Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τα νομοσχέδια που τιτλοφορούνται «Ο περί Στατιστικών των Συναλλαγών Αγαθών μεταξύ Κρατών Μελών (Μερική Αναστολή και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμος του 2005» και «Ο περί Στατιστικών των Συναλλαγών Αγαθών μεταξύ Κρατών Μελών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2005»

Παρόντες:

Άριστος Χρυσοστόμου, πρόεδρος

Μαρία Κυριακού

Ζαχαρίας Κουλίας

Μαρίνος Σιζόπουλος

Σωτηρούλα Χαραλάμπους

Πρόδρομος Προδρόμου

Ιωνάς Νικολάου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα από τις 15 Μαρτίου μέχρι τις 11 Ιουλίου 2005. Στο στάδιο της μελέτης των υπό αναφορά νομοσχεδίων παρέστησαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η θέσπιση ειδικής νομοθεσίας για την αναστολή της εφαρμογής του άρθρου 14 του περί Στατιστικών των Συναλλαγών Αγαθών μεταξύ Κρατών Μελών Νόμου, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση για κάθε ημέρα άρνησης, παράλειψης ή καθυστέρησης στην υποβολή δηλώσεων INTRASTAT για αποστολές και αφίξεις αγαθών.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του ίδιου πιο πάνω νόμου, ώστε να επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση ύψους £30.00 σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποβάλλει δήλωση INTRASTAT, η οποία περιέχει ελλιπείς και/ή ανακριβείς πληροφορίες.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το πρώτο νομοσχέδιο, με βάση το άρθρο 14 της οικείας νομοθεσίας, επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση ύψους £5.00 για κάθε ημέρα άρνησης, παράλειψης ή καθυστέρησης στην υποβολή δηλώσεων INTRASTAT για αποστολές και αφίξεις αγαθών. Με την προτεινόμενη αναστολή όμως όσα ποσά οφείλονται από την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η σχετική νομοθεσία, παραγράφονται και όσα εισπράχθηκαν από την ημερομηνία αυτή και μετέπειτα επιστρέφονται στα πρόσωπα από τα οποία εισπράχθηκαν.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις κρίνονται αναγκαίες, γιατί ο νόμος του οποίου η διάταξη προτείνεται να ανασταλεί προβλέπει την καθιέρωση ενός καινούριου και πολύπλοκου συστήματος με πολύ στενές προθεσμίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εμπορευομένων. Σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, κρίνεται απαραίτητη η παροχή επιπρόσθετου χρόνου για επαρκή πληροφόρηση των εμπορευομένων σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν για το δεύτερο νομοσχέδιο, η προτεινόμενη επιβάρυνση για οποιοδήποτε πρόσωπο υποβάλλει ελλιπή ή ανακριβή δήλωση INTRASTAT και το οποίο δεν πληροφορεί σχετικά τον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες θα είναι του ύψους των £30.00.

Συναφώς, η Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ως η αρμόδια υπηρεσία, έχει προβεί σε σχετική ενημέρωση και επιμόρφωση των επηρεαζομένων ως προς τις υποχρεώσεις τους, διαπίστωσε όμως ότι μεγάλος αριθμός εμπορευομένων δεν έχει υποβάλει έγκαιρα τις δηλώσεις INTRASTAT. Η μη έγκαιρη υποβολή των δηλώσεων οφείλεται σε άγνοια του νόμου, στη μη έγκαιρη ή και στη μη παραλαβή του εντύπου της δήλωσης, στη μετακίνηση της επιχείρησης κατά την κρίσιμη περίοδο της έναρξης της ισχύος του νόμου και σε άλλους συναφείς λόγους.

Στο στάδιο της μελέτης των υπό αναφορά θεμάτων κατατέθηκε ενώπιον της επιτροπής εκ μέρους του συνδέσμου των επηρεαζόμενων εμπορευομένων γραπτή εισήγηση με βάση την οποία, ενώ ο σύνδεσμος τάσσεται υπέρ των προτεινόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων, διατηρεί επιφυλάξεις όσον αφορά το ύψος της χρηματικής επιβάρυνσης και τον τρόπο επιβολής της. Συναφώς, εισηγείται η επιβλητέα επιβάρυνση να κυμαίνεται από £5.00 μέχρι £100.00 κατ’ ανώτατο όριο, το δε ύψος της επιβάρυνσης να αφήνεται στη διακριτική κρίση του Εφόρου ΦΠΑ, λαμβανομένου υπόψη του είδους του λάθους, της παράλειψης ή της ανακρίβειας. Αυτό, κατά τους ενδιαφερομένους, επιβάλλεται, γιατί είναι δυνατό κάποια λάθη να είναι επουσιώδους σημασίας και να μην επηρεάζουν τις πληροφορίες που θα δίδονται και κάποια άλλα από αυτά ουσιώδη, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν σημαντικά τις στατιστικές πληροφόρησης και να αποτελούν παραπληροφόρηση. Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο καλόπιστων ή και εσκεμμένων λαθών. Συνεπώς, σύμφωνα με το ίδιο υπόμνημα, θα ήταν άδικο να αφεθεί ο νόμος να καθορίζει εκ των προτέρων το ύψος της επιβάρυνσης χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα πιο πάνω.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, αφού μελέτησαν τις πιο πάνω εισηγήσεις, κατέθεσαν στην επιτροπή γραπτώς τις απόψεις τους. Συναφώς, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν ευνοεί τη διαφοροποίηση της χρηματικής επιβάρυνσης που θα επιβάλλεται, ανάλογα με το είδος του λάθους, γιατί κάτι τέτοιο συνεπάγεται σημαντικό διοικητικό κόστος για τη διαπίστωσή του. Επιπλέον, η διαβάθμιση των λαθών είναι ενδεχόμενο να οδηγήσει σε αδικίες μεταξύ των εμπορευομένων, ενώ, κι αν ακόμη υιοθετούνταν μια τέτοια εισήγηση, θα ήταν αδύνατο να γίνουν οι αναγκαίες αναπροσαρμογές στο μηχανογραφημένο σύστημα INTRASTAT.

Στο στάδιο της συζήτησης του όλου θέματος τα μέλη της επιτροπής εξέφρασαν περαιτέρω επιφυλάξεις σε σχέση με το ενδεχόμενο από μια απλή ανυπαίτια ανακρίβεια ή ένα επουσιώδες λάθος στην υποβαλλόμενη δήλωση να επιβληθεί η προβλεπόμενη χρηματική επιβάρυνση, γεγονός που δυνατόν να οδηγήσει σε ακρότητες.

Υπό το φως της πιο πάνω επιφύλαξης, η επιτροπή, με τη σύμφωνη γνώμη των κυβερνητικών αρμοδίων, προχώρησε σε επαναδιατύπωση των σχετικών άρθρων, έτσι ώστε οι όροι “ελλιπείς ή/και ανακριβείς πληροφορίες”, οι οποίες, όταν υπάρχουν στη δήλωση INTRASTAT, θα επισύρουν χρηματική επιβάρυνση ύψους £30.00, να αντικατασταθούν από τους όρους “ουσιώδης παράλειψη ή/και ανακρίβεια”, με ταυτόχρονο καθορισμό των όρων αυτών σε σχέση με τα στοιχεία που απαιτούνται στη σχετική δήλωση και τα οποία αποφασίστηκε ότι θα αναγράφονται στον προτεινόμενο νόμο.

Περαιτέρω και υπό το φως διάφορων επιφυλάξεων που εκφράστηκαν από μέλη της επιτροπής σχετικά με τον προτεινόμενο τρόπο αναστολής της εφαρμογής του σχετικού πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου, η οποία προτείνεται να γίνει με την ψήφιση ειδικού νόμου, η επιτροπή προχώρησε σε ενοποίηση των δύο νομοσχεδίων και σε ενσωμάτωση της σχετικής πρόνοιας στο δεύτερο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, με το οποίο αναστέλλεται η εφαρμογή του άρθρου 14 της οικείας νομοθεσίας. Η ρύθμιση του θέματος με τον τρόπο αυτό κρίθηκε από την επιτροπή πιο δόκιμη από νομοτεχνικής πλευράς. Ταυτόχρονα, η επιτροπή προέβη σε όλες τις αναγκαίες νομοτεχνικές αλλαγές, οι οποίες κρίθηκαν απαραίτητες ως συνεπακόλουθο των σχετικών αποφάσεών της, και καθόρισε την περίοδο αναστολής σε σχέση με τις περιόδους αναφοράς από την 1η Μαΐου 2004 μέχρι την 31η Ιουλίου 2005. Με τον τρόπο αυτό, η σχετική υποχρέωση θα ισχύσει ουσιαστικά για την επόμενη περίοδο αναφοράς, που αρχίζει στις 11 Σεπτεμβρίου 2005 και αφορά πράξεις που θα γίνουν εντός του μηνός Αυγούστου του 2005. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία για σκοπούς ισότιμης μεταχείρισης όλων των επηρεαζομένων.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υπό το φως των πιο πάνω, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την απόρριψη του πρώτου νομοσχεδίου, για καθαρά νομοτεχνικούς λόγους, και την ψήφιση του δεύτερου νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω.

 

12 Ιουλίου 2005

 

 

     

    

 
 

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων