Αρχείο

    

Συμπληρωματική έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Επιβολής Κυρώσεων για μη Ενεργό Συμμόρφωση με Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Άρθρο 146 του Συντάγματος) Νόμος του 2004»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ζαχαρίας Κουλίας
Ανδρέας Παπαπολυβίου Χρίστος Κληρίδης
Καίτη Κληρίδου Ανδρούλα Βασιλείου
Αριστοφάνης Γεωργίου Χριστόδουλος Ταραμουντάς
Κώστας Παπακώστας  

Όπως είναι γνωστό, για το πιο πάνω νομοσχέδιο η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών είχε υποβάλει σχετική έκθεση στην ολομέλεια της Βουλής στις 24 Νοεμβρίου 2005, η συζήτησή του όμως αναβλήθηκε τρεις φορές, έπειτα από σχετική εισήγηση του κ. Αριστοφάνη Γεωργίου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, η οποία έγινε αποδεκτή από την ολομέλεια της Βουλής.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών αποφάσισε την επανεξέταση του νομοσχεδίου ύστερα από σχετική παράκληση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την οποία διαβίβασε γραπτώς στην επιτροπή με επιστολή του, ημερομηνίας 13 Δεκεμβρίου 2005. Σημειώνεται ότι παρόμοια παράκληση διαβιβάστηκε προς την επιτροπή και από τον πρόεδρο της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ).

Ειδικότερα, στην εν λόγω επιστολή του ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διατυπώνει τη διαφωνία του με την ψήφιση σε νόμο του υπό αναφορά νομοσχεδίου ή τουλάχιστο στη μορφή που αυτό προωθήθηκε στην ολομέλεια της Βουλής, επειδή, κατά την άποψή του, με αυτό εγείρονται σοβαρά συνταγματικά, αλλά και ουσιαστικά προβλήματα, που παραθέτει στην επιστολή αυτή και τα οποία, όπως αναφέρει, επιθυμεί να αναλύσει λεπτομερώς σε σχετική συνεδρία της επιτροπής.

Συγκεκριμένα, στην υπό αναφορά επιστολή του ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εκφράζει τις ακόλουθες θέσεις:

· Παρ’ όλον ότι στις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου που εκδόθηκαν σε σχέση με αιτήσεις όπου αξιωνόταν η τιμωρία κρατικών λειτουργών λόγω μη πλήρους και ενεργού συμμόρφωσης με απόφαση του δικαστηρίου διατυπώθηκε ότι τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον υπάρχει ειδικός νόμος που να προβλέπει τις προϋποθέσεις του αδικήματος και την ποινή, ουσιαστικά δε συζητήθηκε κατά πόσο η θέσπιση τέτοιου νόμου είναι σύμφωνη με το σύνταγμα.

· Το νομοσχέδιο, όπως είναι διατυπωμένο, εγείρει σοβαρά θέματα ουσίας, γιατί, και αν ακόμα υποτεθεί ότι το σύνταγμα επιτρέπει τη θέσπιση τέτοιου νόμου, στο νομοσχέδιο δεν προβλέπονται οι προϋποθέσεις του αδικήματος που διαπράττεται και, στην περίπτωση του άρθρου 146 του συντάγματος, δεν είναι δυνατό ο νόμος να προβλέπει τις προϋποθέσεις αυτές με τη σαφήνεια που απαιτείται για την καταδίκη προσώπου για ποινικό αδίκημα.

· Στο άρθρο 3 του προτεινόμενου νόμου δε διατυπώνεται με σαφήνεια και ούτε είναι δυνατό, όπως αναφέρεται πιο πάνω, να διατυπωθεί με σαφήνεια ποια συγκεκριμένη πράξη στοιχειοθετεί το ποινικό αδίκημα της περιφρόνησης του δικαστηρίου ή ορθότερα της μη ενεργού συμμόρφωσης προς ακυρωτική απόφαση του δικαστηρίου.

Υπό το φως των πιο πάνω, το υπό συζήτηση νομοσχέδιο επανεξετάστηκε από την επιτροπή σε νέα συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2005, στην παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και εκπροσώπων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της ΕΔΥ.

Στα πλαίσια της επανεξέτασης του νομοσχεδίου αυτού, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εξέφρασε καταρχάς τη λύπη του, γιατί η παρέμβασή του αυτή γίνεται στο προχωρημένο αυτό στάδιο, επισημαίνοντας παράλληλα το γεγονός ότι το νομοσχέδιο είχε ετοιμαστεί από τη Νομική Υπηρεσία προτού αναλάβει ο ίδιος το αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Περαιτέρω, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αναλύοντας τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική επιστολή του, για τους οποίους, κατά την άποψή του, δεν ενδείκνυται η ψήφιση του προτεινόμενου νόμου, επισήμανε συμπληρωματικά και τα ακόλουθα:

· Σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα ούτε και σε αυτές που έχουν ηπειρωτικό δίκαιο, στη φιλοσοφία του οποίου στηρίζεται το άρθρο 146 του συντάγματος, δεν έχει υιοθετηθεί νομοθεσία παρόμοια με αυτή που επιχειρείται με τον προτεινόμενο νόμο, σε σχέση άμεσα με το αδίκημα της καταφρόνησης του δικαστηρίου.

· Στο άρθρο 146 του συντάγματος προβλέπονται, με σαφήνεια, όλες οι θεραπείες που δικαιούται οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει ζημιωθεί ένεκα απόφασης, πράξης ή παράλειψης που κηρύχθηκε άκυρη από το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά τα διαλαμβανόμενα στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί με θέσπιση ειδικής νομοθεσίας να προβλεφθεί άλλη θεραπεία, εκτός από αυτές που το εν λόγω άρθρο προβλέπει.

· Η προτεινόμενη ρύθμιση λανθασμένα έχει συνδεθεί με το άρθρο 146 του συντάγματος. Συναφώς, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ακυρωτικές αποφάσεις συνήθως έχουν δηλωτικό χαρακτήρα και όχι διατακτικό, όπως ένα διάταγμα του δικαστηρίου, η μη συμμόρφωση προς το οποίο συνιστά ανυπακοή και περιφρόνηση του δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν μπορεί να συνδεθεί το αδίκημα της καταφρόνησης του δικαστηρίου με τη μη ενεργό συμμόρφωση, όπως αυτή προβλέπεται στο υπό αναφορά άρθρο.

· Σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτή διατυπώνεται στη σχετική νομολογία, η διαφορά μεταξύ της δικαιοδοσίας για επιβολή ποινής λόγω καταφρόνησης που παρέχεται από το σύνταγμα, δυνάμει των άρθρων 146 και 150, στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στο Ανώτατο Δικαστήριο, αντίστοιχα, είναι τέτοια, που διακρίνει τους σκοπούς και την εμβέλειά της.

Ο εκπρόσωπος της ΕΔΥ δήλωσε ότι η ΕΔΥ διαφωνεί με το νόμο που προτείνεται για τους λόγους που αναφέρονται λεπτομερώς στη γραπτή επιστολή του προέδρου της, την οποία κατέθεσε στην επιτροπή. Περαιτέρω, όπως επισήμανε ο ίδιος, οι κυριότερες ανησυχίες της ΕΔΥ πηγάζουν από την ίδια βάση όπως οι θέσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Ειδικότερα, στην εν λόγω επιστολή επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

· Η πολυπλοκότητα του όλου θέματος προκύπτει σαφώς και από τις διαφορετικές απόψεις που εκφράζονται σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου και ιδιαίτερα σε ορισμένες αναθεωρητικές εφέσεις.

· Η ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο θα προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα σε περιπτώσεις που η ακυρωτική απόφαση, δυνάμει της παραγράφου 4 του άρθρου 146 του συντάγματος, θα αφορά διοικητική πράξη της ΕΔΥ, επειδή αυτή είναι ανεξάρτητο, συνταγματικά θεσμοθετημένο όργανο, κατ’ αντίθεση με άλλα όργανα που δεν αντλούν τις αρμοδιότητες και εξουσίες τους από το σύνταγμα, αλλά από το νόμο. Η ιδιαιτερότητα της ΕΔΥ, ως ανεξάρτητου διοικητικού οργάνου, υπογραμμίζεται και από τις διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Νόμος αρ.1 του 1990), με τις οποίες κατοχυρώνεται το όργανο αυτό έναντι οποιωνδήποτε παρεμβάσεων στο έργο του, όπως καθορίζεται στο σύνταγμα. Ως εκ τούτου, η ΕΔΥ πιστεύει πως οι ποινές που προβλέπονται στην προτεινόμενη ρύθμιση συνιστούν μια τέτοια παρέμβαση.

· Δεδομένου ότι οι ακυρωτικές αποφάσεις στρέφονται εναντίον οργάνων με απρόσωπο χαρακτήρα και ότι οι αποφάσεις της ΕΔΥ είναι σύνθετες διοικητικές πράξεις, εγείρεται το ερώτημα πώς θα καθίσταται δυνατή η επιβολή φυλάκισης σε τέτοιο όργανο, όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο.

· Θα είναι δύσκολο να καθοριστεί τι συνιστά περιφρόνηση δικαστηρίου και πότε παρήλθε εύλογο χρονικό διάστημα από την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, προκειμένου να γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο αίτηση που θα υποβάλλεται για περιφρόνηση δικαστηρίου. Επίσης, εγείρεται το ερώτημα ποια θα είναι τα κριτήρια με βάση τα οποία θα κρίνεται από το δικαστήριο αν παρήλθε ή όχι το εύλογο χρονικό διάστημα.

· Η εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου ενδεχομένως να έχει ως αποτέλεσμα την καταχρηστική υποβολή αιτήσεων για εξέταση ζητήματος περιφρόνησης δικαστηρίου, καθώς επίσης δυνατόν να επηρεάσει ή να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου οργάνου κατά την επανεξέταση επίδικων πράξεων.

· Η ΕΔΥ εφαρμόζει τάχιστα τις ακυρωτικές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων και για λόγους που δεν οφείλονται στην ίδια, γι’ αυτό ίσως θα ήταν σκόπιμο να εξαιρεθεί από τις πρόνοιες του προτεινόμενου νόμου.

Αναφορικά με όλες τις πιο πάνω θέσεις, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως επισήμανε στην επιτροπή ότι, αφού οι θέσεις αυτές δεν ήταν γνωστές στο υπουργείο, δεν είναι δυνατό να εκφραστούν οποιεσδήποτε απόψεις του υπουργείου σε σχέση με αυτές, χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία μελέτη τους.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών έχουν διαμορφώσει τις πιο κάτω θέσεις:

Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, καθώς και τα μέλη της βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κόμματος επισημαίνουν καταρχάς ότι η προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται σε νομοσχέδιο που κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία και το οποίο συντάχθηκε από τη Νομική Υπηρεσία, ύστερα από εκτενή συζήτηση που προηγήθηκε στα πλαίσια εξέτασης σχετικής πρότασης νόμου και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη σχετική γραπτή υπόδειξη του Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου καθόσον αφορά την ανάγκη θέσπισης τέτοιας νομοθεσίας. Περαιτέρω, τα μέλη αυτά θεωρούν ότι η άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφορικά με την ανάγκη και τη συνταγματικότητα της θέσπισης της προτεινόμενης νομοθεσίας βρίσκεται σε αντίθεση με την εν λόγω υπόδειξη του Ανώτατου Δικαστηρίου. Τέλος, θεωρούν αναγκαία τη διασφάλιση της εφαρμογής της πρόνοιας της παραγράφου 5 του άρθρου 146 του συντάγματος, που επιβάλλει σε κάθε όργανο ή Αρχή στη Δημοκρατία την υποχρέωση για ενεργό συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, και πιστεύουν ότι αυτό μπορεί να γίνει με θέσπιση ειδικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την πιο πάνω υπόδειξη του δικαστηρίου. Στη βάση των θέσεών τους αυτών, τα υπό αναφορά μέλη της επιτροπής εισηγούνται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, διατυπώνοντας παράλληλα την άποψη ότι οι θέσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μπορούν να κριθούν από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια διαδικασίας που δυνατόν να εγερθεί ενώπιόν του, σύμφωνα με το άρθρο 140 του συντάγματος.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, ύστερα από την εκτενή παράθεση των πιο πάνω θέσεων ενώπιον της επιτροπής, διαπιστώνουν ότι ορισμένες από τις απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας συμπίπτουν με τις θέσεις της κοινοβουλευτικής τους ομάδας και θεωρούν αναγκαίο να δοθεί περαιτέρω χρόνος, ώστε αυτές να μελετηθούν διεξοδικά.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος δηλώνει ότι, υπό το φως των πιο πάνω απόψεων που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η κοινοβουλευτική του ομάδα θεωρεί αναγκαίο να δοθεί περαιτέρω χρόνος, ώστε οι απόψεις αυτές να μελετηθούν σε βάθος.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Ενωμένων Δημοκρατών επισημαίνει πως οι απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως αυτές τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, προκαλούν προβληματισμό και οπωσδήποτε δεν μπορούν να αγνοηθούν, παρά το γεγονός ότι αυτές δυστυχώς δεν υποβλήθηκαν εγκαίρως. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να παρασχεθεί περαιτέρω χρόνος στην επιτροπή με στόχο τη διαμόρφωση του νομοσχεδίου, σε συνεργασία με το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, έτσι ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η τελική ρύθμιση να είναι ασαφής ή και αντισυνταγματική.

 

20 Δεκεμβρίου 2005

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων