Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τoν αναπεμφθέντα νόμο που τιτλοφορείται «Ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2005»

Παρόντες:

Άντρος Κυπριανού, πρόεδρος Αντιγόνη Παπαδοπούλου
Κίκης Γιάγκου Σοφοκλής Φυττής
Γιάννος Λαμάρης Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Ελένη Μαύρου Γιώργος Βαρνάβα
Ανδρέας Παπαπολυβίου Γιώργος Περδίκης
Νίκος Τορναρίτης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2006. Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 22 Δεκεμβρίου 2005 και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνεδρίαση κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Υπουργός Εσωτερικών και ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών συνοδευόμενοι από υπηρεσιακούς παράγοντες.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 4 Ιανουαρίου 2006, έχουν ως ακολούθως:

«1. Ο αναπεμπόμενος νόμος θεσπίστηκε, κατά παράβαση του άρθρου 80.2 του συντάγματος, βάσει πρότασης νόμου που υποβλήθηκε από βουλευτή και συνεπάγεται αύξηση των υπό του παρόντος προϋπολογισμού προβλεπομένων εξόδων και αυξημένες δαπάνες στο μέλλον.

2. Η επιβάρυνση στους προϋπολογισμούς θα επέλθει λόγω της αύξησης της αποζημίωσης των υπαλλήλων και αστυνομικών που επανδρώνουν τα εκλογικά κέντρα και του υπόλοιπου προσωπικού που απασχολείται την ημέρα των εκλογών.

3. Το Υπουργείο Εσωτερικών έχει υπολογίσει, σε συνεννόηση και με την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία καθορίζει το ύψος της αποζημίωσης του προσωπικού λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμώμενες ώρες που θα διαρκέσει η όλη εκλογική διαδικασία, πως η πρόσθετη ώρα στις ώρες ψηφοφορίας θα έχει οικονομική επιβάρυνση πέραν των £80.000 (ογδόντα χιλιάδων λιρών).

4. Ο υπολογισμός αυτός στηρίζεται στο κόστος που είχαν οι ευρωεκλογές της 13ης Ιουνίου 2004, αναφορικά με την αποζημίωση του προσωπικού (υπαλλήλων και αστυνομικών) που στελεχώνει τα εκλογικά κέντρα, του προσωπικού στα γραφεία των Εφόρων Εκλογής, του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών και του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής, το οποίο ανήλθε περίπου στο £1.220.000 διαιρούμενο με τον αριθμό των δεκαέξι ωρών (από τις 6.00 π.μ. μέχρι τις 10.00 μ.μ.), προσαυξημένο με ένα ποσοστό της τάξης του 6%, το οποίο περιλαμβάνει το ποσοστό των αυξήσεων και του τιμαριθμικού επιδόματος που έκτοτε έχουν ενσωματωθεί στους μισθούς των κρατικών υπαλλήλων.

5. Πρόσθετα και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, από στατιστικές που τηρούνται για όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις προκύπτει ότι ουδέποτε έχει παρουσιαστεί πρόβλημα αδυναμίας ή παρεμπόδισης ψηφοφόρων να ασκήσουν το δικαίωμά τους (σε μη εργάσιμη μέρα) λόγω “περιορισμένου χρόνου” λειτουργίας των εκλογικών κέντρων. Άλλωστε, ο υπεύθυνος κάθε εκλογικού κέντρου έχει δικαίωμα, κατά την απόλυτη κρίση του, να παρατείνει τη λειτουργία εκλογικού κέντρου σε περίπτωση ύπαρξης ψηφοφόρων που επιθυμούν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα πέραν της καθορισμένης ώρας κλεισίματος των εκλογικών κέντρων».

Στο στάδιο της επανεξέτασης του όλου θέματος από την επιτροπή, ο Υπουργός Εσωτερικών δήλωσε ενώπιον της επιτροπής πως, πέραν του κωλύματος αντισυνταγματικότητας του νόμου, γιατί αυτός συνιστά επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, αφού υποβλήθηκε από βουλευτή, η προτεινόμενη με το νόμο επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των εκλογικών κέντρων κατά μία ώρα δε θα επιφέρει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού δεν έχει μέχρι σήμερα υποβληθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών κανένα παράπονο από πολίτες ή από κόμματα ή από προεδρεύοντες εκλογής για το ότι το ωράριο λειτουργίας τους δεν είναι ικανοποιητικό. Περαιτέρω, τόνισε ότι το κόστος που θα επέλθει με την επέκταση του πιο πάνω ωραρίου λειτουργίας των εκλογικών κέντρων δε δικαιολογεί τα αμελητέα ή τουλάχιστο τα μη εμφανή πλεονεκτήματα που στοχεύει να επιφέρει στην πράξη ο προτεινόμενος νόμος. Απαντώντας σε ερωτήσεις μελών της επιτροπής κατά πόσο είναι αναγκαίο να δοθεί αύξηση της αποζημίωσης των υπαλλήλων που στελεχώνουν τα εκλογικά κέντρα κατά την ημέρα της ψηφοφορίας, ο ίδιος υπουργός δήλωσε ότι ο καθορισμός του ύψους της αποζημίωσης των εν λόγω υπαλλήλων δεν είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των Υπουργείων Οικονομικών και Εσωτερικών, αλλά αυτό καθορίζεται σε συνεργασία με τις συντεχνίες των υπαλλήλων. Τέλος, ο ίδιος επισήμανε ότι ανάλογες αυξήσεις θα δοθούν και σε ομάδες εργαζομένων που στηρίζουν τις εκλογές, όπως είναι οι Βοηθοί Έφοροι Εκλογής, καθώς και λειτουργοί του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής και άλλοι.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών, ενημερώνοντας την επιτροπή για τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης των υπαλλήλων που στελεχώνουν τα εκλογικά κέντρα, δήλωσε πως αυτή καθορίζεται στη βάση των ωρών απασχόλησής τους πολλαπλασιαζόμενη επί ενάμιση αντί επί δύο του καθορισμένου ποσού που θα παρεχόταν σ αυτούς, δεδομένου ότι οι εκλογές διεξάγονται σε μη εργάσιμη ημέρα και ως εκ τούτου παρέχεται σ αυτούς κατ αποκοπή αμοιβή, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού χρόνου που θα απασχοληθούν οι εν λόγω υπάλληλοι, καθώς και του καθεστώτος εργοδότησης των αστυνομικών, οι οποίοι εργάζονται με το σύστημα βάρδιας. Επιπρόσθετα, διευκρίνισε ότι η αύξηση που θα επέλθει από την εφαρμογή του νόμου υπολογίζεται ότι θα είναι ακόμη μεγαλύτερη από το ποσό των £80.000 (ογδόντα χιλιάδων λιρών) που αναφέρεται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, γιατί οι ώρες απασχόλησης των αστυνομικών θα είναι περισσότερες από αυτές των υπολοίπων που απασχολούνται στα εκλογικά κέντρα, με αποτέλεσμα το συνολικό κόστος να υπολογίζεται ότι θα ανέλθει περίπου στο ποσό των £110.000 (εκατό δέκα χιλιάδων λιρών).

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε ότι με βάση το σύνταγμα η αναπομπή οποιουδήποτε νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δε γίνεται μόνο για συνταγματικούς λόγους, αλλά για να επανεξεταστεί από τη Βουλή σε περίπτωση που η εκτελεστική εξουσία διαφωνεί με τις πρόνοιες οποιουδήποτε νόμου ψηφίζει η Βουλή. Αναφερόμενος στην υπό συζήτηση αναπομπή, δήλωσε πως αυτή δε βασίστηκε μόνο σε συνταγματικούς λόγους, αλλά και σε άλλους λόγους για τους οποίους διαφωνεί η εκτελεστική εξουσία με το νόμο αυτό, οι οποίοι και εκτέθηκαν στην επιτροπή από εκπροσώπους του Υπουργείου Εσωτερικών και οι οποίοι θα επέλθουν με την εφαρμογή του νόμου που ψήφισε η Βουλή. Τέλος, σχολιάζοντας την άποψη που διατυπώθηκε από μέλη της επιτροπής όπως παραμείνει η αποζημίωση των υπαλλήλων που στελεχώνουν τα εκλογικά κέντρα στα σημερινά της επίπεδα χωρίς να παραχωρηθεί σ’ αυτούς οποιαδήποτε αύξηση, τόνισε ότι δεν μπορεί να υιοθετηθεί τέτοιο ενδεχόμενο στην περίπτωση των μελών της αστυνομίας λόγω του καθεστώτος εργοδότησής τους, οι οποίοι εργάζονται με το σύστημα βάρδιας.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Δημοκρατικού Κόμματος, ο βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, καθώς και ο βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, αφού έλαβαν υπόψη τους λόγους της υπό συζήτηση αναπομπής, εισηγούνται κατά πλειοψηφία στη Βουλή την αποδοχή της αναπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού δεν αποδέχτηκαν την αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας, εμμένοντας στη θέση τους ότι οι πρόνοιες του αναπεμπόμενου νόμου στοχεύουν στο να διευκολύνουν τους εκλογείς κατά την άσκηση των εκλογικών τους δικαιωμάτων.

 

 

11 Ιανουαρίου 2006

 

 

 

 

     

    

 
 

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων