Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Γενικών Διευθυντών) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2005»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Ανδρέας Παπαπολυβίου Ζαχαρίας Κουλίας
Καίτη Κληρίδου Χριστόδουλος Ταραμουντάς
Αριστοφάνης Γεωργίου Ανδρούλα Βασιλείου
Γιαννάκης Θωμά  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε πέντε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 19ης Ιανουαρίου 2006 και 23ης Φεβρουαρίου 2006. Στα πλαίσια της εξέτασης του εν λόγω νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού), ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, καθώς και εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ και ΟΗΟ-ΣΕΚ.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου για το διορισμό γενικών διευθυντών στα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, προς υλοποίηση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 59.231, ημερομηνίας 7 Ιανουαρίου 2004, σχετικά με το διορισμό και τη διάρκεια υπηρεσίας των γενικών διευθυντών των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφασή του το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε όπως, πρώτον, με την αφυπηρέτηση των ήδη υπηρετούντων γενικών διευθυντών των ημικρατικών οργανισμών νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου ο διορισμός των νέων γενικών διευθυντών γίνεται με συμβόλαιο πενταετούς διάρκειας και, δεύτερον, όπως το κάθε υπουργείο μεριμνήσει για την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία των οργανισμών που υπάγονται στην αρμοδιότητά του.

Όπως ανέφερε στην επιτροπή η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού), για σκοπούς ομοιομορφίας και αποφυγής επαναλαμβανόμενης και περιττής εργασίας αποφασίστηκε η υλοποίηση της αναφερόμενης πιο πάνω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με την προώθηση γενικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα με την τροποποίηση του περί Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου (Διορισμός Γενικών Διευθυντών) Νόμου.

Η ίδια εκπρόσωπος επισήμανε στην επιτροπή ότι από την εμπειρία που αποκτήθηκε από τις μεμονωμένες περιπτώσεις των οργανισμών που είχαν ήδη προχωρήσει στη σχετική τροποποίηση της νομοθεσίας τους, δηλαδή της Αρχής Κρατικών Εκθέσεων, του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών και του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, επιβεβαιώνεται η ανάγκη για ρύθμιση του θέματος κατά γενικό τρόπο, ώστε να εφαρμοστεί ομοιόμορφα σε όλους τους οργανισμούς. Συναφώς, αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση του Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών, όπως η νομοθεσία του τροποποιήθηκε κατ’ εφαρμογή της σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, αυτή προνοεί ότι ο διορισμός του διευθυντή του οργανισμού θα είναι με σύμβαση πενταετούς διάρκειας ή μικρότερης, ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση του καθορισμένου για τη θέση ηλικιακού ορίου αφυπηρέτησης. Ωστόσο, ο εν λόγω περιορισμός για μη υπέρβαση του ηλικιακού ορίου αφυπηρέτησης δεν περιλήφθηκε στην αντίστοιχη νομοθεσία των δύο άλλων προαναφερόμενων οργανισμών, της Αρχής Κρατικών Εκθέσεων και του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού.

Με τις προτεινόμενες πρόνοιες του υπό εξέταση νομοσχεδίου το θέμα της διάρκειας της σύμβασης ρυθμίζεται κατά γενικό τρόπο, ώστε οι συμβάσεις διορισμού γενικού διευθυντή για όλους τους ημικρατικούς οργανισμούς να είναι πενταετούς διάρκειας ή μικρότερης διάρκειας, ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση του καθορισμένου ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης.

Όπως ανέφερε στην επιτροπή η ίδια εκπρόσωπος, η επιλογή του τύπου της σύμβασης εργασίας ως σύμβασης ορισμένου χρόνου για την πλήρωση των θέσεων γενικών διευθυντών ημικρατικών οργανισμών υπαγορεύεται από αντικειμενικούς λόγους και κυρίως από την υιοθέτηση σύγχρονων τρόπων απασχόλησης σε σχέση με διευθυντικές θέσεις, την ανανέωση των διευθυντικών στελεχών και την εισαγωγή κινήτρων για καλύτερη απόδοση από τα στελέχη αυτά.

Κατά το στάδιο της μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, η επιτροπή εντόπισε ορισμένα κενά και αδυναμίες στο προτεινόμενο κείμενο, γι’ αυτό ζήτησε από τη Νομική Υπηρεσία διευκρινίσεις σε σχέση κυρίως με τη φύση και το χαρακτήρα της προτεινόμενης σύμβασης διορισμού γενικού διευθυντή. Την επιτροπή προβλημάτισαν επίσης ο τρόπος διασφάλισης των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων των διοριζομένων ως γενικών διευθυντών οι οποίοι πριν από το διορισμό τους βρίσκονταν στην υπηρεσία του ημικρατικού οργανισμού, οι ελάχιστοι όροι που θα πρέπει η σύμβαση κάθε οργανισμού να περιλαμβάνει και κατά πόσο οι όροι αυτοί θα πρέπει να περιλαμβάνονται τόσο στην προκήρυξη της θέσης όσο και στην προσφορά του οικείου συμβουλίου προς το πρόσωπο το οποίο τελικά επιλέγεται, καθώς και η τύχη της σύμβασης σε περίπτωση που ο διορισμός ως εκτελεστή διοικητική πράξη ακυρώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν άσκησης προσφυγής.

Επιπρόσθετα, την επιτροπή απασχόλησε το κατά πόσο ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 επηρεάζει την προσφορά σύμβασης πενταετούς διάρκειας στη θέση γενικού διευθυντή, ώστε να καθίσταται αυτή αορίστου διαρκείας. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε στην επιτροπή ότι δεν μπορεί μετά βεβαιότητας να απαντήσει, προδικάζοντας ποια θα είναι η κρίση του δικαστηρίου σε περίπτωση που τέτοια υπόθεση αχθεί ενώπιόν του. Συναφώς, ανέφερε στην επιτροπή ότι γενικά ο υπό αναφορά νόμος καλύπτει και το δημόσιο τομέα και επομένως επηρεάζει και τη σύμβαση ορισμένης χρονικής διάρκειας που προβλέπεται στο υπό εξέταση νομοσχέδιο. Ωστόσο, εξέφρασε την άποψη ότι είναι δυνατή η υπαγωγή της σύμβασης αυτής στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμο του 2003 και συγκεκριμένα στην εξαίρεση με βάση το άρθρο 7(2) (γ). Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δε μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, όπως η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας. Καθόσον αφορά το πιο πάνω ζήτημα, η επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τις απόψεις που εκφράστηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ενσωμάτωσε στο νομοσχέδιο ρητές διατάξεις, ώστε να καθίσταται σαφές ότι οι προβλεπόμενες σ’ αυτό συμβάσεις ορισμένου χρόνου υπαγορεύονται από αντικειμενικούς λόγους στα πλαίσια των εξαιρέσεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου(Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003.

Ως προς το θέμα της φύσης της υπό εξέταση σύμβασης, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας διευκρίνισε στην επιτροπή ότι στην ουσία η προτεινόμενη σύμβαση είναι μικτή σύμβαση. Συγκεκριμένα, η ίδια εκπρόσωπος ανέφερε ότι η απόφαση του οικείου συμβουλίου για την επιλογή του προσώπου που διορίζεται γενικός διευθυντής διέπεται από το δημόσιο δίκαιο, ενώ η υπογραφή της σύμβασης που ακολουθεί είναι ιδιωτικού δικαίου, και έθεσε υπόψη της επιτροπής ότι παρόμοιας μορφής σύμβαση συνάπτεται στην περίπτωση της κατακύρωσης προσφοράς από το δημόσιο, όπου και εκεί η κατακύρωση μιας προσφοράς ολοκληρώνεται με την υπογραφή της ιδιωτικής σύμβασης.

Αναφορικά με το θέμα της συμπερίληψης των όρων εργασίας της θέσης του γενικού διευθυντή τόσο στην προκήρυξή της όσο και στην προσφορά του οικείου συμβουλίου προς το πρόσωπο που επιλέγεται, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού) δήλωσε ότι διαφωνεί με τη συμπερίληψη των όρων αυτών στην προκήρυξη, επειδή ενδέχεται κατά το στάδιο αυτό να μην είναι γνωστοί όλοι οι όροι εργασίας. Ωστόσο, η επιτροπή, θεωρώντας ότι ο αιτητής πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων τους βασικούς όρους εργασίας, οι οποίοι θα πρέπει να περιέχονται και στην προσφορά, ενσωμάτωσε σχετική ρητή πρόνοια στο νομοσχέδιο.

Όσον αφορά το ζήτημα της τύχης της σύμβασης διορισμού σε περίπτωση ακύρωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο της απόφασης για διορισμό προσώπου στη θέση του γενικού διευθυντή, προκρίθηκε από την επιτροπή και τη Νομική Υπηρεσία ως η καλύτερη λύση η ενσωμάτωση στο κείμενο του νομοσχεδίου ρητής πρόνοιας που να ορίζει ότι με την ακύρωση της απόφασης για διορισμό τερματίζεται η σύμβαση από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Νομική Υπηρεσία αναδιατύπωσε το αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου ενσωματώνοντας σ’ αυτό τόσο τις εισηγήσεις της επιτροπής επί της ουσίας όσο και τις νομοτεχνικές βελτιώσεις που η επιτροπή επέφερε στο κείμενο.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία του προέδρου της και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και των μελών της βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κόμματος και του Κινήματος Ενωμένων Δημοκρατών, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό αναφορά νομοσχεδίου, γι’ αυτό εισηγείται στην ολομέλεια του σώματος την ψήφισή του σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια της Βουλής.

 

2 Μαρτίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων