Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) Νόμος του 2005»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Ανδρέας Παπαπολυβίου Γιαννάκης Ομήρου
Καίτη Κληρίδου Γιώργος Βαρνάβα
Αριστοφάνης Γεωργίου Χρίστος Κληρίδης
Άγις Αγαπίου Ανδρούλα Βασιλείου
Κώστας Παπακώστας Χριστόδουλος Ταραμουντάς

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 22ας Σεπτεμβρίου 2005 και 26ης Ιανουαρίου 2006. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και λειτουργοί του ίδιου υπουργείου, ο Αρχηγός Αστυνομίας και άλλοι εκπρόσωποι της αστυνομίας, εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η Επίτροπος Διοικήσεως.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η ίδρυση της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων με καθήκον και εξουσία να διερευνά παράπονα και ισχυρισμούς εναντίον μελών της αστυνομίας, τα οποία αφορούν διάφορες πράξεις τους όπως πράξεις διαφθοράς, δωροδοκίας, αθέμιτου πλουτισμού, πράξεις που παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα και συνιστούν ποινικά αδικήματα, καθώς και πράξεις που συνιστούν ευνοιοκρατική μεταχείριση πολιτών και οι οποίες τείνουν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς την αστυνομία.

Σημειώνεται ότι με σκοπό τη ρύθμιση του ίδιου θέματος ενεγράφη και εκκρεμεί ενώπιον της επιτροπής συναφές θέμα για αυτεπάγγελτη εξέταση από αυτήν, έπειτα από πρόταση των βουλευτών κ. Ρίκου Ερωτοκρίτου και Ιωνά Νικολάου, το Σεπτέμβριο του 2002, με τον τίτλο «Δημιουργία Τμήματος διερεύνησης εσωτερικών υποθέσεων στην Αστυνομία κατά τα πρότυπα χωρών όπου ο θεσμός λειτουργεί επιτυχημένα».

Στη συνέχεια και με σκοπό τη ρύθμιση του ίδιου θέματος, κατατέθηκε στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο, τον Ιούνιο του 2004, το οποίο εξετάστηκε εκτενώς από την επιτροπή σε αρκετές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2004 και Ιουλίου 2005. Συγκεκριμένα, η επιτροπή, ύστερα από ενδελεχή μελέτη και επεξεργασία του εν λόγω νομοσχεδίου κατέληξε σε ένα αναθεωρημένο κείμενο, που ετοιμάστηκε σε συνεργασία με την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας. Ωστόσο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως αποφάσισε να προχωρήσει σε περαιτέρω ουσιαστική αναθεώρηση του νομοσχεδίου εκείνου, γι’ αυτό και τον Ιούλιο του 2005 το απέσυρε με σκοπό την κατάθεση νέου νομοσχεδίου, το οποίο τελικά κατατέθηκε στη Βουλή τον Οκτώβριο του 2005.

Ειδικότερα, με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, στη μορφή που κατατέθηκε, σκοπείται ο διορισμός από το Υπουργικό Συμβούλιο ανεξάρτητης αρχής αποτελούμενης από πέντε μέλη με καθήκον και εξουσία να διερευνά παράπονα και ισχυρισμούς που αφορούν διάφορες πράξεις μελών της αστυνομίας, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η Αρχή δύναται να διερευνά παράπονα και ισχυρισμούς που της υποβάλλονται γραπτώς ή περιέρχονται σε γνώση της με οποιοδήποτε τρόπο ή τα οποία ανατίθενται σ’ αυτήν προς διερεύνηση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Τα μέλη της Αρχής εξουσιοδοτούνται να ενεργούν ως ποινικοί ανακριτές και έχουν όλες τις εξουσίες, αλλά και όλες τις υποχρεώσεις που παρέχονται σε ποινικούς ανακριτές, σύμφωνα με τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, υπόκεινται δε κατά τη διεξαγωγή της ανάκρισης στις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθόσον αφορά τη διερεύνηση παραπόνων και ισχυρισμών που αφορούν πράξεις οι οποίες συνιστούν ποινικό αδίκημα. Όταν ολοκληρωθεί η ανάκριση, η Αρχή διαβιβάζει όλο το υλικό και τα έγγραφα που έχουν συλλεγεί για περαιτέρω ενέργειες στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αν προκύπτει ότι η σχετική πράξη δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα, ή στον Αρχηγό Αστυνομίας, αν προκύπτει ότι αυτή δυνατό να συνιστά πειθαρχικό αδίκημα, ή τα διαβιβάζει και στους δύο, αν η σχετική πράξη δυνατό να συνιστά τόσο ποινικό όσο και πειθαρχικό αδίκημα.

Επιπρόσθετα, όπως τονίστηκε εμφαντικά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με τη ρύθμιση που προτείνεται εξασφαλίζεται αποτελεσματική τήρηση διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), η οποία και λήφθηκε σοβαρά υπόψη κατά τη διαμόρφωση του κειμένου του υπό συζήτηση νομοσχεδίου.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, εξηγώντας στην επιτροπή τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η απόσυρση του προηγούμενου νομοσχεδίου και η κατάθεση νέου αναθεωρημένου νομοσχεδίου και αναλύοντας τις νέες σε σχέση με το προηγούμενο νομοσχέδιο πρόνοιες αυτού, επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

· Το προηγούμενο νομοσχέδιο παρείχε στην υπό ίδρυση Αρχή, πέρα από την εξουσία διερεύνησης, και εξουσία διεξαγωγής δίκης, ρύθμιση που κρίθηκε αφενός ότι ενδεχομένως θα οδηγούσε σε περιπλοκή και σύγχυση και αφετέρου ότι δε θα ικανοποιούσε τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, γι’ αυτό και το νέο νομοσχέδιο περιορίζει την εξουσία της Αρχής μόνο στη διεξαγωγή έρευνας.

· Στο νέο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται στις υπό διερεύνηση πράξεις της αστυνομίας και πράξεις που συνιστούν σοβαρή ευνοιοκρατική μεταχείριση ή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση αστυνομικού καθήκοντος έναντι πολιτών.

· Αντικείμενο διερεύνησης μπορεί να αποτελέσουν και οι πράξεις του Αρχηγού και του Υπαρχηγού Αστυνομίας.

· Τα μέλη της Αρχής από επτά, όπως προβλεπόταν στο προηγούμενο νομοσχέδιο, στο νέο μειώνονται σε πέντε.

· Στη σύνθεση της Αρχής δε θα μετέχει το μέλος που δυνατό να προέρχεται από την αστυνομία, όταν η υπό διερεύνηση πράξη αφορά παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων ή όταν αντικείμενο διερεύνησης είναι πράξη του Αρχηγού ή του Υπαρχηγού Αστυνομίας.

Στο στάδιο της κατ’ άρθρο μελέτης του νομοσχεδίου εγέρθηκαν από μέλη της επιτροπής ορισμένα ζητήματα, τα κυριότερα των οποίων αναφέρονται πιο κάτω:

· Κατά πόσο ενδείκνυται γενικά η προβλεπόμενη στο νομοσχέδιο συμμετοχή στη σύνθεση της υπό ίδρυση Αρχής μέλους που προέρχεται από την αστυνομία και ειδικά αν η συμμετοχή τέτοιου μέλους συνάδει ή/και ικανοποιεί τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η οποία αφορά παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως η απόφαση στην υπόθεση “Egmez εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας”, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν επιτρεπτό να ερευνάται από μέλος της αστυνομίας η παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων πολιτών από αστυνομικούς.

· Να αυξηθεί η διάρκεια της προβλεπόμενης στο νομοσχέδιο τριετούς θητείας των μελών της Αρχής, ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία που θα πρέπει να έχει μια τέτοια Αρχή.

· Σε ό,τι αφορά τα προσόντα των προσώπων που θα διορίζονται ως μέλη της ανεξάρτητης αρχής, πέραν του ότι θα πρέπει, όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο, να είναι άτομα εγνωσμένου κύρους και ήθους, θα πρέπει ίσως επιπρόσθετα να καθοριστεί ότι τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να έχουν και προσόντα επιστημονικής κατάρτισης.

· Η δυνατότητα που παρέχεται με το νομοσχέδιο να υποβάλλονται παράπονα ή καταγγελίες χωρίς να απαιτείται να κατονομάζεται συγκεκριμένο μέλος της αστυνομίας ως υπεύθυνο ή εμπλεκόμενο στις πράξεις στις οποίες αφορούν ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή γενικής και αόριστης καταγγελίας και κατά συνέπεια γενικής και αόριστης έρευνας.

· Η προβλεπόμενη στο νομοσχέδιο πλειοψηφία που απαιτείται για τη λήψη απόφασης από την Αρχή σε συνδυασμό με την πρόνοια σύμφωνα με την οποία ο πρόεδρος της Αρχής, σε περίπτωση ισοψηφίας, έχει νικώσα ψήφο ενδέχεται έστω και σε εξαιρετικές περιπτώσεις να επιτρέπει στον πρόεδρο, χρησιμοποιώντας τη νικώσα ψήφο του, να επιβάλλει τη δική του άποψη.

· Οι διατάξεις του νομοσχεδίου που αφορούν τη διαδικασία διεξαγωγής ανακρίσεων, τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της Αρχής κατά τη διεξαγωγή των ανακρίσεων, καθώς και την υποβολή στην Αρχή του συλλεγέντος μαρτυρικού υλικού κατά την ανάκριση και τις ενέργειες της Αρχής με βάση το μαρτυρικό υλικό ενδέχεται να προκαλέσουν πολλαπλότητα στη διαδικασία έρευνας και να πλήξουν τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, που απαγορεύουν τη διπλή δίκη για το ίδιο αδίκημα.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, σχολιάζοντας τις πιο πάνω απόψεις και τον προβληματισμό των μελών της επιτροπής, επισήμανε, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερα τα ακόλουθα:

· Ως προς το θέμα των απαιτούμενων προσόντων των προσώπων που θα διορίζονται ως μέλη της Αρχής, η πρακτική που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις από το Υπουργικό Συμβούλιο είναι να μην καθορίζονται ειδικά προσόντα, ώστε να μην περιορίζεται εκ των προτέρων ο κύκλος των υποψηφίων για διορισμό.

· Ως προς την κατονομασία μέλους της αστυνομίας σε καταγγελία ως υπεύθυνου ή εμπλεκόμενου στις πράξεις που αφορά η καταγγελία, δε θα πρέπει αυτή να τεθεί ως προϋπόθεση, γιατί στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Αρχής οι πολίτες δε θα πρέπει με οποιοδήποτε τρόπο να περιορίζονται, αλλά αντίθετα θα πρέπει να αισθάνονται ελεύθεροι να υποβάλλουν τα παράπονά τους.

· Καθόσον αφορά τη σχέση της Αρχής με το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση, καθ’ όλη τη διαδικασία διεξαγωγής έρευνας προβλέπεται έλεγχος της Αρχής από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

· Ως προς τη δυνατότητα συμμετοχής στη σύνθεση της Αρχής μέλους που προέρχεται από την αστυνομία, αυτή ενδείκνυται, γιατί θα διευκολύνει σημαντικά το διερευνητικό έργο της Αρχής και κυρίως σε σχέση με ειδικά θέματα, όπου απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις της νομοθεσίας και γενικά των διαδικασιών που αφορούν την αστυνομία. Συναφώς, στο νομοσχέδιο προβλέπεται ρητά ότι, στις περιπτώσεις διερεύνησης πράξεων που αφορούν παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνιστούν ποινικό αδίκημα, το εν λόγω μέλος θα εξαιρείται από όλα τα στάδια της διαδικασίας διερεύνησης.

Σημειώνεται ότι την πιο πάνω θέση υποστήριξαν και οι εκπρόσωποι της αστυνομίας.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, διευκρίνισε ότι, δεδομένης της απόφασης της εκτελεστικής εξουσίας να παρέχεται η δυνατότητα συμμετοχής στη σύνθεση της Αρχής και μέλους που προέρχεται από την αστυνομία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω από τον αρμόδιο υπουργό και τους εκπροσώπους της αστυνομίας, η προτεινόμενη ρύθμιση διαμορφώθηκε, κατά τρόπο που ταυτόχρονα να εξυπηρετεί και την αποτελεσματική τήρηση διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας. Τέτοια υποχρέωση συνιστά η σύσταση της Επιτροπής GRECO για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής για την αντιμετώπιση των θεμάτων διαφθοράς. Επιπρόσθετα, διασφαλίζεται και η τήρηση των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας που προκύπτουν από τη νομολογία του ΕΔΑΔ, η οποία μελετήθηκε ενδελεχώς και λήφθηκε σοβαρά υπόψη κατά τη διαμόρφωση του κειμένου του υπό συζήτηση νομοσχεδίου. Ειδικότερα, η αποτελεσματικότητα της διερεύνησης ισχυρισμών που αφορούν παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων διασφαλίζεται, αφού ρητά προβλέπεται αφενός η διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας σε όλα τα στάδια της οποίας δε θα μετέχει μέλος της Αρχής που προέρχεται από την αστυνομία και αφετέρου η δυνατότητα η έρευνα να καταλήξει στην άσκηση ποινικής δίωξης από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στην τιμωρία των υπευθύνων.

Η ίδια εκπρόσωπος εξέφρασε την άποψη πως η προτεινόμενη ρύθμιση δεν επηρεάζει τις αρμοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ούτε οι αρμοδιότητες της Αρχής συγκρούονται με εκείνες της αστυνομίας. Τέλος, διατύπωσε την άποψη ότι η σκοπούμενη ρύθμιση δεν επηρεάζει τις αρμοδιότητες και εξουσίες του Επιτρόπου Διοικήσεως, καθόσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθότι, με βάση τη σχετική νομοθεσία, ο Επίτροπος Διοικήσεως δε διεξάγει ποινική ανάκριση.

Περαιτέρω, ο Αρχηγός Αστυνομίας δήλωσε στην επιτροπή πως, ως θέμα αρχής, η αστυνομία υποστηρίζει την εισαγωγή του νέου θεσμού της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων εναντίον μελών της αστυνομίας, θεωρώντας ότι ο θεσμός αυτός θα ενισχύσει την προσπάθεια της αστυνομίας τόσο για την καταπολέμηση της διαφθοράς όσο και για την προστασία του κύρους της και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του πολίτη προς αυτήν. Ωστόσο, διατύπωσε κάποιες επιφυλάξεις για ορισμένες πρόνοιες του νομοσχεδίου, επισημαίνοντας κυρίως την ανάγκη για πιο σαφή καθορισμό των αρμοδιοτήτων της Αρχής σε σχέση με τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της αστυνομίας και ιδιαίτερα σε σχέση με τις εξουσίες της τελευταίας που αφορούν την πειθαρχική δίωξη μέλους της.

Υπό το φως των πιο πάνω και ύστερα από την ολοκλήρωση της κατ’ άρθρο συζήτησης του νομοσχεδίου, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών διαπίστωσε την ανάγκη τροποποίησης του κειμένου του, με βάση τις επισημάνσεις και εισηγήσεις των μελών της, καθώς και αυτές των κυβερνητικών αρμοδίων, τις οποίες κατά το στάδιο εκείνο υιοθέτησε η επιτροπή. Ως εκ τούτου, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, ύστερα από σχετική παράκληση της επιτροπής, υπέβαλε αναθεωρημένο κείμενο στη βάση των εν λόγω εισηγήσεων, επιφέροντας σ’ αυτό τροποποιήσεις που αφορούν κυρίως τα ακόλουθα:

· Το διορισμό ως μελών της Αρχής ατόμων εγνωσμένου κύρους και ήθους, από τα οποία δύο τουλάχιστο πρέπει να είναι νομομαθείς ανώτατου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου.

· Τη διασαφήνιση των αρμοδιοτήτων της Αρχής σε σχέση με σχετικές εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της αστυνομίας, ώστε στην πράξη αφενός να αποκλειστεί οποιαδήποτε σύγκρουση και αφετέρου να περιοριστεί το ενδεχόμενο διερεύνησης των ίδιων γεγονότων από τρεις διαφορετικές αρχές στις περιπτώσεις μόνο όπου κάτι τέτοιο επιτρέπεται από το ρόλο και την αποστολή της καθεμιάς από τις εν λόγω αρχές, όπως αυτά προδιαγράφονται από τη σχετική νομοθεσία.

· Τη δέσμευση της αστυνομίας από το πόρισμα της Αρχής για το αν προκύπτει διάπραξη ή μη πειθαρχικού αδικήματος από μέλος της αστυνομίας, η οποία θα πρέπει, ανάλογα με το πόρισμα, να προχωρήσει στην άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης, χωρίς άλλη πειθαρχικής φύσης έρευνα. Σε περίπτωση όμως κατά την οποία πράξη που συνιστά πειθαρχικό αδίκημα συνιστά επίσης και ποινικό αδίκημα δε θα ασκείται πειθαρχική δίωξη, προτού αποφασίσει ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας για το θέμα της άσκησης ή μη ποινικής δίωξης. Επίσης, σε περίπτωση που μέλος της αστυνομίας δε βρεθεί ένοχο στην ποινική δίωξη δεν επιτρέπεται να διωχθεί πειθαρχικά σε σχέση με την ίδια πράξη για πειθαρχικό αδίκημα.

· Τη διατύπωση σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου των προνοιών που αφορούν την απαιτούμενη πλειοψηφία για λήψη αποφάσεων από την Αρχή και την απαιτούμενη απαρτία για τις συνεδριάσεις της.

Περαιτέρω, η επιτροπή, πέρα από ορισμένες νομοτεχνικές βελτιώσεις, επέφερε στο αναθεωρημένο σύμφωνα με τα πιο πάνω κείμενο του νομοσχεδίου και τις ακόλουθες πρόσθετες τροποποιήσεις:

· Αύξηση της διάρκειας της θητείας των μελών της Αρχής σε πέντε έτη, αντί τρία που προβλέπεται στο νομοσχέδιο, ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία που πρέπει να έχει μια τέτοια Αρχή.

· Αναστολή αστυνομικής ανάκρισης σε περίπτωση που η Αρχή αρχίζει διερεύνηση που δε διατάχθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ισχυρισμού ή παραπόνου που αφορά τα ίδια γεγονότα που αφορά και ποινικό αδίκημα σε σχέση με τη διάπραξη του οποίου διεξάγεται αστυνομική ανάκριση η οποία επίσης δε διατάχθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκτός αν αποφασίσει διαφορετικά ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.

· Η διεξαγωγή ανάκρισης από την αστυνομία που δε διατάχθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η οποία έχει καταλήξει στην απόφαση μη άσκησης πειθαρχικής ή ποινικής δίωξης δε θα εμποδίζει την έναρξη διαδικασίας διερεύνησης από την Αρχή για ισχυρισμό ή παράπονο που βρίσκεται ενώπιόν της και αφορά τα ίδια γεγονότα που αφορούσε και η εν λόγω αστυνομική ανάκριση.

· Καθόσον αφορά τη σύνθεση της Αρχής, η επιτροπή αποφάσισε να υπάρχει η δυνατότητα ένα από τα πέντε μέλη της να είναι πρώην ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της και ιδιαίτερα την επισήμανση ότι με τη σκοπούμενη ρύθμιση εξασφαλίζεται αποτελεσματική τήρηση διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας, υιοθετώντας τη φιλοσοφία του υπό συζήτηση νομοσχεδίου και πιστεύοντας ότι η προτεινόμενη με αυτό ρύθμιση θα συμβάλει στην προσπάθεια καταπολέμησης κάθε φαινομένου διαφθοράς στο χώρο της αστυνομίας, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και των μελών της βουλευτών του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κόμματος και του Κινήματος Ενωμένων Δημοκρατών, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί από αυτή στη βάση των πιο πάνω, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) Νόμος του 2006».

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κόμματος δηλώνουν ότι διατηρούν ορισμένες επιφυλάξεις για τη νομική ορθότητα της πρόνοιας που αφορά τη δυνατότητα συμμετοχής στη σύνθεση της Αρχής ενός πρώην ανώτερου αξιωματικού της αστυνομίας και συνεπώς για το συγκεκριμένο ζήτημα θα τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

 

31η Ιανουαρίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων