Αρχείο

    

Κοινή έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Προσώπων που Συλλαμβάνονται (Δικαιώματα σε Επικοινωνία και Ιατρική Εξέταση) Νόμος του 2003»

Παρόντες:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών: Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα:
Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Σοφοκλής Φυττής, πρόεδρος
Ανδρέας Παπαπολυβίου Νεόφυτος Κωνσταντίνου

Καίτη Κληρίδου

Τάκης Χατζηγεωργίου

Αριστοφάνης Γεωργίου

Κυριάκος Τυρίμος

Άγις Αγαπίου

Ελένη Μαύρου

Ανδρέας Αγγελίδης

Αντώνης Καράς

Γιαννάκης Ομήρου

Νίκος Τορναρίτης

Χρίστος Κληρίδης

Ελένη Θεοχάρους

Ανδρούλα Βασιλείου

Γιαννάκης Ομήρου

Χριστόδουλος Ταραμουντάς

Χρίστος Κληρίδης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα μελέτησαν το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριάσεών τους, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 4 Δεκεμβρίου 2003 και 17 Νοεμβρίου 2005. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον των επιτροπών εκπρόσωποι των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας) και Υγείας, της αστυνομίας, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η Επίτροπος Νομοθεσίας και πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Προστασίας Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΘΝΟΠΑΔ), εκπρόσωποι του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως, του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και της Κίνησης Διεκδίκησης Δικαιωμάτων των Ασθενών.

Σκοπός του νομοσχεδίου, στη μορφή που αυτό αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή, είναι η διασφάλιση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων σε πρόσωπα που συλλαμβάνονται. Ιδιαίτερα σκοπείται η διασφάλιση σε πρόσωπα που συλλαμβάνονται του δικαιώματος επικοινωνίας με δικηγόρο της επιλογής τους, καθώς και με συγγενικό ή άλλο πρόσωπο της επιλογής τους, ιατρικής εξέτασης, πληροφόρησης για τα δικαιώματά τους, καθώς επίσης η δημιουργία αντίστοιχων προς τα δικαιώματα αυτά υποχρεώσεων των μελών της αστυνομίας και η ποινικοποίηση της παραβίασής τους.

Σημειώνεται ότι για τη ρύθμιση του ίδιου θέματος εκκρεμεί ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών πρόταση νόμου η οποία κατατέθηκε στη Βουλή το 1995 από την κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος με τίτλο «Ο περί του Καθορισμού των Δικαιωμάτων των Προσώπων που Συλλαμβάνονται και της Διασφάλισης των Προϋποθέσεων για την Αξιοπρεπή Μεταχείριση και Ασφαλή Κράτησή τους Νόμος του 1995». Σκοπός της πρότασης νόμου είναι ο διά νόμου καθορισμός των ελάχιστων δικαιωμάτων των προσώπων που συλλαμβάνονται αμέσως μετά τη σύλληψή τους και κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, καθώς και η διασφάλιση ότι οι χώροι στους οποίους αυτοί κρατούνται διαθέτουν τα ελάχιστα απαιτούμενα για αξιοπρεπή και ασφαλή κράτησή τους.

Η εν λόγω πρόταση νόμου εξετάστηκε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της παρούσας Βουλής στο διάστημα από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Ιούλιο του 2003, ωστόσο δεν προωθήθηκε στην ολομέλεια του σώματος εν αναμονή, σύμφωνα με τη σχετική δέσμευση που αναλήφθηκε από την κυβέρνηση, της κατάθεσης σχετικού νομοσχεδίου το οποίο να ρυθμίζει πιο ολοκληρωμένα τα θέματα αυτά και το οποίο τελικά κατατέθηκε στη Βουλή το Νοέμβριο του 2003.

Το νομοσχέδιο αυτό ρυθμίζει κυρίως τα ακόλουθα σε σχέση με πρόσωπο που συλλαμβάνεται:

1. Το δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας, αυτοπροσώπως και αμέσως μετά τη σύλληψή του, με δικηγόρο της επιλογής του χωρίς την παρουσία άλλου προσώπου, καθώς και με οποιοδήποτε συγγενικό ή άλλο πρόσωπο της επιλογής του, για να το ενημερώσει για τη σύλληψή του και τον αστυνομικό σταθμό κράτησής του.

2. Τη διασφάλιση της άσκησης των δικαιωμάτων αυτών από πρόσωπο με πνευματική ανεπάρκεια ή σωματική αναπηρία.

3. Το δικαίωμα ιατρικής εξέτασης από ιατρό της δικής του επιλογής ή κυβερνητικό ιατρό, οποτεδήποτε ενόσω κρατείται.

4. Το δικαίωμα πληροφόρησής του για όλα τα πιο πάνω δικαιώματά του.

5. Τη δημιουργία ανάλογων με τα πιο πάνω δικαιώματα υποχρεώσεων των μελών της αστυνομίας, καθώς και ποινικοποίηση της παραβίασης των δικαιωμάτων αυτών.

Στα πλαίσια της σε πρώτο στάδιο μελέτης του νομοσχεδίου από τις δύο επιτροπές οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως επισήμαναν το γεγονός ότι με τη ρύθμιση που προτείνεται εξασφαλίζεται αποτελεσματική εφαρμογή διεθνών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό το φως και των σχετικών επισημάνσεων διεθνών σωμάτων. Επισήμαναν επίσης ότι η αστυνομία διατηρεί ορισμένες επιφυλάξεις ως προς την εφαρμογή της προτεινόμενης ρύθμισης.

Αναλύοντας τις θέσεις της αστυνομίας, οι εκπρόσωποί της δήλωσαν πως ως θέμα αρχής η αστυνομία συμφωνεί με τους σκοπούς του νομοσχεδίου, ωστόσο διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το αποτέλεσμα της εφαρμογής ορισμένων διατάξεών του, διαπιστώνοντας ότι αυτές είναι υπέρμετρα δεσμευτικές και επιβαρυντικές για την αστυνομία, γι’ αυτό και εισηγείται την τροποποίησή τους.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων εισηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, την ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο ειδικών προνοιών οι οποίες να ρυθμίζουν το θέμα της κράτησης παιδιών ηλικίας μεταξύ δεκαέξι και δεκαοκτώ χρονών που συλλαμβάνονται. Ειδικότερα, με τις πρόνοιες αυτές θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα αυτά θα τυγχάνουν ανθρωπιστικής μεταχείρισης, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ηλικίας τους, θα κρατούνται χωριστά από τους ενήλικες κρατουμένους και θα διατηρούν επαφή με την οικογένειά τους.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Υγείας και του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου εισηγήθηκαν όπως η ιατρική εξέταση συλληφθέντος γίνεται στην παρουσία μέλους της αστυνομίας για λόγους ασφάλειας του ιατρού. Επίσης, εισηγήθηκαν, σε περίπτωση που η ιατρική εξέταση γίνεται από ιατρό της επιλογής του συλληφθέντος, να παρίσταται και κυβερνητικός ιατρός.

Οι εκπρόσωποι του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου επισήμαναν το γεγονός ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου δεν καλύπτουν σημαντικά θέματα/δικαιώματα για τα οποία ο σύλλογος είχε υποβάλει συγκεκριμένες εισηγήσεις. Ως τέτοια θέματα αναφέρθηκαν ενδεικτικά οι συνθήκες και τα δικαιώματα κατά τη διάρκεια της κράτησης συλληφθέντος, το θέμα των επισκέψεων συγγενών του, η ταχυδρομική επικοινωνία, η σωματική έρευνα και τα περιουσιακά στοιχεία του, καθώς και ειδικές πρόνοιες για τις συνθήκες κράτησης γυναικών, ανηλίκων και αλλοδαπών.

Συναφώς, σημειώνεται ότι πριν από την κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου, τον Ιούνιο του 2003, με σκοπό τη νομοθετική ρύθμιση τόσο των θεμάτων που καλύπτει το νομοσχέδιο όσο και των πρόσθετων θεμάτων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος υπέβαλε στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ολοκληρωμένη εισήγηση υπό μορφή σχεδίου νόμου. Όπως αναφέρεται στη σχετική συνοδευτική επιστολή, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος ετοίμασε το εν λόγω σχέδιο νόμου ύστερα από τη διαπίστωση της ύπαρξης νομοθετικού κενού σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση των θεμάτων αυτών και αφού προηγήθηκε επισταμένη μελέτη κατά την οποία λήφθηκε υπόψη και σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ).

Συναφείς με τις παρατηρήσεις και επισημάνσεις του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και με αυτές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπήρξαν οι παρατηρήσεις μελών των δύο επιτροπών σε ό,τι αφορά τους τομείς που δεν καλύπτονται από τις διατάξεις του αρχικού νομοσχεδίου. Σημειώνεται ότι το μέλος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών και αργότερα πρόεδρός της κ. Ιωνάς Νικολάου είχε υποβάλει εκτενές σημείωμα αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα, εκφράζοντας την άποψη ότι αυτά θα έπρεπε να καλύπτονται από τη σκοπούμενη νομοθετική ρύθμιση.

Αναφορικά με τις πιο πάνω παρατηρήσεις και επισημάνεις, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η Επίτροπος Νομοθεσίας και πρόεδρος του ΕΘΝΟΠΑΔ επισήμαναν στα μέλη των επιτροπών τα ακόλουθα:

· Το εν λόγω νομοσχέδιο είχε ετοιμαστεί κατεπειγόντως και κατά προτεραιότητα, αφενός λόγω υποδείξεων για ρύθμιση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων, που το νομοσχέδιο καλύπτει, σε εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων και αφετέρου λόγω της υποχρέωσης της Δημοκρατίας για συμμόρφωσή της με απόφαση του ΕΔΑΔ σύμφωνα με την οποία οι αιτητές είχαν συλληφθεί κατά παράβαση του άρθρου 5 της σχετικής σύμβασης και του αντίστοιχου άρθρου 11 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

· Για τη ρύθμιση των πρόσθετων δικαιωμάτων που αναφέρονται στο σχέδιο νόμου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, για την ανάγκη της οποίας συμφωνούν, θα πρέπει να συνταχθεί ξεχωριστή νομοθεσία, αφού αυτά αφορούν έναν άλλο τομέα, αυτόν των συνθηκών και δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της κράτησης, ενώ το νομοσχέδιο αυτό αφορά τον τομέα των δικαιωμάτων κατά τη σύλληψη.

Σημειώνεται επίσης ότι κατά την σε πρώτο στάδιο μελέτη του νομοσχεδίου το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, υλοποιώντας σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, υπέβαλε στη Βουλή αναθεωρημένο νομοσχέδιο από το οποίο είχε διαγραφεί η πρόνοια που αφορούσε το δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας συλληφθέντος με συγγενικό ή άλλο πρόσωπο της επιλογής του.

Στη συνέχεια, και υπό το φως των πιο πάνω, οι δύο επιτροπές κατέληξαν στη διαπίστωση ότι η προτεινόμενη ρύθμιση του σοβαρού αυτού θέματος εξακολουθεί να είναι ελλιπής και ότι επιβάλλεται μια πιο εκτεταμένη και ολοκληρωμένη νομοθετική ρύθμισή του. Στη βάση της θέσης αυτής και ύστερα από σχετική παράκληση των δύο επιτροπών, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέλαβε την εκ νέου αναθεώρηση του νομοσχεδίου, κατά την οποία, όπως συμφωνήθηκε, θα λαμβάνονταν υπόψη και οι εισηγήσεις που εκφράστηκαν τόσο από μέρους των δύο επιτροπών όσο και από τους εκπροσώπους των αρμόδιων, δημόσιων και ιδιωτικών, φορέων, που δόθηκαν και γραπτώς.

Το νέο αναθεωρημένο κείμενο, το οποίο υποβλήθηκε τελικά στις δύο επιτροπές το Νοέμβριο του 2004, σύμφωνα με όσα επεξήγησε στις επιτροπές η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, συντάχθηκε, κατά τρόπο που να καλύπτει τα δικαιώματα και τις πρόνοιες του αρχικού νομοσχεδίου, που κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία, αλλά και πρόσθετα δικαιώματα/ρυθμίσεις, με βάση τα όσα είχαν συζητηθεί κατά τη μελέτη που προηγήθηκε ενώπιον των δύο επιτροπών και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη σχετική με το υπό ρύθμιση θέμα νομολογία του ΕΔΑΔ, τις διάφορες εκθέσεις/συστάσεις προς την Κύπρο διεθνών σωμάτων και επιτροπών, καθώς και διάφορα κείμενα θεσμοθετημένων οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Κατά την κατ’ άρθρο μελέτη του δεύτερου αναθεωρημένου νομοσχεδίου που ακολούθησε οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της αστυνομίας εξέφρασαν τη διαφωνία τους με ορισμένες πρόνοιές του, υποστηρίζοντας ότι η εφαρμογή τους ενδεχομένως να παρεμποδίζει το έργο της τελευταίας και ταυτόχρονα δυσχεραίνει τη δυνατότητα για αποτελεσματική διαλεύκανση των ποινικών αδικημάτων και ιδιαίτερα των σοβαρών. Η κυριότερη διαφωνία που εκφράστηκε από τους εκπροσώπους αυτούς αφορούσε την πρόνοια σύμφωνα με την οποία ο συλληφθείς θα δικαιούται αμέσως μετά τη σύλληψή του να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με συγγενικό ή άλλο πρόσωπο της επιλογής του. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκαν την τροποποίησή της, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται δυνατότητα καθυστέρησης της άσκησης του υπό αναφορά δικαιώματος μέχρι δώδεκα ώρες από τη σύλληψη, στην περίπτωση σοβαρών αδικημάτων και εφόσον θα υπάρχει εύλογη υποψία ότι η άσκησή του ενωρίτερα δυνατόν να οδηγήσει στην καταστροφή τεκμηρίων ή να επηρεάσει τη σχετική μαρτυρία ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να επηρεάσει αρνητικά την εξιχνίαση του αδικήματος. Η εισήγηση αυτή προβλημάτισε σε βάθος τα μέλη των δύο επιτροπών, που εξέφρασαν την επιφύλαξη πως τέτοια ρύθμιση ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταχρηστική εφαρμογή της, αφού δεν είναι δυνατή, κατά την άποψή τους, η διάκριση σε σοβαρά και μη αδικήματα. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι παρόμοια ρύθμιση ισχύει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και αναγνωρίζοντας την ανάγκη όπως η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος συνδυαστεί με τη δυνατότητα που θα πρέπει να έχει η αστυνομία να διεξάγει ανεμπόδιστα και αποτελεσματικά το έργο της, οι δύο επιτροπές κατέληξαν στην ενσωμάτωση σχετικής πρόνοιας στο κείμενο του νομοσχεδίου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πρόνοια αυτή, με εξαίρεση την περίπτωση συλληφθέντος με πνευματική καθυστέρηση, παρέχεται δυνατότητα καθυστέρησης της άσκησης του υπό αναφορά δικαιώματος μέχρι δώδεκα ώρες από το χρόνο της σύλληψής του, όταν υπάρχει εύλογη υποψία ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού αμέσως μετά τη σύλληψη δυνατόν να οδηγήσει στην καταστροφή ή στην απόκρυψη τεκμηρίων ή σε διάπραξη άλλου αδικήματος ή να εμποδίσει τη σύλληψη ή ανάκριση άλλου προσώπου σε σχέση με το αδίκημα ή να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Δημοκρατίας ή να επηρεάσει την απονομή της δικαιοσύνης.

Επιπρόσθετα, οι ίδιοι εκπρόσωποι εισηγήθηκαν τη διαγραφή των άρθρων που αφορούν την ποινικοποίηση ή την πειθαρχική δίωξη μέλους της αστυνομίας για παραβίαση δικαιώματος που προβλέπεται στο νομοσχέδιο ή αθέτηση υποχρέωσης που τίθεται σ’ αυτό. Υποστηρίζοντας την εισήγησή τους αυτή, επισήμαναν αφενός μεν ότι ανάλογη ρύθμιση έχει υιοθετηθεί στην αντίστοιχη νομοθεσία άλλων ευρωπαϊκών χωρών και αφετέρου ότι τα μέλη της αστυνομίας διώκονται πειθαρχικά για τις τυχόν παραλείψεις τους, με βάση τους ισχύοντες πειθαρχικούς κανονισμούς της αστυνομίας.

Αναφορικά με την εισήγηση αυτή, οι δύο επιτροπές αποφάσισαν την τροποποίηση των σχετικών διατάξεων του νομοσχεδίου, ώστε να ποινικοποιηθεί μόνο η παραβίαση του δικαιώματος συλληφθέντος για επικοινωνία με δικηγόρο και συγγενικό του πρόσωπο, καθώς και του δικαιώματός του σε ιατρική εξέταση, στην περίπτωση που αυτή σχετίζεται με τη μεταχείριση του συλληφθέντος κατά τη σύλληψη ή την κράτησή του. Καθόσον αφορά την παραβίαση οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος ή αθέτηση υποχρέωσης ή παράβαση άλλης διάταξης του προτεινόμενου νόμου, οι επιτροπές αποφάσισαν να γίνει πρόβλεψη για πειθαρχική ευθύνη του υπεύθυνου για τις πράξεις αυτές μέλους της αστυνομίας, σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες πειθαρχικούς κανονισμούς της αστυνομίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αφού έλαβαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές και υιοθετώντας τη φιλοσοφία του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, που στοχεύει στη διασφάλιση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων συλληφθέντων και στην εξασφάλιση αποτελεσματικής εφαρμογής διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας, υπό το φως και των σχετικών επισημάνσεων διεθνών σωμάτων, διαμόρφωσαν το κείμενο του νομοσχεδίου, σε συνεργασία και με την εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, επιφέροντας σ’ αυτό αριθμό τροποποιήσεων στη βάση των πιο πάνω, αλλά και για σκοπούς καλύτερης πρακτικής εφαρμογής του.

Σημειώνεται ότι το τελικό κείμενο, που τέθηκε ενώπιον των δύο επιτροπών για έγκριση, ολοκληρώθηκε μετά από εξέταση πέντε αναθεωρημένων κειμένων. Ωστόσο, οι επιτροπές εκφράζουν την ικανοποίησή τους για το γεγονός ότι η όλη προσπάθεια που καταβλήθηκε είχε ως αποτέλεσμα μια, κατά το δυνατό, ολοκληρωμένη ρύθμιση, υπό την έννοια ότι αυτή αφενός επεκτάθηκε και στον τομέα της κράτησης συλληφθέντος, ρυθμίζοντας τα δικαιώματα και τις συνθήκες κράτησής του, όπως τις συναντήσεις με δικηγόρο, τις επισκέψεις συγγενών, την αποστολή και λήψη επιστολών, και αφετέρου ρυθμίζει ειδικά ζητήματα που αφορούν γυναίκες, ανηλίκους και αλλοδαπούς.

Παράλληλα, οι δύο επιτροπές επιθυμούν να δηλώσουν ότι στη διαμόρφωση του τελικού κειμένου καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια για υιοθέτηση τέτοιων ρυθμίσεων που να ανταποκρίνονται στη φιλοσοφία της θέσπισής τους και ταυτόχρονα να μην παρεμποδίζουν τη δυνατότητα και την υποχρέωση της πολιτείας για αποτελεσματική διαλεύκανση των ποινικών αδικημάτων.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ομόφωνα εισηγούνται στη Βουλή την ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί με βάση τα πιο πάνω, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005».

 

 

20 Δεκεμβρίου 2005

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων