η LTV δεσμεύεται να διαθέτει, με σημερινές τιμές, £7.500.000 ανά έτος για εξασφάλιση περιεχομένου. Για να τηρήσει αυτού του μεγέθους τη δέσμευση και να παράσχει αποκλειστικότητα προς την ΑΤΗΚ, η ΑΤΗΚ με τη σειρά της θα εγγυηθεί συγκεκριμένο ύψος εσόδων στην LTV, που αντιστοιχεί με τους υφιστάμενους συνδρομητές, νοουμένου ότι η LTV θα εξακολουθήσει να ελέγχει συγκεκριμένο περιεχόμενο (κυπριακό ποδόσφαιρο, ταινίες και προγράμματα). Σε αντίθετη περίπτωση, η ρήτρα για εγγυημένα έσοδα της LTV δε θα ισχύει. Άρα δεν είναι ορθό να λέγεται ότι η ΑΤΗΚ δίνει στην LTV συγκεκριμένα ποσά και μάλιστα £165 εκατομ. με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία. Αυτό που συμφωνείται στην πραγματικότητα είναι ο διαμοιρασμός των εσόδων από τους πελάτες μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LTV, ανάλογα με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το κάθε μέρος. Ο κίνδυνος που υφίσταται στην περίπτωση αυτή για την ΑΤΗΚ είναι ακόμη μικρότερος, γιατί διακυβεύεται εν μέρει η συνέχιση της αξιοποίησης του εξωτερικού δικτύου της ΑΤΗΚ, αξίας κτήσης πέραν των £200 εκατομ.

ι. Όσον αφορά το κόστος χρηματοδότησης της σχετικής συμφωνίας, η ΑΤΗΚ δεν ενεργεί παράνομα, καθότι έχει πρόνοιες στους προϋπολογισμούς της για κάλυψη των υποχρεώσεών της για εξασφάλιση περιεχομένου. Τόσο για το έτος 2005 όσο και για το έτος 2006 έγιναν συγκεκριμένες προβλέψεις. Ειδικά για το 2006, στο Κεφάλαιο 20, άρθρα 480 και 485, περιλαμβάνονται £2,5 εκατομ. και £1,95 εκατομ. για εξασφάλιση περιεχομένου για την υπηρεσία miVision και για τις κινητές υπηρεσίες, αντίστοιχα.

ια. Η ΑΤΗΚ εξέτασε και συνεχίζει να εξετάζει πολύ προσεκτικά θέματα προστασίας του ανταγωνισμού σε σχέση με τη συμφωνία και, εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει, δεν παραβιάζονται με οποιοδήποτε τρόπο οι πρόνοιες του δικαίου του ανταγωνισμού.

ιβ. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρόταση της LTV για συμμετοχή της ΑΤΗΚ στο μετοχικό κεφάλαιο της LTV, ο οργανισμός έχει εξασφαλίσει προθεσμία δύο μηνών για να τη μελετήσει και να πάρει οριστικές αποφάσεις. Όμως κρίνεται ότι μια τέτοια συμμετοχή, πέραν του κριτηρίου της απόδοσης της επένδυσης, θα έχει πολλαπλά οφέλη, όπως τα ακόλουθα:

i. Η εμπέδωση της συνεργασίας και εμπιστοσύνης με έναν κύριο προμηθευτή της ΑΤΗΚ για την υπηρεσία miVision.
ii. Η διασφάλιση υψηλής ποιότητας για το περιεχόμενο.
iii. Η δημιουργία προοπτικής για επέκταση εκτός Κύπρου.
iv. Η διασφάλιση της προοπτικής δημιουργίας χρήσιμου για την κοινωνία της πληροφορίας περιεχομένου.

ιγ. Η εν λόγω συμφωνία είναι καθαρά εμπορική συμφωνία, που εντάσσεται στα πλαίσια της ειλημμένης πολιτικής και στρατηγικής του οργανισμού που υλοποιείται από χρόνια με τους προϋπολογισμούς του 2004 και του 2005, γι’ αυτό και δεν κρίθηκε σκόπιμη η εκ των προτέρων εξασφάλιση έγκρισης της πολιτείας. Πιστεύεται όμως ότι έγινε η απαραίτητη ενημέρωση για το πλαίσιο της προτεινόμενης συνεργασίας με την LTV στους συναρμόδιους υπουργούς της κυβέρνησης στην κατάλληλη, κατά την κρίση του συμβουλίου, στιγμή.

Πέραν των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής σχετική δεσμευτική επιστολή αναφορικά με τη συνεργασία ΑΤΗΚ και LTV, ημερομηνίας 13 Φεβρουαρίου 2006. Με την εν λόγω επιστολή επιβεβαιωνόταν η αρχική δέσμευση αμφοτέρων των μερών για τη μετάδοση προγραμμάτων της LTV μέσω της υπηρεσίας miVision. Πέραν όμως της πιο πάνω αναφερθείσας δέσμευσης μεταξύ των δύο μερών, η ΑΤΗΚ με την επιστολή αυτή κατέστησε γνωστή έναντι της LTV την επιθυμία της όπως γίνουν διευκρινίσεις/τροποποιήσεις σε αριθμό σημείων σχετικά με εμπορικούς ή και νομικούς όρους των επισυναπτόμενων συμφωνιών, καθώς και ορισμένων νομικής φύσεως ζητημάτων που έχουν συμφωνηθεί, όπως, παραδείγματος χάριν, τη διευκρίνιση της ελευθερίας της ΑΤΗΚ για φιλοξενία άλλων προγραμμάτων, την πλήρη κάλυψη της ΑΤΗΚ από παραβιάσεις δικαιωμάτων τρίτων, την ευθύνη και σχέσεις μερών, τους όρους τερματισμού και παρόμοια θέματα που αναμένεται να περιληφθούν στις επισυναπτόμενες συμφωνίες.

Περαιτέρω, με την επιστολή αυτή τόσο η ΑΤΗΚ όσο και η LTV εκφράζουν την προθυμία τους να εργαστούν για τη συμπλήρωση των πιο πάνω αναφερθεισών διευκρινίσεων/τροποποιήσεων εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία της παρούσας επιστολής (το χρονικό διάστημα των είκοσι ημερών έληξε στις 5 Μαρτίου 2006), με σκοπό την άμεση και τελική υπογραφή των επισυναπτόμενων συμφωνιών, όπως αυτές θα έχουν τελικά διαμορφωθεί. Τέλος, στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι σχετικά με την πρόταση συμμετοχής της ΑΤΗΚ στο μετοχικό κεφάλαιο της LTV, μέσω της έκδοσης και παραχώρησης προς την ΑΤΗΚ μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου, η ΑΤΗΚ μελέτησε τη σχετική πρόταση και “με αντάλλαγμα την παρούσα επιστολή” ζήτησε να της παραχωρηθεί δικαίωμα αποδοχής της πρότασης αυτής ως έχει ή ως αμοιβαία θα διαμορφωθεί εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής.

Πάρα ταύτα, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι το συμβούλιο της Αρχής αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη των πράξεών του και σε καμία περίπτωση δεν τις μεταθέτει πουθενά αλλού. Ειδικότερα, όσον αφορά τη σχετική συμφωνία μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LTV, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Αρχής ανέφερε ότι η λήψη απόφασης για την εμπορική αυτή συμφωνία πάρθηκε κατά πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Αρχής, αλλά η σχετική απόφαση για έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών ήταν ομόφωνη. Περαιτέρω, όσον αφορά τη συμφωνία αυτή καθαυτήν, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ανέφερε ότι είναι δεσμευτική και για τα δύο μέρη, παρ’ όλο που αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί, για το λόγο ότι η ΑΤΗΚ αναμένει, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τη συμπλήρωση αριθμού διευκρινίσεων/τροποποιήσεων τόσο επί θεμάτων με εμπορικό όσο και επί θεμάτων με νομικό περιεχόμενο με την ενσωμάτωση αυτών των τροποποιήσεων στα σχετικά παραρτήματα της συμφωνίας. Ειδικότερα, όσον αφορά τη συγκεκριμένη συμφωνία, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ ανέφερε ότι δεν πρόκειται για μια τόσο μεγάλη συμφωνία όσο οι ανταγωνιστές, αλλά και άλλοι ενδιαφερόμενοι θέλουν να την παρουσιάσουν. Με την εν λόγω συμφωνία, πρόσθεσε, δεν ιδιωτικοποιείται κανένα τμήμα των υπηρεσιών της ΑΤΗΚ, αλλά ούτε η διαχείριση της miVision παραχωρείται στην LTV. Εκείνο που παραχωρείται, κατέληξε, είναι τέσσερα κανάλια, από το σύνολο των τριάντα έξι που κατέχει η miVision, σε αντιστάθμισμα της παραχώρησης περιεχομένου από την LTV, και η Αρχή μπορεί να προσθέσει και άλλα ανά πάσα στιγμή. Η ΑΤΗΚ παρέχει ευρυζωνική υπηρεσία μέσω της miVision.

Στα πλαίσια της δεύτερης συνεδρίας της επιτροπής για το θέμα αυτό ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ κατέθεσε επιστολές της ΑΤΗΚ και της LTV στις οποίες δηλώνεται ότι συμφωνούν για την παράταση της προθεσμίας για υπογραφή της σχετικής συμφωνίας από τις 5 Μαρτίου 2006 στις 16 Μαρτίου 2006, ώστε να παρασχεθεί ικανοποιητικός χρόνος για την τελική υπογραφή των δεσμευτικών συμφωνιών. Δεν ευσταθεί η πληροφορία ότι παραπληροφορείται ο Πρόεδρος της Βουλής σχετικά με την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της συμφωνίας.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η ΑΤΗΚ είναι ένας οργανισμός που ανήκει στον κυπριακό λαό και η επιτυχία του αντικατοπτρίζει τα συμφέροντα των πολιτών. Επίσης, οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρει η ΑΤΗΚ είναι τα χαμηλότερα από άποψη τιμής στην Ευρώπη και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τον πλησιέστερο φθηνότερο προμηθευτή.

Η ΑΤΗΚ δέχεται κατευθύνσεις από το αρμόδιο υπουργείο, αφού ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να δώσει οδηγίες γενικής φύσεως στην Αρχή για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και η τελευταία οφείλει να τις εφαρμόζει. Η Αρχή οφείλει να παρέχει στον αρμόδιο υπουργό, όταν το ζητήσει, εκθέσεις, λογαριασμούς, πληροφορίες σχετικά με την ιδιοκτησία και τις δραστηριότητες της Αρχής. Ο Υπουργός Οικονομικών, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων και η Βουλή είναι ενήμεροι για τη στρατηγική της ΑΤΗΚ αλλά όχι για τη συγκεκριμένη συμφωνία. Η Κύπρος είναι δεσμευμένη από τις αποφάσεις της Συνόδου της Λισαβόνας για διείσδυση στον τομέα των ευρυζωνικών υπηρεσιών.

Η ΑΤΗΚ, πρόσθεσε, αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε σημείο καμπής και επομένως πρέπει να ληφθούν όλες εκείνες οι αποφάσεις που θα διασφαλίζουν το μέλλον του οργανισμού. Η όλη στρατηγική της Αρχής, η οποία εκφράζεται μέσω αυτής της συμφωνίας, πρόσθεσε, είναι η εξεύρεση περιεχομένου με το οποίο να παρέχεται η δυνατότητα χρήσης των δικτύων της Αρχής με στόχο τη μετάβαση τόσο της οικονομίας του τόπου όσο και της κοινωνίας σε κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης.

Επί των ειδικότερων πτυχών της εν λόγω συμφωνίας ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ ανέφερε ότι όσον αφορά τα £165 εκατομ. δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι θα καταβάλει το ποσό αυτό η Αρχή προς την LTV, αλλά ούτε και ο ισχυρισμός ότι ιδιωτικοποιείται τμήμα των υπηρεσιών της Αρχής. Τουναντίον, πρόσθεσε, για τη χρονική περίοδο μέχρι το 2010 πράγματι υπάρχουν εξασφαλισμένες πληρωμές από την ΑΤΗΚ προς την LTV ποσού ύψους £5,5 εκατομ., αλλά, σε αντιστάθμισμα, κατά τη χρονική αυτή περίοδο η LTV θα προσφέρει στην ΑΤΗΚ περιεχόμενο αξίας £22 εκατομ. Τα £165 εκατομ., διευκρίνισε, αφορούν την περίοδο μέχρι το έτος 2020, αν η ΑΤΗΚ αποφασίσει την ανανέωση της συμφωνίας, όταν αυτή λήξει το έτος 2010, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και την ποιότητα του περιεχομένου που θα προσφέρει η LTV στην Αρχή. Σε αντιδιαστολή, έναντι αυτού του ποσού, η ΑΤΗΚ θα έχει τέτοιο περιεχόμενο, ώστε να δημιουργεί ζήτηση, με αποτέλεσμα την ανάλογη αύξηση των εσόδων της, που υπολογίζονται στα £365 εκατομ. περίπου.

Με τη συμφωνία αυτή η ΑΤΗΚ σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκει τον περιορισμό του ανταγωνισμού αλλά την ενδυνάμωσή του προσφέροντας στον τομέα της συνδρομητικής τηλεόρασης και άλλες “πλατφόρμες” σε παρόχους περιεχομένων, ώστε να προσφέρουν το προϊόν τους. Αντίθετα, κατέληξε, με τη συμφωνία αυτή θα συμβάλει στον πλουραλισμό του ανταγωνισμού σε πολλά επίπεδα.

Τέλος, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι είναι ευπρόσδεκτες οι οποιεσδήποτε προτάσεις και εισηγήσεις της επιτροπής, οι οποίες αναμένεται να συμβάλουν στην ολοκλήρωση ή και στην τροποποίηση της εν λόγω συμφωνίας με το αντισυμβαλλόμενο μέρος, καθότι αυτή βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της διαπραγμάτευσης. Εν κατακλείδι, όσον αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της συμφωνίας, πρόσθεσε, η ΑΤΗΚ είναι έτοιμη να μετακαλέσει εξωτερικούς συμβούλους, για να μελετήσουν την εν λόγω συμφωνία, καθώς και να κρίνουν τη στρατηγική, την ποιότητα και τους οικονομικούς όρους που τέθηκαν στη συμφωνία αυτή.

4. Γενικός διευθυντής της ΑΤΗΚ

Ο γενικός διευθυντής της ΑΤΗΚ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι επί του ειδικότερου σημείου που αφορά την εκταμίευση από την Αρχή των σχετικών κονδυλίων για την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων που πηγάζουν από την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας η Αρχή ανέκαθεν και κατά πάγιο τρόπο υπογράφει συμφωνίες οι οποίες είναι διαχρονικές και με τον τρόπο αυτό αγοράζει υπηρεσίες και εξοπλισμό. Πολύ σπάνια, πρόσθεσε, η Αρχή υπογράφει συμφωνίες οι οποίες ισχύουν μόνο για τη χρονική περίοδο του οικονομικού έτους που καλύπτει ο ετήσιος προϋπολογισμός και η εν λόγω συμφωνία είναι ακόμη μια συμφωνία που προστίθεται στις τόσες άλλες που έχει υπογράψει η Αρχή. Σε τελευταία ανάλυση, πρόσθεσε, αν αυτή η συμφωνία αντιτίθεται σε οποιοδήποτε νόμο, έχει ενσωματωθεί σχετική πρόνοια σ’ αυτήν που την καθιστά αυτόματα άκυρη. Από την άλλη, κατέληξε, η Αρχή δεν μπορεί να υπογράφει συμφωνίες που να καλύπτουν μόνο το αντίστοιχο οικονομικό έτος, διαφορετικά, επισήμανε, σε τέτοια περίπτωση η Αρχή θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει.

Η υπογραφή της σχετικής συμφωνίας ανέφερε, αποτελεί στρατηγικής σημασίας πράξη για το μέλλον του Οργανισμού και, ως εκ τούτου, αναμένεται να συντελέσει σημαντικά στην ανάπτυξη του τομέα των ευρυζωνικών υπηρεσιών, καθώς επίσης και στην αξιοποίηση των £234 εκατομ. που έχουν δαπανηθεί μέχρι τώρα για την ανάπτυξη του ευρυζωνικού δικτύου προς όφελος του Κύπριου πολίτη. Η ΑΤΗΚ δικαιούται να διακόψει τη συμφωνία, αν δεν την ικανοποιεί το περιεχόμενο του προγράμματος.

5. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο οποίος παρευρέθηκε στη δεύτερη συνεδρία της επιτροπής, ανέφερε ότι δεν ήταν σε γνώση του η ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας και ότι αυτή περιήλθε στην αντίληψή του μετά τη σχετική δημοσιοποίηση του θέματος. Ως εκ τούτου, ανέφερε, δε γνωρίζει κατά πόσο αυτή η συμφωνία είναι βιώσιμη ή συμφέρουσα, θέμα το οποίο, κατέληξε, δεν εμπίπτει στη σφαίρα της δικής του αρμοδιότητας.

Τέλος, αναφορικά με το ειδικότερο θέμα της αναστολής ή της ακύρωσης της εν λόγω συμφωνίας, αυτό είναι θέμα που χρήζει σοβαρής μελέτης και, ως εκ τούτου, σχετική γνωμάτευση επί του θέματος μπορεί να δοθεί κατόπιν υποβολής γραπτού αιτήματος από την επιτροπή. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι σε καμία περίπτωση δε ρωτήθηκε για το περιεχόμενο της συμφωνίας, την οποία, εν πάση περιπτώσει, αγνοεί.

6. Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας

Η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι, εφόσον παραμένουν σε εκκρεμότητα αρκετά σημεία που χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων/τροποποιήσεων, στόχος πρέπει να παραμείνει η προστασία της ΑΤΗΚ, με την προσθήκη πρόνοιας στη σχετική συμφωνία, με βάση την οποία να προνοείται η δέσμευση έναντι του αντισυμβαλλομένου ότι η εκταμίευση των σχετικών κονδυλίων καθίσταται δεσμευτική για την Αρχή, νοουμένου ότι θα εγκριθούν τα σχετικά κονδύλια που υπάρχουν στον προϋπολογισμό της ΑΤΗΚ για το 2006. Η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας κατέληξε στην επισήμανσή της αυτή, επειδή, σε αντίθετη περίπτωση, πρόσθεσε, αν η Βουλή δεν εγκρίνει τα σχετικά κονδύλια, τότε θα υπάρχει συμβατική υποχρέωση της ΑΤΗΚ, με ορατό τον κίνδυνο ο αντισυμβαλλόμενος να στραφεί με αγωγές εναντίον της Αρχής με την απαίτηση για καταβολή από την τελευταία των νενομισμένων αποζημιώσεων.

7. Πρόεδρος της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι η υπηρεσία έχει ήδη ξεκινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα για το υπό αναφορά θέμα. Ως εκ τούτου, η παρουσία του στην επιτροπή σκοπό έχει να παράσχει τις ζητούμενες από αυτήν πληροφορίες, αλλά σε τέτοιο βαθμό, ώστε με αυτές να μην προκαταλαμβάνεται οτιδήποτε αναφορικά με την έρευνα που διεξάγεται. Είναι φυσικό, κατέληξε, υπό τις περιστάσεις αυτές, να μην μπορεί να τοποθετηθεί στα οποιαδήποτε ευρήματα αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της επιτροπής, προς αποφυγή της παραβίασης του νόμου που αφορά την προστασία του ανταγωνισμού, αλλά και λόγω της υποχρέωσης για τήρηση εχεμύθειας αναφορικά με τις εμπιστευτικές πληροφορίες που κατέχει, καθώς επίσης και για το μη επηρεασμό της σχετικής έρευνας που βρίσκεται εν εξελίξει από την υπηρεσία του. Ειδικότερα, στο κρίσιμο ερώτημα κατά πόσο η εν λόγω συμφωνία μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LTV παραβιάζει ή όχι τον ανταγωνισμό, ο ίδιος πρόσθεσε ότι δε γνωρίζει κατά πόσο υπάρχει ή δεν υπάρχει παραβίαση, συμπέρασμα το οποίο θα εξαχθεί μετά την ολοκλήρωση της αυτεπάγγελτης έρευνας που διεξάγει το Γραφείο του. Εκείνο που πρέπει να προσεχθεί, κατέληξε, είναι η διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού που αποβαίνει προς το συμφέρον του Κύπριου πολίτη και του τόπου γενικότερα.

8. Επίτροπος Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων

Ο Επίτροπος Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι βασικός στόχος του Γραφείου του είναι να εξετάσει τις οποιεσδήποτε συνέπειες προκύπτουν από την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στις ευρυζωνικές υπηρεσίες. Βασικό δεδομένο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Γραφείο του, κατέληξε, είναι ακριβώς και η θέση της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού επί του περιεχομένου της σχετικής συμφωνίας και ειδικότερα κατά πόσο η “αποκλειστικότητα” που στο παρόν στάδιο φαίνεται να αποκτά η ΑΤΗΚ εμποδίζει την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στις ευρυζωνικές υπηρεσίες.

Η ανάπτυξη των ευρυζωνικών υπηρεσιών, πρόσθεσε, εξαρτάται εν πολλοίς από το ελκυστικό περιεχόμενο που αυτές παρέχουν. Το Γραφείο του θα μελετήσει την εν λόγω συμφωνία, όταν αυτή ολοκληρωθεί και τεθεί ενώπιόν του, και θα εξετάσει, περαιτέρω, κατά πόσο το περιεχόμενό της, όπως έχει συμφωνηθεί μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LTV, αν δοθεί κατ’ αποκλειστικότητα στην ΑΤΗΚ, εμποδίζει την ανάπτυξη του τομέα αυτού. Η όλη ανάπτυξη του τομέα των ευρυζωνικών υπηρεσιών, κατέληξε, πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να ωφελείται ο πολίτης. Το σημείο δε που καλείται να εξετάσει το Γραφείο του είναι αν το όφελος για τον πολίτη πηγάζει μέσα από ένα μονοπωλιακό κρατικό καθεστώς ή μέσα από ένα ελεύθερο ανταγωνιστικό καθεστώς. Το Γραφείο του, κατέληξε, μετά την εξέταση του όλου θέματος, θα κληθεί, αν παραστεί ανάγκη, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, να επιβάλει τις ανάλογες ρυθμίσεις και να προβεί σε αλλαγές ή ακύρωση βασικών όρων της συμφωνίας, ειδικότερα εκείνων που, πιθανόν, από τη σε βάθος εξέτασή τους θα διαφανεί ότι μέσω τους θίγεται ο ανταγωνισμός ή γίνεται κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης στην αγορά των ευρυζωνικών υπηρεσιών.

Δ. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Πιο κάτω παρατίθεται συνοπτικά το νομικό πλαίσιο λειτουργίας της ΑΤΗΚ και των άλλων αρμόδιων οργάνων, δηλαδή της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού και του Επιτρόπου Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων και ειδικότερα εκείνο το μέρος του νομικού πλαισίου που έχει άμεση σχέση με τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας. Οι κυριότερες διατάξεις μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

1. Νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της ΑΤΗΚ

α. Με βάση τον περί Υπηρεσιών Τηλεπικοινωνιών Νόμο, Κεφάλαιο 302, όπως αυτός τροποποιήθηκε πρόσφατα, η ΑΤΗΚ, σύμφωνα με το άρθρο 3, αποτελεί νομικό πρόσωπο με συνεχή διαδοχή και με εξουσία να αποκτά, να κατέχει και να διαθέτει ιδιοκτησία, να συνάπτει συμβάσεις και να ενεργεί για όλα όσα είναι αναγκαία για σκοπούς τήρησης της υπό αναφορά νομοθεσίας.

β. Στο άρθρο 12 της εν λόγω νομοθεσίας προνοούνται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

i. Είναι καθήκον της Αρχής να διαχειρίζεται μια καλή και επαρκή υπηρεσία τηλεπικοινωνιών στη Δημοκρατία για την κυβέρνηση, τους δημόσιους οργανισμούς και το κοινό γενικότερα. Περαιτέρω, εντάσσεται στα καθήκοντα της Αρχής να διαχειρίζεται όλη την περιουσία της, όπως η ίδια κρίνει σκόπιμο.

ii. Είναι καθήκον της Αρχής να προωθεί την ανάπτυξη της υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών σύμφωνα, και κατά το μέτρο που αυτό είναι πρακτικό, με το αναγνωρισμένο διεθνές επίπεδο πρακτικής και δημόσιας απαίτησης. Περαιτέρω, η Αρχή δύναται να αποκτήσει οποιαδήποτε περιουσία θεωρεί αναγκαία ή κατάλληλη για το σκοπό της κατασκευής, επέκτασης ή συντήρησης οποιασδήποτε εγκατάστασης.

iii. Είναι καθήκον της Αρχής να συμβουλεύει τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων «για όλα τα θέματα τα οποία σχετίζονται με την υπηρεσία τηλεπικοινωνιών και για θέματα τα οποία ανήκουν στην Αρχή γενικά».

γ. Περαιτέρω, στο άρθρο 9Α της εν λόγω νομοθεσίας προνοούνται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

i. Ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων δύναται, κατόπιν συμβουλευτικής γνωμοδότησης της Αρχής, να εκδίδει προς αυτήν οδηγίες γενικής φύσης ως προς την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων της, αναγκαίες για το γενικό συμφέρον της Δημοκρατίας, και η Αρχή οφείλει να εφαρμόζει κάθε τέτοια οδηγία.

ii. Η Αρχή οφείλει να παρέχει στον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων, κατόπιν αίτησής του, εκθέσεις, λογαριασμούς και λοιπές πληροφορίες που σχετίζονται με την ιδιοκτησία και τις δραστηριότητές της. Η Αρχή οφείλει επίσης να παρέχει στον υπουργό κάθε ευκολία για έλεγχο των πληροφοριών αυτών, κατά το χρόνο και τρόπο που αυτός εύλογα απαιτεί.

2. Νομικό πλαίσιο που αφορά τη λειτουργία της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού

α. Στο ερμηνευτικό μέρος του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

i. “Δεσπόζουσα θέση”, σε αναφορά προς επιχείρηση, σημαίνει τη θέση οικονομικής δύναμης που απολαμβάνει μια επιχείρηση, που την καθιστά ικανή να παρακωλύει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος και της επιτρέπει να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές και τους πελάτες της και σε τελική ανάλυση ανεξάρτητα από τους καταναλωτές.

ii. “Δημοσιονομικό μονοπώλιο” σημαίνει την επιχείρηση που έχει μονοπωλιακή θέση στην αγορά λόγω των αποκλειστικών δικαιωμάτων που της παρέχει το κράτος με σκοπό την αύξηση των εσόδων του κράτους.

β. Ειδικότερα στο άρθρο 4 της εν λόγω νομοθεσίας προνοείται, μεταξύ άλλων, η απαγόρευση όλων των συμπράξεων επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, ειδικότερα αυτών που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα:

i. τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής·

ii. τον περιορισμό ή τον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων·

iii. την εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική, όσον αφορά τον ανταγωνισμό, θέση.

Με βάση το ίδιο άρθρο, οι πιο πάνω απαγορευμένες συμπράξεις θεωρούνται εξ υπαρχής άκυρες, εκτός αν η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού τις κρίνει έγκυρες, εφόσον συντρέχουν ορισμένες, σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, προϋποθέσεις.

γ. Επιπρόσθετα, στο άρθρο 6 της εν λόγω νομοθεσίας αναφέρεται ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης στην αγορά ενός προϊόντος. Καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης συνιστά ειδικότερα οποιαδήποτε πράξη μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, που κατέχει ή κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος, αν η πράξη αυτή έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα ή ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

i. Τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό αθέμιτων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων μη θεμιτών, υπό τις περιστάσεις, όρων συναλλαγής.

ii. Τον περιορισμό της παραγωγής ή της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης προς ζημιά των καταναλωτών.

iii. Tην εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό.

Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται, μεταξύ άλλων, ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης, στη διακοπή εμπορικών σχέσεων με ανάληψη ή μεταφορά των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται με τις εν λόγω εμπορικές σχέσεις, κατά τρόπο που επηρεάζει ουσιωδώς τον ανταγωνισμό ή επιφέρει την αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.

Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού έχει επίσης την ευχέρεια να καλεί οποτεδήποτε επιχείρηση που, κατά την κρίση της, κατέχει είτε αφ’ εαυτής είτε από κοινού με άλλες επιχειρήσεις δεσπόζουσα θέση στην αγορά ενός προϊόντος και να της γνωστοποιεί στοιχεία αναφορικά με τις δραστηριότητές της και τις διευθετήσεις της με άλλες επιχειρήσεις.

δ. Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 26 της εν λόγω νομοθεσίας, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για διερεύνηση παραβάσεων που πηγάζουν από τα άρθρα 4 και 6, όπως περιγράφονται πιο πάνω. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού επιλαμβάνεται των παραβάσεων αυτών είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από καταγγελία που εισάγεται προς αυτήν από την Υπηρεσία της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού ή από τρίτους. Αν η επιτροπή διαπιστώσει, κατά την ενώπιόν της διαδικασία, παράβαση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, κέκτηται εξουσία, μεταξύ άλλων, να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες:

i. Να διατάξει ή να συστήσει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση όπως μέσα σε τακτή προθεσμία τερματίσει την παράβαση και αποφύγει επανάληψή της στο μέλλον ή, σε περίπτωση που η παράβαση τερματίσθηκε πριν από την έκδοση της απόφασης της επιτροπής, να καταδικάσει την παράβαση με αναγνωριστική απόφασή της.

ii. Να ορίσει ότι, σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, θα οφείλεται πρόστιμο μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.

iii. Να επιβάλει πρόστιμο ανερχόμενο, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, μέχρι το δέκα τοις εκατόν των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης ή της ένωσης επιχειρήσεων, κατά το έτος μέσα στο οποίο συντελέστηκε η παράβαση ή κατά το αμέσως προηγούμενο της παράβασης έτος.

ε. Τέλος, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 25 της εν λόγω νομοθεσίας, κέκτηται επίσης εξουσία κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της να διενεργεί όλες τις απαραίτητες έρευνες σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων και προς τούτο δύναται:

i. να ελέγχει βιβλία και άλλα επαγγελματικά έγγραφα,

ii. να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα των βιβλίων ή επαγγελματικών εγγράφων,

iii. να ζητεί επιτόπου προφορικές διευκρινίσεις και

iv. να εισέρχεται σε όλα τα γραφεία, χώρους και μεταφορικά μέσα των επιχειρήσεων.

Οι έρευνες διενεργούνται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, εκτός αν η επιτροπή κρίνει ότι η παροχή ειδοποίησης θα υποβοηθήσει στο ερευνητικό της έργο. Επιπρόσθετα, η επιτροπή κέκτηται εξουσία:

i. να επιβάλλει σε επιχείρηση πρόστιμο μέχρι πενήντα χιλιάδες λίρες, σε περίπτωση που αυτή εκ προθέσεως ή εξ αμελείας επιδεικνύει ελλιπή τα αιτηθέντα βιβλία ή άλλα επαγγελματικά έγγραφα ή σε περίπτωση άρνησης της επιχείρησης να συμμορφωθεί προς εντολή της επιτροπής έρευνας και

ii. να επιβάλλει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρόστιμο μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες για κάθε ημέρα παράλειψης αυτής να συμμορφωθεί προς εντολή της επιτροπής για τη διενέργεια της έρευνας.

3. Νομικό πλαίσιο που αφορά τον Επίτροπο Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων

α. Ο περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων Νόμος, στις γενικές του διατάξεις, στο άρθρο 2, προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

i. Στα πλαίσια του καθορισμού του πεδίου εφαρμογής του, τους όρους ρύθμισης δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και των συναφών υπηρεσιών και διευκολύνσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή ενός εναρμονισμένου πλαισίου ρύθμισης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με στόχο να συνδράμει στη σύγκλιση στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, της τεχνολογίας της πληροφορικής και των ηλεκτρονικών μέσων.

ii. Τη δημιουργία ενός διαφανούς ρυθμιστικού και διαδικαστικού πλαισίου το οποίο ενθαρρύνει τις καινοτόμες τεχνολογίες και διευκολύνει τη μετάβαση της αγοράς στον πλήρη ανταγωνισμό.

iii. Την προώθηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και τη διασφάλιση της μη κατάχρησης θέσεως ισχύος στην αγορά.

Προς το σκοπό αυτό, ο Επίτροπος Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 18(2), καθορίζει το εύρος και τη φύση των κανονιστικών υποχρεώσεων που πρέπει να υιοθετηθούν, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές. Ειδικότερα, στο άρθρο 20(η) καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ως αρμοδιότητα και εξουσία του επιτρόπου να ορίζει τους οργανισμούς με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να επιβάλλει ρυθμιστικές υποχρεώσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι ο ανταγωνισμός στη σχετική αγορά δεν είναι αποτελεσματικός. Για το σκοπό αυτό, ο επίτροπος εκδίδει διάταγμα με το οποίο καθορίζει τη διαδικασία που θα ακολουθείται από τον ίδιο για τον καθορισμό προσώπων με σημαντική ισχύ στην αγορά. Περαιτέρω, στην παράγραφο (ιζ) του ίδιου άρθρου, ο επίτροπος καθορίζει και ρυθμίζει με απόφασή του το πλαίσιο χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων του κατώτατου και/ή ανώτατου ορίου τιμών, προς διασφάλιση θεμιτού και υγιούς ανταγωνισμού και των αρχών της διαφάνειας.

β. Ειδικότερα, με το άρθρο 22 της εν λόγω νομοθεσίας καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ο συσχετισμός μεταξύ των αρμοδιοτήτων του επιτρόπου και των κανόνων του ανταγωνισμού. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ο επίτροπος έχει την εξουσία και το δικαίωμα, όπως αυτά προβλέπονται στον εκάστοτε ισχύοντα περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμο, να ασκεί εξουσίες σύμφωνα με το δίκαιο του ανταγωνισμού αναφορικά με τη διερεύνηση πραγματικών περιστατικών έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού. Προς το σκοπό αυτό, δύναται να ελέγχει βιβλία, πληροφορίες και άλλα έγγραφα επιχειρήσεων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, καθώς και να διατάσσει έρευνα στα γραφεία και σε άλλες εγκαταστάσεις των τελευταίων. Τέλος, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ο επίτροπος εκδίδει αποφάσεις μόνο κατόπιν διεξαγωγής διαβουλεύσεων με την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού.

γ. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 23(α), ο επίτροπος, μεταξύ άλλων, προς το σκοπό άσκησης της αρμοδιότητας και εξουσίας του, εξετάζει και αποφασίζει, σε σχέση με συμφωνίες διασύνδεσης που πρόκειται να συναφθούν, κατά πόσο τα προβλεπόμενα στις συμφωνίες ποσά τελών είναι δικαιολογημένα και καθορίζει και ρυθμίζει με διάταγμα το πλαίσιο χρεώσεων και τελών, συμπεριλαμβανομένου του κατώτατου και/ή ανώτερου ορίου τιμών των παροχέων υπηρεσιών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30(1), ο επίτροπος δύναται με δική του πρωτοβουλία να διεξάγει έρευνες αναφορικά με συγκεκριμένες δραστηριότητες και συγκεκριμένη λειτουργία οποιουδήποτε παροχέα δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή υπηρεσιών και/ή ταχυδρομικών υπηρεσιών οι οποίες κρίνονται ότι προκαλούν ζητήματα αναφορικά με τον ανταγωνισμό ή τους καταναλωτές και κατ’ ακολουθία να προβαίνει σε συστάσεις και να εκδίδει διατάγματα, όπως κατά τη γνώμη του είναι πρόσφορο.

δ. Σύμφωνα με το άρθρο 46, καθορίζονται οι αρχές ρυθμιστικής παρέμβασης από τον επίτροπο. Η ύπαρξη σημαντικής ισχύος στην αγορά προϋποθέτει τη διαπίστωση από τον επίτροπο ότι υπάρχει έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση αυτή «θα πρέπει να οδηγεί στην επιβολή από τον επίτροπο τουλάχιστο μιας κατάλληλης και αναλογικής ρύθμισης που είναι σχεδιασμένη προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ότι η αγορά υπό εξέταση από τον επίτροπο δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική και συνεπώς απαιτεί τον καθορισμό ενός προσώπου ως έχοντος σημαντική ισχύ στην αγορά». Ο επίτροπος, σύμφωνα με το εδάφιο (7) του ίδιου άρθρου, με απόφασή του έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κατευθυντήριες γραμμές υπό τη μορφή αποφάσεως, οι οποίες θα περιγράφουν συγκεκριμένες πτυχές της νομικής και οικονομικής μεθοδολογίας που θα χρησιμοποιηθεί, για να οριστούν οι σχετικές αγορές και για να καθορισθεί κατά πόσο οι αγορές αυτές είναι επαρκώς ανταγωνιστικές στην Κύπρο. Επιπρόσθετα, επί του ιδίου θέματος και σύμφωνα με το άρθρο 47, ο επίτροπος, λαμβάνοντας υπόψη στο μέγιστο δυνατό βαθμό το κοινοτικό δίκαιο, θα ορίζει με διάταγμα ή απόφασή του τις σχετικές αγορές σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου του ανταγωνισμού. Οι σχετικές αγορές θα ορίζονται σύμφωνα με τις αρχές αυτές, όπως ενδείκνυται για τις συνθήκες της Κύπρου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ίδιου νόμου, όπου μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα της ανάλυσης του ανταγωνισμού σε μια συγκεκριμένη αγορά, ο επίτροπος διαπιστώνει ότι η αγορά δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική, ο επίτροπος θα ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα ως έχοντα σημαντική ισχύ στην αγορά αυτή. Πρόσωπο θεωρείται ότι κατέχει σημαντική ισχύ στην αγορά, εφόσον, είτε ατομικά είτε σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, βρίσκεται σε θέση ισοδύναμη προς δεσπόζουσα θέση σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία. Η δεσπόζουσα θέση νοείται ως θέση οικονομικής ισχύος που επιτρέπει σε πρόσωπο ή σε πρόσωπα να συμπεριφέρονται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και τελικά τους καταναλωτές.

Επιπρόσθετα, με το άρθρο 49, ο εντοπισμός προσώπου ή προσώπων που έχουν σημαντική ισχύ σε μια σχετική αγορά θα οδηγεί στην επιλογή από τον επίτροπο μιας εύλογης διορθωτικής ρύθμισης ή ρυθμίσεων, οι οποίες θα είναι αναλογικές, μεταξύ άλλων, ως προς τους ακόλουθους στόχους:

i Την προώθηση του ανταγωνισμού στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

ii Την εξασφάλιση του ότι δεν υφίσταται στρέβλωση ούτε περιορισμός του ανταγωνισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 62, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι παροχείς δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν δικαίωμα να διαπραγματεύονται συμφωνίες για τη χρησιμοποίηση ή/και πρόσβαση στις διευκολύνσεις και εγκαταστάσεις τους από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για συνεγκατάσταση ή από κοινού χρήση αυτών. Τέτοιες συμφωνίες αποτελούν θέμα εμπορικής και τεχνικής συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών. Ο επίτροπος, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, δύναται να επιβάλει όρους σε σχέση με συμφωνία έπειτα από κατάλληλη περίοδο για διεξαγωγή δημόσιων διαβουλεύσεων, κατά τη διάρκεια της οποίας θα παρέχεται ευκαιρία σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να εκφέρουν τις απόψεις τους. Οι όροι αυτοί δυνατόν να περιλαμβάνουν όρους για την κατανομή δαπανών σχετικά με την από κοινού χρήση της διευκόλυνσης.

Ε. ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

1. Ενέργειες της επιτροπής

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών στο στάδιο της έγκρισης του προσχεδίου της παρούσας έκθεσης και μέχρις ότου αυτή υποβληθεί στην ολομέλεια του σώματος για συζήτηση του εν λόγω θέματος και λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι η χρονική επέκταση της παράτασης υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας έληγε στις 16 Μαρτίου 2006 ομόφωνα αποφάσισε και απέστειλε σχετικές επιστολές προς τους αρμοδίους. Με τις εν λόγω επιστολές, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2006, η επιτροπή επεξηγώντας τους λόγους της μη ολοκλήρωσης και έγκρισης του προσχεδίου της παρούσας έκθεσης και περαιτέρω της μη ολοκλήρωσης από τα κοινοβουλευτικά κόμματα των διαβουλεύσεών τους και των τοποθετήσεών τους για το εν λόγω θέμα, διαβίβαζε παράκληση προς την ΑΤΗΚ, όπως δοθεί νέα παράταση στην έναρξη της ισχύος της συμφωνίας αυτής, μέχρι την ολοκλήρωση της συζήτησης του θέματος από την ολομέλεια της Βουλής, συζήτηση η οποία προγραμματιζόταν να αρχίσει την Πέμπτη 16 Μαρτίου 2006.

Η συζήτηση αυτή αναβλήθηκε από την ολομέλεια της Βουλής για τις 23 Μαρτίου 2006, για να συνεξεταστεί το θέμα αυτό μαζί με τον προϋπολογισμό της ΑΤΗΚ για το έτος 2006, του οποίου η έγκριση εκκρεμεί στη Βουλή.

Περαιτέρω, η επιτροπή με ξεχωριστές επιστολές της με την ίδια ημερομηνία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, τόσο προς τον πρόεδρο της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού όσο και προς τον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων διαβίβασε παράκλησή της για επίσπευση της εξέτασης της υπό αναφορά συμφωνίας από τα Γραφεία τους, καθώς και της έκδοσης των σχετικών αποφάσεών τους το συντομότερο δυνατό.

2. Γενικές διαπιστώσεις της επιτροπής

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, ανεξάρτητα από τις επιμέρους τοποθετήσεις των κομμάτων για το υπό αναφορά θέμα, όπως αυτούσια αναφέρονται πιο κάτω, και λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα υπογραμμίζει την κοινή διαπίστωση όλων των μελών της ότι η επιτροπή, στα πλαίσια της άσκησης του κοινοβουλευτικού της ελέγχου και των συνεχών παρατάσεων που πέτυχε για αναβολή της έναρξης ισχύος της εν λόγω συμφωνίας, έχει συμβάλει ουσιαστικά προς τη σωστή κατεύθυνση της καλυτέρευσης των όρων και ενδεχομένως της τροποποίησης του πλαισίου της συμφωνίας υπέρ των συμφερόντων της ΑΤΗΚ και κατ’ επέκταση του δημόσιου συμφέροντος και του Κύπριου πολίτη γενικότερα.

ΣΤ. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

1. Τοποθέτηση της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις

«Οι βουλευτές μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, αφού άκουσαν με ιδιαίτερη προσοχή τους εκπροσώπους της ΑΤΗΚ, το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, τον πρόεδρο της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, τη Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και τους άλλους φιλοξενουμένους στην επιτροπή Ελέγχου κατέληξαν στις πιο κάτω θέσεις:

α. Η εισαγωγή τεχνολογιών που θα καταστήσουν την Κύπρο πιο ανταγωνιστική και θα την ανεβάσουν στην κλίμακα των τεχνολογικά ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών είναι επιβαλλόμενη και καλοδεχούμενη. Οι ημικρατικοί οργανισμοί μπορούν και πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση.

β. Με βάση τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου, διαπιστώνουμε ότι η συμφωνία ΑΤΗΚ-LTV θα βοηθήσει την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου να αναπτυχθεί σε τομείς της τεχνολογίας που θα συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην περαιτέρω ανάπτυξη της κυπριακής κοινωνίας και οικονομίας.

Το ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις υπερασπίζεται με σθένος το δικαίωμα των ημικρατικών οργανισμών να συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες και θα εργαστεί, για να δοθούν περισσότερες εξουσίες και αρμοδιότητες στα διοικητικά συμβούλια, με τρόπο που να καθίστανται πιο ευέλικτα. Είναι αυτονόητο ότι τόσο η εκτελεστική όσο και η νομοθετική εξουσία θα έχουν πάντα το δικαίωμα άσκησης ελέγχου με στόχο τη διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος.

γ. Στηλιτεύουμε τη σπουδή που επεδείχθη από κάποιους να καταγγείλουν τη συμφωνία ως σκανδαλώδη, προτού καν ενημερωθούν από τους αρμοδίους. Ως ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις θεωρούμε ότι καταρχήν δεν τεκμηριώνονται οι καταγγελίες όπως έχουν εκφραστεί. Θα αναμένουμε την τοποθέτηση του Υπουργικού Συμβουλίου και της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, για να τοποθετηθούμε οριστικά.»

2. Τοποθέτηση της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού

«Η ραγδαία εξέλιξη στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών επιβάλλει στην ΑΤΗΚ να επεκτείνει τις δραστηριότητές της και να επενδύσει ορθολογικά στις ευρυζωνικές υπηρεσίες. Επίσης, η ανάπτυξη ευρυφασματικής υποδομής θα παρατείνει τη ζωή του καλωδιακού δικτύου της ΑΤΗΚ.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός δεν έχει καμία αμφιβολία ότι το άριστα καταρτισμένο στελεχιακό προσωπικό της ΑΤΗΚ, όπως επίσης η οικονομική ευρωστία της ΑΤΗΚ εγγυώνται ότι η πιο πάνω στρατηγική μπορεί να εφαρμοστεί.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός πιστεύει ότι η συμφωνία ΑΤΗΚ-LTV δεν μπορεί ορθολογικά να υπηρετήσει τη στρατηγική αυτή για τους ακόλουθους λόγους:

α. Η συμφωνία υπεγράφη χωρίς να ολοκληρωθούν τα νομικά παραρτήματα.

β. Το διοικητικό συμβούλιο της ΑΤΗΚ έχει δεσμεύσει την ΑΤΗΚ ότι, και αν ακόμη δε συμπληρωθούν τα νομικά παραρτήματα μέχρι τις 5 Μαρτίου 2006, η συμφωνία θα ισχύει ως είχε υπογραφεί στις 13 Φεβρουαρίου 2006.

γ. Η συμφωνία την οποία υπέγραψε το διοικητικό συμβούλιο της ΑΤΗΚ είναι ετεροβαρής, γιατί, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, για να διασφαλίσει την αποκλειστικότητα του περιεχομένου της LTV, η ΑΤΗΚ θα καταβάλει εγγυημένα £1,22 εκατομ. το μήνα στην LTV μεταξύ των ετών 2010-2020, δηλαδή θα έχει εγγυημένη υποχρέωση £15 εκατομ. το χρόνο και επιπλέον £6 εκατομ. το χρόνο έξοδα της ΑΤΗΚ, ήτοι £21 εκατομ. το χρόνο.

δ. Η συμφωνία έγινε κατά παράβαση της νομοθεσίας, ήτοι δεν υπεβλήθη στην Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ούτε στον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

ε. Το διοικητικό συμβούλιο της ΑΤΗΚ προχώρησε στην υπογραφή της συμφωνίας δεσμεύοντας κονδύλι από τον προϋπολογισμό της του 2006 χωρίς μέχρι σήμερα να εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

στ. Η εξαγγελθείσα δημόσια πρόταση της LTV για εξαγορά της MCC μετά τη συμφωνία ΑΤΗΚ-LTV δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά.

Με βάση τα πιο πάνω, οι βουλευτές μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού ζητούν την ακύρωση της συμφωνίας και επιφυλάσσονται να καταθέσουν περισσότερες λεπτομέρειες στην ολομέλεια της Βουλής.»

3. Τοποθέτηση της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος

«Το ΔΗΚΟ θεωρεί ότι το θέμα ήδη διερευνάται αρμοδίως από τα θεσμικά όργανα και η Βουλή δεν μπορεί να μετατραπεί σε δικαστικό ή τιμωρητικό όργανο ή βήμα για πολιτική εκμετάλλευση προεκλογικά. Το Δημοκρατικό Κόμμα, σε σχέση με το εγερθέν προς εξέταση θέμα της συμφωνίας ΑΤΗΚ με LTV, σεβόμενο από τη μια την ανεξαρτησία της Αρχής, θεωρεί ότι πρέπει να προηγηθεί η άμεση ολοκλήρωσή της κατά το νόμο εξέτασης από τα θεσμικά όργανα που είναι υπεύθυνα για διερεύνηση [Υπουργικό Συμβούλιο, Ρυθμιστής, Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ)], γι’ αυτό και επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί για τυχόν πολιτικές ή άλλες ευθύνες.

Το ΔΗΚΟ με συνέπεια στη διακηρυγμένη πολιτική του θα συνεχίσει να στηρίζει και να ενισχύει τους ημικρατικούς οργανισμούς, στη βάση πάντα της προάσπισης και διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος, γιατί πιστεύει ότι η ύπαρξή τους είναι κατάκτηση του λαού και προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο. Παράλληλα, θεωρεί ότι επιβάλλεται η απόδοση ευθύνης προς όλους που τυχόν θα κριθούν υπεύθυνοι για μη χρηστή διοίκηση.»

4. Τοποθέτηση του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ

«Το ΚΣ ΕΔΕΚ αξιολογεί ως υπέρτατο στόχο την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος στη θεώρηση της συμφωνίας ΑΤΗΚ-LTV. Σ’ αυτό το πλαίσιο η ΕΔΕΚ θεωρεί άκρως σημαντικά τα εξής:

α. Την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών, όπως αυτές καθορίζονται από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και την πλήρη ενημέρωση της κυβέρνησης, της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού και του Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

Σημειώνουμε ως θετικές εξελίξεις τη δέσμευση της κυβέρνησης ότι θα μελετήσει τη συμφωνία, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο θα τοποθετηθεί επί του θέματος, ότι η συμφωνία δε θα ενεργοποιηθεί προτού υπάρξει σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και ότι η συμφωνία θα τεθεί κάτω από το μικροσκόπιο της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ώστε για να ελεγχθεί ότι τηρούνται οι κανόνες του ανταγωνισμού και αποφεύγεται η δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων.

β. Το ΚΣ ΕΔΕΚ αντικρίζει θετικά πρωτοβουλίες που συνάδουν με τις πολιτικές της ΕΕ, γνωστές ως στρατηγική της Λισαβόνας για διεύρυνση των ευρυζωνικών υπηρεσιών ως αναγκαίων υποδομών για τη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας.

γ. Πάγια θέση της ΕΔΕΚ ήταν και παραμένει η αυτονομία, η αποτελεσματικότητα και η ανταγωνιστικότητα των δημόσιων οργανισμών. Σ’ αυτό το πλαίσιο η ΑΤΗΚ, που είναι χαρακτηριστική περίπτωση οργανισμού δημόσιας ωφέλειας ο οποίος λειτουργεί σε μια πλήρως απελευθερωμένη αγορά, πρέπει να έχει την επιχειρησιακή ευελιξία που έχουν και οι ιδιωτικές εταιρείες, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει και να ανταποκριθεί με επάρκεια στην πρόκληση του νέου ανταγωνιστικού περιβάλλοντος.

Αυτό βέβαια δεν πρέπει να σημαίνει εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης του Οργανισμού στην αγορά προς δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων. Οι κανόνες του ανταγωνισμού πρέπει να τηρούνται πλήρως και η κυβέρνηση και η ΕΠΑ θα πρέπει να διασφαλίσουν την τήρησή τους.

Αναμένουμε την τελική θέση της ΕΠΑ, που είναι το αρμόδιο όργανο της πολιτείας σε θέματα προστασίας του ανταγωνισμού, και της κυβέρνησης, η οποία έχει την ευθύνη δυνάμει της νομοθεσίας να δίνει οδηγίες γενικής φύσεως στην ΑΤΗΚ τις οποίες η Αρχή οφείλει να εφαρμόζει. Επιπρόσθετα, η ΕΠΑ θα πρέπει να επισπεύσει τη διεξαγόμενη έρευνα.

δ. Το ΚΣ ΕΔΕΚ με σοβαρότητα και ευθύνη προσεγγίζει τη συγκεκριμένη συμφωνία ΑΤΗΚ-LTV με βάση τις πιο πάνω παραμέτρους.»

5. Τοποθέτηση του Κινήματος Οικολόγων και Περιβαλλοντιστών

«Υποστηρίζουμε την ανάπτυξη των ευρυζωνικών υπηρεσιών και αντιμετωπίζουμε θετικά την πρωτοβουλία της ΑΤΗΚ.

Εξετάζοντας όμως διάφορες πτυχές της συμφωνίας ΑΤΗΚ-LTV θεωρούμε ότι δημιουργούνται προϋποθέσεις που την καθιστούν μη ικανή ή ενδεχομένως να παρακωλύουν τη δημιουργία ενός υγιούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος (π.χ. θέμα εγγυημένων πληρωμών).

Επίσης έχουμε πολλές αμφιβολίες και απορίες γύρω από την αποτελεσματικότητα της συμφωνίας σε ό,τι αφορά την εμπορικότητα των υπηρεσιών που θα παρέχει.

Η ΑΤΗΚ είναι ένας ημικρατικός οργανισμός ο οποίος αξίζει -όσο έχει αυτό το χαρακτήρα- να στηριχθεί από την πολιτεία.

Σ’ αυτό το σημείο εκφράζουμε την ανησυχία μας για τις πληροφορίες που φέρουν την ΑΤΗΚ να μελετά τη συμμετοχή της στο εταιρικό κεφάλαιο της LTV.

Πιστεύουμε ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της συμφωνίας, ώστε να καταστεί συμφέρουσα για την ΑΤΗΚ και για τον Κύπριο καταναλωτή.»

6. Τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας

«α. Από τις πληροφορίες που υπάρχουν, η εξεταζόμενη συμφωνία πρέπει να έχει πρόσφατα τροποποιηθεί. Πιθανότατα η συμφωνία που έχει κατατεθεί από την ΑΤΗΚ στη Βουλή να μην είναι ακριβώς εκείνη που τελικά συνομολογείται, επομένως οποιαδήποτε τελική τοποθέτηση, τελεί υπό την αίρεση της τελικής συμφωνίας. Ως εκ τούτου, σημειώνεται η παράδοξη κατάσταση όπου ο κοινοβουλευτικός έλεγχος δεν έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί, αλλά η ΑΤΗΚ θα προχωρήσει στην επίμαχη συμφωνία.

β. Είναι προφανές ότι με τη συμφωνία αυτή σημειώνεται μια σημαντική αλλαγή πολιτικής στο βαθμό που:

i Η ΑΤΗΚ συμμετέχει σε σύμπραξη η οποία ελέγχει (από σαφή δεσπόζουσα θέση) την αγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης·

ii η ΑΤΗΚ θα αποκτήσει μετοχικό μερίδιο και συμμετοχή σε εταιρεία που δημοσιοποιείται και εισάγεται στα χρηματιστήρια Αθηνών και Λευκωσίας.

Εφόσον πρόκειται για αλλαγή πολιτικής, σύμφωνα με σχετική τοποθέτηση του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, θα έπρεπε να υπήρχε σαφής τοποθέτηση της κυβέρνησης.

γ. Αντίθετα από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν σε συνεδριάσεις της επιτροπής Ελέγχου από την πλευρά της ΑΤΗΚ, δεν πρόκειται για μια “απλή συμφωνία προμήθειας τηλεοπτικού προγράμματος”, διότι η συμφωνία αυτή συναρτάται με συμφωνία για απόκτηση μετοχικού μεριδίου από τον ίδιο τον “προμηθευτή”.

δ. Βασική πρόνοια της συμφωνίας, όπως αναλύθηκε και στη διάρκεια των συνεδριάσεων της επιτροπής, είναι ότι ο ιδιώτης προμηθευτής τηλεοπτικού προγράμματος (LTV) θα έχει εγγυημένες πληρωμές από την ΑΤΗΚ ως είδος “αποζημίωσης”, εξαιτίας του γεγονότος ότι αναγνωρίζεται η δεσπόζουσα θέση, η εμπειρία και η τεχνογνωσία του στον κλάδο δραστηριότητας, και πιο συγκεκριμένα, χάρη στο γεγονός ότι έχει αποκλειστικό δικαίωμα μετάδοσης ποδοσφαιρικών αγώνων. Ωστόσο, δε φαίνεται να υπάρχει ανάλογη “ανταμοιβή”, για τη δεσπόζουσα θέση, την τεχνολογία και την τεχνογνωσία που έχει στον κλάδο των ευρυζωνικών υπηρεσιών.

ε. Η όλη συζήτηση έχει κατά κάποιο τρόπο συσκοτίσει το γεγονός ότι η ίδια η απόφαση για τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας προκλήθηκε από τη σχετική εμπορική αποτυχία της υπηρεσίας miVision που ανέπτυξε προηγουμένως η ΑΤΗΚ, εφαρμόζοντας πολιτική ανάπτυξης και διάδοσης των ευρυζωνικών υπηρεσιών.

στ. Γενική θέση της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας, ενόσω η συμφωνία που έχουμε υπόψη είναι αυτή που έχει κατατεθεί από την ΑΤΗΚ στη Βουλή, είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να παρέμβει και να καλέσει το διοικητικό συμβούλιο της ΑΤΗΚ να αναβάλει επ’ αόριστον τη συνομολόγηση δεσμευτικής συμφωνίας ωσότου:

i εξεταστεί σοβαρά και υπεύθυνα, με έγκριτη τοποθέτηση των αρμόδιων αρχών, η επίδραση αυτής της συμφωνίας στον ανταγωνισμό και

ii παρουσιαστεί με τεκμηριωμένο και πειστικό τρόπο μια σχετική ισορροπία οφέλους και αναλαμβανόμενου κινδύνου από τους δύο συμβαλλομένους.».

 

 

21η Μαρτίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων