Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις (Τροποποιητικός) Νόμος του 2003»

Παρόντες:

Παναγιώτης Δημητρίου, πρόεδρος      

Τάκης Χατζηγεωργίου, εκπροσωπώντας

Ιωνάς Νικολάου

τον Ντίνο Χατζηνικόλα

Μαρία Κυριακού

Ανδρέας Αγγελίδης

Χριστόδουλος Ταραμουντάς

Γιαννάκης Ομήρου

Αριστοφάνης Γεωργίου

Χρίστος Κληρίδης

Άγις Αγαπίου

Ανδρούλα Βασιλείου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών εξέτασε την υπό αναφορά πρόταση νόμου σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 23 και 30 Οκτωβρίου 2003 και στις 13 και 27 Νοεμβρίου 2003. Στα πλαίσια της εξέτασης του όλου θέματος κλήθηκαν και παρέστησαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, καθώς και εκπρόσωποι των φυλακών και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Με την υπό αναφορά πρόταση νόμου, όπως αυτή κατατέθηκε στη Βουλή από το μέλος της κ. Αριστοφάνη Γεωργίου, σκοπείται η τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας που διέπει την υπό ορισμένους όρους αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, ώστε να διαγραφούν από αυτή οι διατάξεις της που προνοούν ότι, για να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της ποινής φυλάκισης, πρέπει αυτό να δικαιολογείται από τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.

Σύμφωνα με τον εισηγητή της πρότασης νόμου, η διαγραφή των πιο πάνω διατάξεων κρίνεται επιβεβλημένη, υπό το φως της πρόσφατης σχετικής νομολογίας γύρω από το θέμα, σύμφωνα με την οποία οι εν λόγω διατάξεις περιορίζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, δεδομένου ότι συνήθη μετριαστικά περιστατικά, αναγόμενα είτε στα περιστατικά του εγκλήματος είτε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν αποτελούν εξαιρετικές αλλά συνήθεις περιστάσεις.

Όπως είναι γνωστό, η υπό τροποποίηση νομοθεσία ψηφίστηκε το 1972 και τροποποιήθηκε το 1997, ώστε το δικαστήριο να μη διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, εκτός αν έχει τη γνώμη ότι η έκδοση διατάγματος αναστολής δικαιολογείται από τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.

Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου τάχθηκε εναντίον των προνοιών της πρότασης νόμου, με το σκεπτικό ότι τα μετριαστικά περιστατικά της υπόθεσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής.

Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σε γραπτή, σχετική με το όλο θέμα, γνωμάτευσή του προς την επιτροπή, με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 2003, αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα:

1. Η τροποποίηση του νόμου του 1997 ακολούθησε την εξέλιξη στην Αγγλία (περί Ποινικής Δικαιοσύνης Νόμος του 1991) και εισήγαγε το κριτήριο “των εξαιρετικών περιστάσεων της υπόθεσης” ως βάση για την απόφαση αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η εν λόγω τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης του εγκλήματος στην Κύπρο και λόγω της χρήσης της αναστολής από τα δικαστήρια ως ένα άλλο είδος ποινής -μη στερητικό της ελευθερίας.

2. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας μη στερητικό της ελευθερίας και γι’ αυτό πρέπει να διαχωρίζεται τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης όσο και από το ύψος της ποινής.

Οι παράγοντες που επιμετρούνταν από τα δικαστήρια για την απόφαση αναστολής της ποινής φυλάκισης πριν από την τροποποίηση με βάση το Νόμο 41(Ι) του 1997 ήταν:

α. η σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης και το κίνητρο διάπραξης του εγκλήματος.

β. το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής.

γ. η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

Τα πιο πάνω στοιχεία λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια και μετά την πιο πάνω τροποποίηση, με βάση το σχετικό τροποποιητικό νόμο του 1997. Εκείνο που άλλαξε είναι ο περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας των δικαστηρίων, ώστε μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις να αναστέλλεται η ποινή φυλάκισης.

3. Για να αναστείλει το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης, πρέπει οι περιστάσεις να είναι “εξαιρετικές” και “ασυνήθεις” και να αφορούν είτε τα περιστατικά της υπόθεσης ή τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ή και τα δύο.

4. Οι “εξαιρετικές περιστάσεις” θα πρέπει να παραμείνουν το καθοδηγητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το δικαστήριο να αποφασίζει την αναστολή ποινής φυλάκισης και η έννοιά τους θα πρέπει να αναπτυχθεί καταλλήλως από τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου.
 

Στα πλαίσια της εξέτασης του όλου θέματος, το μέλος της επιτροπής κ. Ιωνάς Νικολάου, με σχετική επιστολή του προς την επιτροπή, εισηγήθηκε την αύξηση από δύο σε τρία χρόνια της ποινής φυλάκισης για την οποία να μπορεί να δοθεί αναστολή της εκτέλεσής της, ώστε να παρέχεται στο δικαστήριο η ευχέρεια, όταν εξετάζει αδίκημα που διέπραξε αλλοδαπός, να λαμβάνει υπόψη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα προσωπικά δεδομένα και περιστάσεις του αλλοδαπού κατηγορουμένου, ρύθμιση που σε τελευταία ανάλυση θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών.

Με την πιο πάνω εισήγηση διαφώνησε το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, γιατί, όπως υποστηρίχθηκε, οι περιπτώσεις που οι ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια της Κύπρου ξεπερνούν τα δύο χρόνια φυλάκισης είναι λίγες, ενώ για τα αδικήματα που αφορούν αλλοδαπούς μπορούν να γίνουν άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις. Ως προς το ίδιο ζήτημα ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι προωθούνται ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε να τροποποιήσει την πρόταση νόμου, έτσι ώστε η βασική νομοθεσία να τροποποιηθεί ως ακολούθως:

1. Να επαναδιατυπωθεί ο όρος “δικαστήριο”.

2. Να αυξηθεί από δύο σε τρία χρόνια η ποινή φυλάκισης για την οποία θα μπορεί το δικαστήριο να διατάσσει αναστολή της εκτέλεσής της.

3. Να επαναδιατυπωθεί η σχετική διάταξη που διέπει την αναστολή της ποινής φυλάκισης, ώστε το δικαστήριο να διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσής της, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.
 

Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση σε νόμο της πρότασης νόμου, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί με βάση τις υπό αναφορά τροποποιήσεις.

2 Δεκεμβρίου 2003

 
     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων