Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας για το θέμα που τιτλοφορείται «Η διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής στη δημοτική εκπαίδευση»

Παρόντες:

Πρόδρομος Προδρόμου, πρόεδρος    

Τάκης Χατζηγεωργίου

Χριστόδουλος Ταραμουντάς

Αντιγόνη Παπαδοπούλου

Ιωνάς Νικολάου

Σοφοκλής Φυττής

Θάσος Μιχαηλίδης

Γιώργος Βαρνάβα

Γιάννος Λαμάρης

Ανδρούλα Βασιλείου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας μελέτησε το πιο πάνω θέμα αυτεπάγγελτα, έπειτα από πρόταση του προέδρου της κ. Πρόδρομου Προδρόμου, σε αριθμό συνεδριών της που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα από 16 Οκτωβρίου 2001 μέχρι 11 Ιουνίου 2002. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, της εκπαιδευτικής οργάνωσης ΠΟΕΔ, του Παγκύπριου Συνδέσμου Πτυχιούχων Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (ΠΑΣΥΠΕΦΑΑ) και του Συνδέσμου Γυμναστών Κύπρου.

Εισάγοντας το θέμα, ο εισηγητής του κ. Πρόδρομος Προδρόμου ανέφερε ότι το υπό εξέταση θέμα συζητήθηκε και από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας της απελθούσας Βουλής, η οποία, λόγω των διιστάμενων απόψεων των εμπλεκόμενων φορέων δεν κατέληξε στη λήψη σχετικών αποφάσεων. Γι’ αυτό, κρίθηκε σκόπιμο το θέμα αυτό να απασχολήσει ξανά τη Βουλή και να επιχειρηθεί η συναγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων και η λήψη των αναγκαίων αποφάσεων.

Σύμφωνα με τον εισηγητή του θέματος, η διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής στη δημοτική εκπαίδευση πρέπει να γίνεται με τρόπο που να προάγει τη σωματική ανάπτυξη των παιδιών. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχει αλλάξει τη ζωή μας και έχει δημιουργήσει συνθήκες που οδηγούν την κοινωνία και τους νέους σε σωματική αδράνεια, άγχος και κακές διαιτητικές συνήθειες. Τα παιδιά δεν έχουν ουσιαστικά αρκετό ελεύθερο χρόνο για άσκηση, λόγω του ότι διαθέτουν πολύ χρόνο σε διάφορα προγράμματα της τηλεόρασης, ηλεκτρονικά παιχνίδια και στα ιδιαίτερα μαθήματα. Εξάλλου, η άσκησή τους περιορίζεται είτε λόγω της διαμονής τους σε διαμερίσματα είτε λόγω έλλειψης κατάλληλων χώρων για το σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, ο εισηγητής του θέματος κάλεσε το αρμόδιο υπουργείο να ενημερώσει την επιτροπή κατά πόσο προγραμματίζει να αναβαθμίσει τη διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να τη συνδέει άμεσα με την υλικοτεχνική υποδομή και ανεξάρτητα από το κόστος τέτοιας αναβάθμισης.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού επισήμανε ότι σκοπός της φυσικής αγωγής στο δημοτικό σχολείο είναι η πολύπλευρη ανάπτυξη των μαθητών (σωματική, πνευματική, συναισθηματική), η βελτίωση και ενίσχυση της υγείας τους και η ομαλή ένταξή τους στο δημοτικό σχολείο. Οι γενικοί στόχοι του μαθήματος είναι οι πιο κάτω:

· Η βελτίωση των φυσιολογικών λειτουργιών του οργανισμού, ιδιαίτερα της αναπνοής και της κυκλοφορίας.

· Η ανάπτυξη της μυϊκής δύναμης και μυϊκής αντοχής.

· Η βελτίωση της ευκινησίας των αρθρώσεων.

· Η καλλιέργεια της νευρομυϊκής συνεργασίας και της μυϊκής συναρμογής.

· Η ανάπτυξη κινητικών δεξιοτήτων και καλύτερης φυσικής κατάστασης.

· Η ανάπτυξη της αγάπης για τον αθλητισμό και η καλλιέργεια του αθλητικού πνεύματος.

· Η καλλιέργεια της αγάπης για τη φύση και η ορθή χρησιμοποίηση των στοιχείων της στην άθληση και στη ζωή.

· Η καλλιέργεια των ψυχικών, ηθικών και κοινωνικών αρετών.

· Η ανάπτυξη των διανθρώπινων σχέσεων μεταξύ μαθητών, δασκάλων, γονιών και των άλλων πολιτών.

· Η καλλιέργεια και η ανάπτυξη της καλαισθησίας και της συναισθηματικής έκφρασης μέσα από τη ρυθμική κίνηση, το χορό και τη μουσική.

Τα θέματα που περιλαμβάνει το αναλυτικό πρόγραμμα είναι γυμναστική, αθλοπαιδιές, αθλητισμός στίβου, χορός και κολύμβηση. Το περιεχόμενο του αναλυτικού προγράμματος ενισχύεται και εμπλουτίζεται με διάφορες αθλητικές δραστηριότητες που οργανώνουν ή/και συμμετέχουν τα σχολεία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις παιδαγωγικές προσεγγίσεις των διάφορων θεμάτων και στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας αποδοχής όλων των παιδιών στα πλαίσια του μαθήματος. Στόχος δεν είναι η εξειδίκευση του παιδιού σε ένα άθλημα και η δημιουργία πρωταθλητή, αλλά η επαφή του παιδιού με μεγάλη ποικιλία δραστηριοτήτων που θα το βοηθήσουν να αγαπήσει την ενασχόληση με τον αθλητισμό.

Τέλος, σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, το μάθημα της φυσικής αγωγής διδάσκεται από δασκάλους εξειδικευμένους με επιπρόσθετο πτυχίο στη φυσική αγωγή, δασκάλους με κάποια εξειδίκευση σπουδών, δασκάλους που ασχολούνται με κάποιο άθλημα και δασκάλους χωρίς καμιά εξειδίκευση. Εξάλλου, για το μάθημα αυτό υπάρχουν δύο θέσεις επιθεωρητών που καλύπτουν όλη την Κύπρο και τέσσερις συντονιστές οι οποίοι απαλλάσσονται από πέντε διδακτικές περιόδους, για να συντονίζουν τις αθλητικές δραστηριότητες της επαρχίας τους.

Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Γυμναστών Κύπρου επισήμαναν στην επιτροπή ότι η φυσική αγωγή, η άσκηση και η άθληση έχουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο και μεγάλη συνεισφορά στη φυσιολογική ανάπτυξη, την προετοιμασία και την ολοκλήρωση των παιδιών και των νέων. Επιπρόσθετα συμβάλλουν στη σωματική και ψυχοπνευματική υγεία του παιδιού και τεκμηριωμένα προάγουν τη μάθηση, αυξάνουν τη δυνατότητα απόκτησης δεξιοτήτων, αναπτύσσουν τον αυτοέλεγχο και την αυτοπεποίθηση, διαμορφώνουν στάση για θετική αντίκριση των φυσικών δραστηριοτήτων στη ζωή τους, δημιουργούν φυσικές αντιστάσεις σε χρόνιες ασθένειες και παθήσεις. Η σωματική, συναισθηματική και πνευματική καλλιέργεια συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ολοκληρωμένης προσωπικότητας του παιδιού. Γι’ αυτό, οι νέοι μας θα πρέπει στην ηλικία κατά την οποία αναπτύσσονται να δεχθούν αυτή την πολύπλευρη και σημαντική επίδραση μέσα από τη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό και να εξελιχθούν σε υγιή, δραστήρια, κοινωνικά και παραγωγικά άτομα.

Όπως υποστηρίχθηκε από τους ίδιους εκπροσώπους, τέτοιας μορφής εκπαίδευση μπορεί να προσφερθεί μόνο από εξειδικευμένα άτομα που κατέχουν την επιστήμη της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού και τέτοια άτομα, κατά την άποψή τους, είναι μόνο οι γυμναστές. Γι’ αυτούς τους λόγους, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους εκπροσώπους, το μάθημα της φυσικής αγωγής θα πρέπει να διδάσκεται και στη δημοτική εκπαίδευση από πτυχιούχους γυμναστές.

Οι εκπρόσωποι του Παγκύπριου Συνδέσμου Πτυχιούχων Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού υποστήριξαν ότι με σωστή και συστηματική καθοδήγηση η φυσική αγωγή αποτελεί ουσιαστική κοινωνική επένδυση, γιατί βελτιώνει την ποιότητα ζωής, συμβάλλει στην πρόληψη εκφυλιστικών τάσεων, στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, στη βελτίωση του βιολογικού επιπέδου, στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και στην ψυχαγωγία των παιδιών. Η χρησιμότητα της άσκησης-άθλησης μέσω της φυσικής αγωγής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, από τη νηπιακή ηλικία μέχρι τα βαθιά γεράματα, αναγνωρίζεται από όλο τον αναπτυγμένο κόσμο. Γι’ αυτό, θα πρέπει να προωθηθεί τάχιστα η αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου του μαθήματος της φυσικής αγωγής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Σύμφωνα πάντα με τους ίδιους εκπροσώπους, βασικός σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε να εξελιχθούν κατά το δυνατό σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και ευτυχισμένους ανθρώπους. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι επαναλαμβανόμενες διακηρύξεις της ΟΥΝΕΣΚΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Μανιφέστο του 1995 αναφέρει συγκεκριμένα: «Το σχολείο έχει την πολύ σημαντική ευθύνη να παρέχει καλή σωματική δραστηριότητα και άθληση, ώστε να εξασφαλίζεται μια υγιής ισορροπία μεταξύ σωματικών και διανοητικών δραστηριοτήτων».

Όπως υποστηρίχθηκε από τους πιο πάνω εκπροσώπους, το μάθημα της φυσικής αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση έχει υποβαθμιστεί σημαντικά. Η διδασκαλία του μαθήματος γίνεται από δασκάλους οι οποίοι δεν είναι εξειδικευμένοι και συνεπώς δεν έχουν επαρκείς γνώσεις και την απαραίτητη αγάπη για τη φυσική αγωγή, με επακόλουθο τα γνωστά αρνητικά αποτελέσματα σε σχέση με την παχυσαρκία των παιδιών μας. Σύμφωνα με επισήμανση των ιδίων, οι δάσκαλοι που αποφοιτούν από τα πανεπιστήμια της Ελλάδας δεν έχουν καμιά σχέση με τη φυσική αγωγή, για το λόγο ότι από το 1993 στην Ελλάδα το μάθημα αυτό διδάσκεται από γυμναστές με άριστα αποτελέσματα, όπως έχει διαπιστώσει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Ελλάδας το οποίο αξιολόγησε το θεσμό.

Συνεπώς, όπως κατέληξαν οι εκπρόσωποι αυτοί, είναι ανάγκη να επενεχθούν σοβαρές αλλαγές στο μάθημα της φυσικής αγωγής. Η διδασκαλία του μαθήματος πρέπει να ανατεθεί σε κατάλληλα εκπαιδευμένους ειδικούς, που θα έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τη φυσική αγωγή ως μέσο ανάπτυξης και καλλιέργειας των παιδιών. Οι πτυχιούχοι της φυσικής αγωγής με πανεπιστημιακές σπουδές είναι, κατά την άποψή τους, οι μόνοι εκπαιδευτικοί που έχουν τη δυνατότητα να θέσουν γερές βάσεις για την εδραίωση της ψυχοσωματικής υγείας των παιδιών.

Οι εκπρόσωποι της εκπαιδευτικής οργάνωσης ΠΟΕΔ εξέφρασαν τη δυσφορία της οργάνωσής τους για το γεγονός ότι η επιτροπή επιμένει στην αυτεπάγγελτη εξέταση του θέματος αυτού, υποστηρίζοντας ότι η εκπαιδευτική διάσταση του σοβαρότατου αυτού θέματος θα έπρεπε προηγουμένως να αποτελέσει αντικείμενο σε βάθος μελέτης από ειδικούς, κατά την οποία να εξεταστούν όλες οι διαστάσεις που αυτό παρουσιάζει. Κατά την άποψή τους, η προσφυγή σε ορισμένα μόνο στοιχεία που προβάλλονται από ομάδες πίεσης οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα και είναι δυνατό να δημιουργήσει προβλήματα που να αποδειχθούν ανυπέρβλητα για την ομαλή λειτουργία των σχολείων.

Αναφορικά με την ουσία του θέματος, οι πιο πάνω εκπρόσωποι επανέλαβαν τις θέσεις της οργάνωσής τους, οι οποίες είχαν εκφραστεί και κατά τη μελέτη του ίδιου θέματος στο παρελθόν και οι οποίες συνοψίζονται στα ακόλουθα:

· Αποτελεί διακηρυγμένη πολιτική του αρμόδιου υπουργείου, την οποία ασπάζεται ανεπιφύλακτα και η οργάνωση, ότι ο πολυδύναμος δάσκαλος αποτελεί το μοναδικό και αδιαμφισβήτητο φορέα του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι στο επίπεδο της δημοτικής εκπαίδευσης, όπου η διαθεματική προσέγγιση, σε αντίθεση με τη θεματική που εκφράζεται σε άλλα επίπεδα της εκπαίδευσης, υιοθετείται γενικά από την παιδαγωγική επιστήμη.

· Έχοντας υπόψη την πιο πάνω φιλοσοφία αλλά και το γεγονός ότι ανάλογη αντιμετώπιση του θέματος εφαρμόζεται γενικά σε όλες τις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, η ΠΟΕΔ είχε υποστηρίξει και παλαιότερα ότι τα ειδικά θέματα στο δημοτικό σχολείο μπορούν και πρέπει να διδάσκονται από παιδαγωγικά καταρτισμένους εκπαιδευτικούς που να εξειδικεύονται στο αντίστοιχο θέμα. Η θέση αυτή υιοθετήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και την τότε Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, ενώ εφαρμόζεται και σήμερα από το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κύπρου. Παράλληλα, έχουν προωθηθεί διαδικασίες για τη μετεκπαίδευση δασκάλων που ασχολούνται με τα ειδικά θέματα και ιδιαίτερα με εκείνο της σωματικής αγωγής.

· Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι δάσκαλοι με ειδίκευση έχουν φέρει γενικά καλύτερα αποτελέσματα από ό,τι άλλοι πτυχιούχοι ειδικοτήτων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί που είναι καταρτισμένοι παιδαγωγικά, παράλληλα με την ειδικότητα που τυχόν κατέχουν, είναι πιο ευέλικτοι σε μεθόδους και βρίσκονται πιο κοντά στην ψυχολογία του παιδιού ηλικίας του δημοτικού σχολείου.

· Σε ό,τι αφορά τις διάφορες έρευνες που, όπως υποστηρίζεται, καταδεικνύουν ότι η φυσική κατάσταση των παιδιών έχει αλλάξει προς το χειρότερο, η ΠΟΕΔ διατηρεί επιφυλάξεις για την εγκυρότητα και την αξιοπιστία τους. Γι’ αυτό η οργάνωση πιστεύει ότι θα πρέπει να διεξαχθεί σχετική επιστημονική έρευνα από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού για όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, τα αποτελέσματα της οποίας να απασχολήσουν για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων και τη λήψη εκείνων των μέτρων που θα βοηθήσουν την εκπαίδευσή μας.

Επιπρόσθετα, με μεταγενέστερο υπόμνημά τους, οι εκπρόσωποι της ΠΟΕΔ επισημαίνουν ότι, ύστερα από σχετικές συζητήσεις, προκύπτει πως η επιστημονική κοινότητα υποστηρίζει τη διδασκαλία των ειδικών μαθημάτων στο δημοτικό σχολείο από παιδαγωγικά καταρτισμένους δασκάλους, εξειδικευμένους στο ειδικό θέμα που θα διδάξουν. Στο επίπεδο του δημοτικού σχολείου, όπως εμφαντικά τονίζεται στο υπό αναφορά υπόμνημα, κανένας μη παιδαγωγικά καταρτισμένος δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να ασχολείται με τη διδασκαλία οποιουδήποτε θέματος. Τα τυχόν προβλήματα που σχετίζονται με τη διδασκαλία των ειδικών μαθημάτων στα δημοτικά σχολεία δεν οφείλονται απαραίτητα και κατά πρώτο λόγο σ’ αυτούς που διδάσκουν το μάθημα αλλά κυρίως στην έλλειψη υποδομής.

Υπό το φως της πιο πάνω ενημέρωσής της και στη βάση της καταρχήν κοινής διαπίστωσης των μελών της αναφορικά με την ανάγκη διδασκαλίας του εν λόγω μαθήματος από εξειδικευμένο στον τομέα αυτό προσωπικό, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας έκρινε σκόπιμο να ενημερωθεί στη συνέχεια και για τις επιμέρους πτυχές του όλου θέματος. Γι’ αυτό ζήτησε και πήρε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού λεπτομερή στοιχεία αναφορικά με το αριθμητικά αναγκαίο διδακτικό προσωπικό για τη διδασκαλία του μαθήματος, καθώς και τα προσόντα που διαθέτει το υφιστάμενο προσωπικό. Επίσης ζητήθηκε από το υπουργείο να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων αναγκών και ιδιαίτερα ζητήθηκε η θέση του αφενός για τη δυνατότητα προώθησης εξειδίκευσης υφιστάμενου προσωπικού και αφετέρου για τη δυνατότητα αξιοποίησης ενδιαφερόμενων εξειδικευμένων εκπαιδευτικών πέραν του υφιστάμενου προσωπικού.

Σύμφωνα με τα υπό αναφορά στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, για τη διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής στη δημοτική εκπαίδευση απαιτούνται συνολικά διακόσιοι δάσκαλοι (200), εκατό (100) σε κάθε κύκλο [πρώτο (ΚΑ) και δεύτερο (ΚΒ)]. Από αυτούς οι τριάντα πέντε (35) δάσκαλοι είναι εξειδικευμένοι με επιπρόσθετο πτυχίο στη φυσική αγωγή, οι εξήντα πέντε (65) δάσκαλοι είναι εξειδικευμένοι με ειδίκευση σπουδών στην πρώην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, οι πενήντα (50) δάσκαλοι δεν έχουν εξειδικευμένες σπουδές, αλλά ασχολούνται με κάποιο άθλημα και οι πενήντα (50) δάσκαλοι δεν έχουν καμιά εξειδίκευση.

Αναφορικά με την εξειδίκευση υφιστάμενου προσωπικού στο άμεσο μέλλον, το υπουργείο εκτιμά ότι υπάρχουν πάρα πολλοί δάσκαλοι και ιδιαίτερα νεαροί που θα ήθελαν να αποκτήσουν τέτοια εξειδίκευση. Ωστόσο, για να δοθεί απάντηση σχετικά με τον ακριβή αριθμό, θα πρέπει να διεξαχθεί σχετική έρευνα. Σε σχέση όμως με το θέμα της εξειδίκευσης εγείρονται σημαντικά ερωτήματα για το πού και πώς μπορεί να γίνει τέτοια εξειδίκευση, καθώς και για το ποιος θα αναλάβει την πρωτοβουλία και το κόστος, ερωτήματα στα οποία το υπουργείο δηλώνει ότι δεν είναι έτοιμο να απαντήσει.

Η επιτροπή στο σημείο αυτό κρίνει σκόπιμο να παραθέσει πιο κάτω συνοπτικά τη θέση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού πάνω στο όλο θέμα, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιόν της προφορικά και γραπτά:

· Παρά το γεγονός ότι δεν είναι δεκτό ότι υπάρχει πρόβλημα στη διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής στη δημοτική εκπαίδευση, η θέση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για το θέμα της εισαγωγής ειδικοτήτων στη δημοτική εκπαίδευση (μουσική, φυσική αγωγή, τέχνη) παραμένει η ίδια όπως διαμορφώθηκε από το 1996.

· Συγκεκριμένα το υπουργείο ευνοεί τη διδασκαλία των πιο πάνω ειδικών θεμάτων από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδιαίτερα στο δεύτερο κύκλο. Με τον όρο “εξειδικευμένο προσωπικό” το υπουργείο δεν εννοεί μόνο τους γυμναστές αλλά και τους εξειδικευμένους στο κάθε θέμα δασκάλους. Η πρακτική αυτή εφαρμόζεται και στο ολοήμερο σχολείο.

· Η διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής στις τάξεις Δ΄, Ε΄ και Στ΄ (συμπεριλαμβανομένων και των μονοθέσιων/διθέσιων σχολείων, καθώς και των ελεύθερων δραστηριοτήτων) καλύπτεται από το υφιστάμενο εξειδικευμένο προσωπικό. Όσον αφορά τις τάξεις Α΄, Β΄ και Γ΄ είναι από όλους αποδεκτό ότι το μάθημα της φυσικής αγωγής, όπως και τα υπόλοιπα μαθήματα, πρέπει να γίνεται από τον πολυδύναμο δάσκαλο, που βέβαια πρέπει να επιμορφώνεται.

· Από μέρους του υπουργείου σημειώνεται τέλος ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει ενιαία πολιτική στο θέμα αυτό. Στις πιο πολλές χώρες της Ευρώπης το μάθημα της φυσικής αγωγής διδάσκεται από πολυδύναμους εξειδικευμένους δασκάλους.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας, με βάση τη διεξοδική ενημέρωσή της γύρω από το όλο θέμα, συμμερίζεται την άποψη ότι η διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής στη δημοτική εκπαίδευση στον πρώτο και δεύτερο κύκλο πρέπει να αναβαθμιστεί. Η αναβάθμιση αυτή, πέρα από την εξασφάλιση και βελτίωση της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, θα πρέπει να επιδιωχθεί κυρίως με την ανάθεση της διδασκαλίας του μαθήματος σε εξειδικευμένο και προσοντούχο στον τομέα αυτό εκπαιδευτικό προσωπικό. Η επιτροπή εκτιμά ότι, με τη διδασκαλία του μαθήματος από εκπαιδευτικούς που διαθέτουν ταυτόχρονα την κατάλληλη γνώση και διδακτική ικανότητα, θα αξιοποιηθούν κατά το δυνατό καλύτερα τα ερεθίσματα και οι ευκαιρίες που το μάθημα αυτό προσφέρει προς όφελος των παιδιών. Εκφράζοντας την άποψη αυτή, η επιτροπή διευκρινίζει ότι υποστηρίζει τον πολυδύναμο δάσκαλο σε όλο το φάσμα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ως προς τη διδασκαλία του γενικού κορμού μαθημάτων τα οποία δεν προϋποθέτουν τεχνική ή επιστημονική εξειδίκευση στη διδασκαλία τους.

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής προκύπτει ότι από το συνολικό αριθμό των διακοσίων δασκάλων που σήμερα διδάσκουν το μάθημα της φυσικής αγωγής μόνο οι μισές ανάγκες καλύπτονται από δασκάλους οι οποίοι είτε είναι εξειδικευμένοι με επιπρόσθετο πτυχίο είτε έχουν κάποια εξειδίκευση σπουδών. Οι υπόλοιπες ανάγκες καλύπτονται από δασκάλους με ανεπαρκή εξειδίκευση ή από δασκάλους που δεν έχουν καθόλου εξειδίκευση.

Συνεπώς, η επιτροπή, δεδομένης της καταρχήν άποψής της ότι το μάθημα πρέπει να διδάσκεται και στους δύο κύκλους από εξειδικευμένο και παιδαγωγικά καταρτισμένο προσωπικό, καλεί το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού να ενεργήσει προς την κατεύθυνση αυτή. Η επιτροπή αντικρίζει θετικά το ενδεχόμενο της εξειδίκευσης του υφιστάμενου προσωπικού, ωστόσο πιστεύει ότι το ενδεχόμενο αυτό δε θα πρέπει να εμποδίσει ή και να καθυστερήσει για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα την κάλυψη όλων των αναγκών από εξειδικευμένο προσωπικό.

Ως εκ τούτου, η επιτροπή αναμένει ότι το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, σε συνεργασία με τους άλλους εμπλεκόμενους φορείς, θα μελετήσει σφαιρικά το θέμα και θα προγραμματίσει τάχιστα την υλοποίηση της θέσης πολιτικής που εισηγείται η επιτροπή. Συνακόλουθα, η επιτροπή αναμένει ότι το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού θα προωθήσει αμέσως την ετοιμασία ειδικών σχεδίων υπηρεσίας για τη διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής, έτσι ώστε το μάθημα αυτό να διδάσκεται από εκπαιδευτικούς οι οποίοι θα είναι κάτοχοι των εξειδικευμένων προς τούτο επιστημονικών προσόντων.

Παράλληλα, η επιτροπή καλεί το Πανεπιστήμιο Κύπρου, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, να μελετήσει και να προγραμματίσει τη δυνατότητα εξειδίκευσης των μελλοντικών δασκάλων στον τομέα της φυσικής αγωγής, έτσι ώστε στο μέλλον οι υποψήφιοι δάσκαλοι να έχουν τη δυνατότητα να αποκτούν τα εξειδικευμένα προσόντα κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.

Τέλος, η επιτροπή πιστεύει ότι καθ’ όλη τη θεώρηση του θέματος δεν πρέπει από κανένα εμπλεκόμενο μέρος να δοθεί σ’ αυτά συνδικαλιστική χροιά ή άλλη σκοπιμότητα, γι’ αυτό καλεί όλους να αντικρίσουν το θέμα από την καθαρά εκπαιδευτική του πτυχή και προς το συμφέρον των μαθητών της δημοτικής εκπαίδευσης.

1η Ιουλίου 2002

 
     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων