Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημόσιων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών Νόμος του 2005»

Παρόντες:

Αντώνης Καράς, πρόεδρος Κίκης Γιάγκου
Γεώργιος Γεωργίου Ανδρέας Αγγελίδης
Καίτη Κληρίδου Γιαννάκης Ομήρου
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε επτά συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 23 Νοεμβρίου, στις 7 και την 21η Δεκεμβρίου 2005, στις 11, 18 και 25 Ιανουαρίου 2006 και την 1η Φεβρουαρίου 2006. Στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αυτού κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, η Γενική Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του ΚΕΒΕ, της ΟΕΒ και της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ).

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό κεκτημένο και πιο συγκεκριμένα με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αριθμό 2004/18/ΕΟΚ της 31ης Μαρτίου 2004 σχετικά με το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών. Με το εν λόγω νομοσχέδιο σκοπείται επίσης η κατάργηση των υφιστάμενων διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων για τις αναθέτουσες αρχές της κεντρικής κυβέρνησης, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή περιφερειακής διοίκησης και τους άλλους οργανισμούς δημόσιου δικαίου, που ρυθμίζονται από τον περί της Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμο του 2003, στον οποίο ενσωματώθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ, 93/37/ΕΟΚ και 97/52/ΕΟΚ.

Ειδικότερα, με τον προτεινόμενο νόμο σκοπείται περαιτέρω η απλούστευση και ο εκσυγχρονισμός του συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Σημειώνεται ότι πολλές από τις βασικές πρόνοιες των Οδηγιών που αναφέρονται πιο πάνω παραμένουν οι ίδιες, αλλά μεταφέρονται στη νέα Οδηγία σε ένα ενιαίο, πιο σαφές και κατανοητό κείμενο. Πέραν τούτου, με το εν λόγω νομοσχέδιο ενθαρρύνεται η χρήση αναβαθμισμένων παραμέτρων όσον αφορά τις προδιαγραφές, τα κριτήρια ανάθεσης, τις μεθόδους επικοινωνίας και τον καθορισμό ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές πτυχές που έχουν σχέση με τη σύμβαση. Επίσης, σύμφωνα με τη νέα Οδηγία, καθιερώνονται νέες πρόνοιες, οι οποίες καλύπτουν σύγχρονες διαδικασίες αγορών, όπως ο ανταγωνιστικός διάλογος, οι συμφωνίες πλαίσιο, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός και το δυναμικό σύστημα αγορών.

Σε σύγκριση με την υφιστάμενη νομοθεσία και στην έκταση που αυτή επηρεάζεται ή τροποποιείται από την προτεινόμενη νομοθεσία, εισάγονται οι ακόλουθες αλλαγές/βελτιώσεις:

1. Τα κατώτατα όρια εκφράζονται αποκλειστικά σε ευρώ αντί σε συνδυασμό ευρώ και Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων και ταυτόχρονα απλοποιούνται.

2. Ενθαρρύνεται η χρησιμοποίηση προδιαγραφών λειτουργικότητας και επίδοσης και δίνεται έμφαση στο ισοδύναμο, με στόχο τη διεύρυνση του ανταγωνισμού στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων.

3. Απαιτείται η δημοσίευση των κριτηρίων ανάθεσης κατά προτεραιότητα. Όπου η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα, από οικονομική άποψη, προσφορά, οι αναθέτουσες αρχές αναφέρουν τα κριτήρια ανάθεσης, καθώς και τη σχετική στάθμιση που δίνεται σε καθένα από αυτά τα κριτήρια.

4. Όσον αφορά τις περιβαλλοντικές πτυχές, οι αναθέτουσες αρχές, με γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος, μπορούν να προβλέπουν τα συγκεκριμένα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά μεταξύ των τεχνικών προδιαγραφών δεδομένης σύμβασης, όπως συγκεκριμένη μέθοδο παραγωγής και/ή ειδικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε ομάδες προϊόντων ή υπηρεσίες.

5. Όσον αφορά τις κοινωνικές πτυχές, οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν, όπου τούτο είναι εφικτό, να θεσπίζουν τεχνικές προδιαγραφές με τις οποίες να λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρίες ή σχεδιασμό για όλους τους χρήστες. Επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα να παραχωρηθεί κατ’ αποκλειστικότητα σε προστατευόμενα εργαστήρια το δικαίωμα να συμμετέχουν στις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων ή να προβλέπουν την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών στο πλαίσιο προγραμμάτων προστατευμένων θέσεων εργασίας, όταν η πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων εργαζομένων είναι άτομα με ειδικές ανάγκες.

6. Όσον αφορά τις ηλεκτρονικές μεθόδους επικοινωνίας, το νέο πεδίο δράσης στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων και οι απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, σε συνδυασμό με την εξέλιξη της τεχνολογίας, συνηγορούν υπέρ της χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων για επικοινωνία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των μερών. Τα ηλεκτρονικά μέσα θα πρέπει να εξισώνονται με τα κλασικά μέσα επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Η εφαρμογή διαδικασιών για σύναψη δημόσιων συμβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα αποτελεί προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πέραν των πιο πάνω, όπως αναφέρεται και στο σχετικό επεξηγηματικό σημείωμα που συνοδεύει το εν λόγω νομοσχέδιο, εισάγονται ορισμένες καινοτομίες που αποσκοπούν σε πιο αποτελεσματικές και αποδοτικές μεθόδους ανάθεσης συμβάσεων, στις οποίες οι αναθέτουσες αρχές έχουν τη δυνατότητα να προσφεύγουν, αν το επιθυμούν.

Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ο προτεινόμενος νόμος όσο και η υφιστάμενη νομοθεσία καλύπτουν τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων αξίας μικρότερης των κατώτατων ορίων με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:

1. Η δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού παραμένει υποχρεωτική μόνο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και καθίσταται προαιρετική στον εγχώριο τύπο. Τούτο κρίθηκε αναγκαίο, επειδή η δημοσίευση της προκήρυξης σε μια μόνο εφημερίδα δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό.

2. Οι συνοπτικές διαδικασίες δύνανται να εφαρμοστούν για ποσά μέχρι £50.000 αντί μέχρι £30.000, που ίσχυε μέχρι σήμερα. Επιπλέον, η χρήση των συνοπτικών διαδικασιών, για πρακτικούς λόγους, μπορεί να καλύψει και τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών αξίας μικρότερης των κατώτατων ορίων και τις δημόσιες συμβάσεις έργων αξίας όχι μεγαλύτερης των £500.000, οι οποίες προορίζονται να καλύψουν ανάγκες εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας.

Επιπρόσθετα και σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το εν λόγω νομοσχέδιο, σημειώνεται ότι επί του ειδικότερου θέματος που αφορά το ύψος των κατώτατων ορίων για τις δημόσιες συμβάσεις, όπως περιγράφονται πιο πάνω, περιλήφθηκε πρόνοια στο υπό αναφορά νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία, στις περιπτώσεις εκείνες που η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επανεξετάζει ανά διετία τα κατώτατα όρια και προβαίνει στην αναθεώρησή τους, να μην απαιτείται κάθε φορά η τροποποίηση του σχετικού άρθρου του εν λόγω νομοσχεδίου.

Σημειώνεται επιπλέον ότι οι διαδικασίες προσφυγής, οι οποίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν θεσμοθετηθεί με ειδικές ξεχωριστές Οδηγίες, ενσωματώθηκαν στο κυπριακό δίκαιο μέσω του Μέρους IV “Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών”, του περί της Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμου του 2003, ο οποίος καταργείται με τον προτεινόμενο νόμο. Με στόχο την ορθολογιστική προσέγγιση στη διαχείριση της νομοθεσίας και δεδομένης της πρόθεσης για εισαγωγή νέας Οδηγίας για τις διαδικασίες προσφυγής στο υπό διαμόρφωση νομοθετικό πλαίσιο, οι διαδικασίες προσφυγής αναμένεται να ρυθμίζονται από ξεχωριστό ειδικό νόμο, που δεν κατατέθηκε ακόμη στη Βουλή, με τίτλο «Ο περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα των Δημόσιων Συμβάσεων Νόμος του 2006».

Ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, το Γραφείο του οποίου ορίζεται σύμφωνα με τον προτεινόμενο νόμο ως η αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων, δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι η προτεινόμενη νομοθεσία καταργεί ουσιαστικά την υφιστάμενη νομοθεσία εκτός από τα άρθρα 55 μέχρι 60, που αφορούν την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, και ότι πολλές από τις βασικές πρόνοιες των προηγούμενων Οδηγιών παραμένουν οι ίδιες, αλλά μεταφέρονται στη νέα Οδηγία σε ένα νέο ενιαίο, πιο σαφές και κατανοητό κείμενο, με την προσθήκη όμως κάποιων σημαντικών αλλαγών, που βελτιώνουν και εκσυγχρονίζουν τη σχετική νομοθεσία για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων, όπως ο ανταγωνιστικός διάλογος, οι συμφωνίες πλαίσιο, οι κεντρικές αρχές αγορών, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, τα δυναμικά συστήματα αγορών κ.ά. Η μεταφορά των κοινοτικών Οδηγιών στο εθνικό επίπεδο των κρατών μελών θεωρείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως η πιο σημαντική μεταρρύθμιση στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων. Οι Οδηγίες στοχεύουν στον εκσυγχρονισμό, στην απλοποίηση και ευελιξία των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων. Η απλοποίηση επιτυγχάνεται με την αντικατάσταση των τεσσάρων προηγούμενων κοινοτικών Οδηγιών με δύο νέες Οδηγίες και με τη μείωση των σχετικών άρθρων, που στον προτεινόμενο νόμο παρουσιάζονται με πιο λογική και εύχρηστη σειρά. Η ευελιξία επιτυγχάνεται επίσης μέσω της υιοθέτησης του ηλεκτρονικού διαγωνισμού και του ανταγωνιστικού διαλόγου, στα πλαίσια των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, με βασικό στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας και της λειτουργικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελούν περίπου 78% των συμβολαίων που κατακυρώνονται σε όλη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι καινοτομίες αυτές ενσωματώνονται στο εν λόγω νομοσχέδιο με δυνητική μορφή και όχι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι εκπρόσωποι της ΚΥΣΟΑ, καταθέτοντας σχετικό υπόμνημα, ανέφεραν ενώπιον της επιτροπής ότι με την εφαρμογή της εν λόγω κοινοτικής Οδηγίας μέσω του προτεινόμενου νόμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ρυθμίσεις εκείνες που καθιστούν αυτονόητες τη μεγάλη σημασία και τις επιπτώσεις που αυτές μπορεί να έχουν στην καθημερινή ζωή των ατόμων με αναπηρίες, την εργοδότησή τους, καθώς και την πρόσβασή τους στις παρεχόμενες δημόσιες υπηρεσίες, τα τεχνικά και άλλα μέσα, με απώτερο στόχο την κοινωνική τους ένταξη και ολοκλήρωση. Οι ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες πρέπει να προβλεφθούν στον προτεινόμενο νόμο, αποτελούν σήμερα το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες και πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη το κοινωνικό μοντέλο, το οποίο έχει ως υπόβαθρο τα ανθρώπινα δικαιώματα ειδικότερα των ατόμων με αναπηρίες, με βασικό στόχο την άρση του κοινωνικού αποκλεισμού τους και της περιθωριοποίησής τους.

Τέλος, ο εκπρόσωπος της ΚΥΣΟΑ ανέφερε ότι πρέπει με κάθε τρόπο οι τεθέντες όροι τόσο στις συμβάσεις για δημόσια έργα όσο και στις συμβάσεις δημόσιων υπηρεσιών και προμηθειών να διασφαλίζουν την προσβασιμότητα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες με υποχρεωτική/επιτακτική και όχι με δυνητική μορφή χρησιμοποιώντας τη φράση «δύνανται να» ή «όταν αυτό είναι δυνατό».

Η Γενική Ελεγκτής της Δημοκρατίας για τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την προσβασιμότητα των ατόμων με ειδικές ανάγκες ανέφερε ότι αυτά είναι θέματα που άπτονται της γενικότερης πολιτικής του κράτους. Ως εκ τούτου, τόνισε, ακρογωνιαίος λίθος των νομοθετημάτων που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις είναι η διασφάλιση υγιούς και επαρκούς ανταγωνισμού. Υποστήριξε επίσης ότι οι εκφρασθείσες απόψεις για μη περιορισμό του ανταγωνισμού με αυστηρές προδιαγραφές, που ενδεχομένως να μην εξυπηρετούν την πλειοψηφία, θεωρούνται ότι είναι λογικές. Περαιτέρω, πρόσθεσε ότι η ενσωμάτωση των προνοιών αυτών σε άλλες νομοθεσίες, καθώς και η δυνητική μορφή που παρέχεται από τον προτεινόμενο νόμο μπορούν να διασφαλίσουν την προσβασιμότητα που απαιτούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι το εν λόγω σχέδιο νόμου, όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία, βρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με το γράμμα της κοινοτικής Οδηγίας που η κυπριακή πολιτεία έχει υποχρέωση να υιοθετήσει. Πέραν τούτου, οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις επί του νομοσχεδίου και ειδικότερα επί του θέματος που αφορά τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών, καθώς και την προσβασιμότητα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, αν θα γίνεται με δυνητική ή υποχρεωτική μορφή, είναι θέμα πολιτικής απόφασης. Ως εκ τούτου, η θέση της Γενικής Εισαγγελίας επί του ειδικότερου αυτού ζητήματος είναι να παραμείνει η δυνητική μορφή, όπως ορίζεται στο σχετικό άρθρο του νομοσχεδίου, δηλαδή στη διακριτική ευχέρεια, όπου είναι δυνατό, των αναθετουσών αρχών να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια προσβασιμότητας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, κατά τον ίδιο τρόπο που ορίζεται και στη σχετική κοινοτική Οδηγία.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε επίσης ότι επί του ειδικότερου ζητήματος που προκύπτει αναφορικά με το θέμα των διαδικασιών προσφυγής μέσω του Μέρους IV για την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δεν έχει επηρεαστεί από την Οδηγία 2004/18, με την οποία εναρμονίζεται ο προτεινόμενος νόμος, αλλά αναμένεται η νέα έκδοση ξεχωριστής Οδηγίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι που με την αναθεώρησή της να επιλυθούν κάποια προβλήματα που έχουν εντοπιστεί από την εφαρμογή της από τα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, το σχετικό μέρος που αναφέρεται στην υφιστάμενη νομοθεσία θα παραμείνει σε ισχύ, μέχρις ότου τεθεί σε ισχύ νέα ξεχωριστή νομοθεσία που να διέπει τις διαδικασίες ιεραρχικής προσφυγής κατά πράξης ή απόφασης της αναθέτουσας αρχής. Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής σχετικό υπόμνημα, στο οποίο παρατίθεται μια σειρά από αλλαγές, νομοτεχνικής κυρίως φύσεως, που κρίνονται απαραίτητες για την καλύτερη λειτουργικότητα του εν λόγω νομοσχεδίου. Υπάρχουν όμως και κάποιες αλλαγές που αφορούν την ουσία του νομοσχεδίου, όπως είναι αυτή που επιδιώκεται στο Παράρτημα ΙΙΙ του νομοσχεδίου, όπου απαριθμούνται σε ενδεικτικό κατάλογο οι οργανισμοί, καθώς και οι οργανισμοί δημόσιου δικαίου που αποτελούν τις αναθέτουσες αρχές, έτσι που να αφαιρεθεί από τον ενδεικτικό κατάλογο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.

Με σχετική απαντητική επιστολή προς το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που κατατέθηκε στη Βουλή με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 2005, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, δηλαδή τη μη υπαγωγή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στο εν λόγω νομοσχέδιο, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι η νέα κοινοτική Οδηγία προβλέπει ρητά στο άρθρο 16(δ) ειδικές εξαιρέσεις. Ως εκ τούτου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κατέληξε ότι οι κεντρικές τράπεζες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας σε όση έκταση εφαρμόζεται η εξαίρεση του άρθρου 16(δ) της Οδηγίας, όχι όμως αναφορικά με οποιεσδήποτε άλλες συνήθεις συμβάσεις το αντικείμενο των οποίων καλύπτεται από την Οδηγία και που δε σχετίζονται με “αρμοδιότητες” της Κεντρικής Τράπεζας.

Ο εκπρόσωπος του ΚΕΒΕ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με την προώθηση του εν λόγω νομοσχεδίου, όπως κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία. Επιπρόσθετα, επί του ειδικότερου ζητήματος που αφορά τον καταρτισμό των τεχνικών προδιαγραφών, έτσι που να καλύπτουν με δυνητική ή υποχρεωτική μορφή την προσβασιμότητα των ατόμων με ειδικές ανάγκες σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, ανέφερε ότι το ΚΕΒΕ ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις θέσεις που εξέφρασε ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας.

Ο εκπρόσωπος της ΟΕΒ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με τον προτεινόμενο νόμο, όπως έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία. Επιπρόσθετα, επί του ειδικότερου ζητήματος που αφορά τις εισηγήσεις της ΚΥΣΟΑ, όπως αυτές παρατίθενται πιο πάνω, ανέφερε ότι, αν όλες οι εισηγήσεις της ΚΥΣΟΑ συμπεριληφθούν στον προτεινόμενο νόμο, τότε αναμένεται να δημιουργηθούν πολλαπλά προβλήματα τόσο στις αναθέτουσες αρχές όσο και στις κυπριακές επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά το κόστος του κρατικού προϋπολογισμού, με πιθανά συνεπακόλουθα στα δημόσια οικονομικά.

Στα πλαίσια της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου απασχόλησαν την επιτροπή, ανάμεσα σε άλλα, και τα ακόλουθα:

1. Τα θέματα που αφορούν την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των αναπήρων στα πλαίσια των προνοιών του υπό αναφορά νομοσχεδίου, ώστε να αντιμετωπίζεται ικανοποιητικά το θέμα της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρίες και της παροχής όλων των αναγκαίων διευκολύνσεων προς την κατεύθυνση αυτή.

2. Το θέμα της αφαίρεσης ή μη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου από τον ενδεικτικό κατάλογο των οργανισμών δημόσιου δικαίου, που είναι ενσωματωμένος στο Παράρτημα ΙΙΙ του νομοσχεδίου αυτού.

3. Η ικανοποιητική ρύθμιση των θεμάτων της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της.

4. Το θέμα της καλύτερης ρύθμισης της ιεραρχικής προσφυγής που προνοείται στο υπό αναφορά νομοσχέδιο.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε τα ακόλουθα:

1. Η επιτροπή, αφού έλαβε σοβαρά υπόψη τις απόψεις του Υπουργού Οικονομικών, του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας και του εκπρόσωπου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως αυτές περιέχονται σε επιστολή του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας με ημερομηνία 26 Ιανουαρίου 2006, αποφάσισε κατά πλειοψηφία την τροποποίηση του σχετικού άρθρου 25(1) του νομοσχεδίου αυτού, ώστε να αντικατασταθεί σε αυτό η φράση «όταν αυτό είναι δυνατό» με τη φράση «όπου αυτό είναι αναγκαίο» όσον αφορά τα θέματα της προσβασιμότητας των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Καταλήγοντας στην απόφασή της αυτή, η επιτροπή έλαβε σοβαρά υπόψη τις υποδείξεις των αναφερόμενων πιο πάνω αξιωματούχων για το ότι τυχόν διαφορετική ρύθμιση με πρωτοβουλία της Βουλής είναι ενδεχόμενο να επιφέρει αντισυνταγματικότητα του συγκεκριμένου άρθρου. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών κ. Γιώργος Περδίκης εισηγείται τη διαγραφή της φράσης «όταν αυτό είναι δυνατό», έτσι που να μην υπάρξουν οποιοιδήποτε περιορισμοί που αφορούν τις τεχνικές προδιαγραφές για θέματα προσβασιμότητας των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

2. Όσον αφορά το θέμα της συμπερίληψης ή όχι της Κεντρικής Τράπεζας στον ενδεικτικό κατάλογο που επισυνάπτεται στο εν λόγω νομοσχέδιο, η επιτροπή αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, τη διαγραφή της αναφοράς αυτής από το Παράρτημα ΙΙΙ. Ο πρόεδρος της επιτροπής επί του ειδικότερου αυτού ζητήματος ανέφερε ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Συναγερμού επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί στην ολομέλεια του σώματος, όταν αυτό τεθεί ενώπιόν της.

3. Όσον αφορά τα θέματα της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, η επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα να διατηρηθούν σε ισχύ οι πρόνοιες της υφιστάμενης νομοθεσίας μέχρι την κατάθεση νέου ξεχωριστού νομοσχεδίου που αναμένεται να ρυθμίσει σφαιρικά την όλη διαδικασία άσκησης ιεραρχικών προσφυγών εναντίον πράξεων ή αποφάσεων των αναθετουσών αρχών που παραβιάζουν οποιαδήποτε διάταξη του ισχύοντος δικαίου.

4. Η επιτροπή ομόφωνα αποφάσισε επίσης να μην προχωρήσει σε τροποποίηση ορισμένων προνοιών του νομοσχεδίου που αφορούν τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας άσκησης ιεραρχικής προσφυγής δεδομένης της ρύθμισης του θέματος αυτού με κυβερνητικό νομοσχέδιο, που προωθείται στη Βουλή για ψήφιση σε νόμο ταυτόχρονα με το νομοσχέδιο αυτό.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της και ιδιαίτερα τη δέσμευση της Κύπρου έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εναρμονιστεί στον τομέα αυτό, σύμφωνα και με τις νέες Οδηγίες, ενσωματώνοντας στο νομοσχέδιο αυτό τις τροπολογίες που αναφέρονται πιο πάνω και επιφέροντας στο εν λόγω νομοσχέδιο ορισμένες επιπρόσθετες, νομοτεχνικής κυρίως φύσεως, τροποποιήσεις, έτσι που να το καταστήσουν πιο λειτουργικό και αποδοτικό, εισηγείται κατά πλειοψηφία στη Βουλή την ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημόσιων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2006».

Με την ευκαιρία αυτή, η επιτροπή καλεί την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να προχωρήσει τάχιστα στην υιοθέτηση εσωτερικών διαδικασιών για τις ανάγκες της τράπεζας αυτής, ώστε να θεσμοθετηθούν διαδικασίες παρόμοιες με αυτές που προβλέπονται στο υπό αναφορά νομοσχέδιο, τηρουμένων των αναλογιών, κατά τρόπο που να διασφαλίζονται αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες, ανάλογες με αυτές που προβλέπονται στο υπό αναφορά νομοσχέδιο και τη σχετική εναρμονιστική Οδηγία.

Ταυτόχρονα, η επιτροπή καλεί την εκτελεστική εξουσία να προχωρήσει τάχιστα και με τη ρύθμιση των θεμάτων που αφορούν την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών και την ιεραρχική προσφυγή, ώστε να υπάρχει μια συναινετική ρύθμιση του κεφαλαίου αυτού.

Περαιτέρω, όσον αφορά το θέμα της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρίες, καθώς και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους, η επιτροπή θεωρεί τα αιτήματα των ατόμων με ειδικές ανάγκες δίκαια και λογικά και γι’ αυτό καλεί την κυβέρνηση να κατοχυρώσει τα δικαιώματα αυτά, όπως εξάλλου ήταν και η σχετική δέσμευσή της για προώθηση κοινωνικής συγκεκριμένης πολιτικής μέσω άλλων τρόπων και μέσω αυτών της ενσωμάτωσης των σχετικών αυτών προνοιών στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, εξασφαλίζοντάς τους έτσι το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα για ανεξάρτητη διαβίωση και πλήρη ένταξή τους στην κοινωνικοοικονομική ζωή του τόπου.

 

1η Φεβρουαρίου 2006

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων