Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Κυπριακού Οργανισμού Τυποποίησης και Διαπίστευσης Νόμος του 2001»

Παρόντες:

Τάσσος Παπαδόπουλος, πρόεδρος  

Δημήτρης Συλλούρης

Νίκος Κλεάνθους

Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Ανδρέας Χρίστου

Χρίστος Κληρίδης

Ελένη Μαύρου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε αριθμό συνεδριών της που πραγματοποιήθηκαν από τις 14 Ιανουαρίου μέχρι και τις 8 Ιουλίου 2002. Στις συνεδρίες της επιτροπής κλήθηκε και παρευρέθηκε ο επικεφαλής της διαπραγματευτικής αντιπροσωπίας για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση κ. Γιώργος Βασιλείου, καθώς και εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και των αρμόδιων κυβερνητικών υπηρεσιών.

Το πιο πάνω νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή από το Υπουργείο Εξωτερικών και παραπέμφθηκε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, στα πλαίσια της διαδικασίας που έχει υιοθετηθεί για την ταχύτερη διεκπεραίωση της εξέτασης νομοσχεδίων που σχετίζονται με την εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό κεκτημένο.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου που εμπίπτουν στα πλαίσια του κεφαλαίου της Ελεύθερης Διακίνησης Αγαθών.

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο, όπως αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή υλοποιεί την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αναφορικά με τη μεταφορά της αρμοδιότητας της πιστοποίησης από τον Κυπριακό Οργανισμό Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητας (ΚΟΠΕΠ) σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μόνο μέτοχο το κράτος, η οποία θα αναλάβει τη δραστηριότητα της πιστοποίησης προϊόντων και συστημάτων ποιότητας.

Λόγω του ότι για την υλοποίηση της πιο πάνω απόφασης απαιτείτο εκτενής τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας, κρίθηκε σκόπιμη η σύνταξη νέου νόμου βάσει του οποίου καταργούνται οι περί Κυπριακών Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητας Νόμοι του 1975 έως 1996 [Ν. 68/75, 6/77, 16/83 και 24(Ι)/96] και καθιδρύεται νέος οργανισμός με την ονομασία “Κυπριακός Οργανισμός Τυποποίησης και Διαπίστευσης”.

Ο νέος οργανισμός θα αποτελεί συνέχεια του καταργούμενου οργανισμού και θα λειτουργεί όπως ο καταργούμενος οργανισμός, δηλαδή:

  1. Θα διοικείται και θα ενεργεί μέσω διοικητικού συμβουλίου, αποτελούμενου από δεκατρία μέλη,
  2. Θα έχει διευθυντή, ο οποίος θα είναι ανώτερος λειτουργός του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού,
  3. Τα έσοδα και έξοδά του θα ενεργούνται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας,
  4. Θα παρέχονται από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού διευκολύνσεις και προσωπικό με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού.

Το διοικητικό συμβούλιο του ιδρυόμενου οργανισμού, σε αντίθεση με το συμβούλιο του καταργούμενου οργανισμού, θα μπορεί να διαχειρίζεται το εγκεκριμένο σκέλος του προϋπολογισμού του οργανισμού, να εκμισθώνει εξωτερικούς συνεργάτες και να υποβάλλει εισηγήσεις για τη στελέχωση του οργανισμού. Σκοπός των εν λόγω εξουσιών είναι η διασφάλιση, έστω εν μέρει, της ανεξαρτησίας του οργανισμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από την εκτελεστική εξουσία, η τυποποίηση και η πληροφόρηση είναι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, απαραίτητες υποδομές για την προστασία της υγείας και ασφάλειας οποιουδήποτε προσώπου και την ελεύθερη διακίνηση αγαθών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να κηρύσσουν ως εθνικά πρότυπα τα πρότυπα που έχουν υιοθετήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους οργανισμούς τυποποίησης άλλων κρατών μελών για τα πρότυπα που έχουν κηρύξει ή πρόκειται να κηρύξουν ως εθνικά πρότυπα.

Ιστορικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ΚΟΠΕΠ λειτουργεί από το1975 με βάση τους περί Κυπριακού Οργανισμού Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητας Νόμους του 1975 έως 1996. Οι βασικές αρμοδιότητες του οργανισμού είναι η ετοιμασία και έγκριση των εθνικών προτύπων της Κύπρου και η πιστοποίηση προϊόντων και συστημάτων ποιότητας. Ο οργανισμός ενεργεί μέσω διοικητικού συμβουλίου, το οποίο διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Κυπριακού Οργανισμού Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητας Νόμου, ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού έχει την ευθύνη να παρέχει στον οργανισμό το προσωπικό και άλλες διευκολύνσεις. Με βάση αυτή την πρόνοια, ο οργανισμός εξυπηρετείται από λειτουργούς του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού που διορίζονται από τον υπουργό ως λειτουργοί και επιθεωρητές του ΚΟΠΕΠ και χρηματοδοτείται από κονδύλια του προϋπολογισμού του υπουργείου. Με βάση το ίδιο άρθρο, το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει διευθυντή του οργανισμού, ο οποίος επίσης κατέχει οργανική θέση στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού.

Το Δεκέμβριο του 1999 κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Κυπριακών Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητας Νόμος», σύμφωνα με το οποίο ο ΚΟΠΕΠ θα αποκτούσε δικό του προσωπικό και προϋπολογισμό και θα είχε τις δραστηριότητες της τυποποίησης, της πιστοποίησης, της διαπίστευσης και της πληροφόρησης για πρότυπα και τεχνικούς κανονισμούς. Ωστόσο, μετά από τη συζήτηση του θέματος στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Εμπορίου και Βιομηχανίας και στη συνέχεια στην ολομέλεια του σώματος, η πλειοψηφία των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων απέρριψε τον Απρίλιο του 2000 το νομοσχέδιο και εισηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία, αντί για το προτεινόμενο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου με τις συνεπαγόμενες κατά την άποψη της πλειοψηφίας οικονομικές επιβαρύνσεις για το κράτος, να δημιουργηθεί μετοχική εταιρεία, για να αναλάβει τις δραστηριότητες της πιστοποίησης και διαπίστευσης.

Η εκτελεστική εξουσία τον Αύγουστο του 2000 προχώρησε, με την προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 52.302, στη σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με μόνο μέτοχο το κράτος, για να αναλάβει τη δραστηριότητα της πιστοποίησης προϊόντων και συστημάτων ποιότητας. Στο τέλος του Νοεμβρίου του 2001 η κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή το υπό συζήτηση νομοσχέδιο με το οποίο ανατίθεται στον ΚΟΠΕΠ η αρμοδιότητα της διαπίστευσης και πληροφόρησης, παράλληλα με την αρμοδιότητα της τυποποίησης, την οποία ήδη έχει.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, εξετάζοντας το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, διαπίστωσε ότι αυτό δεν είναι προσαρμοσμένο στην απόφαση της πλειοψηφίας των μελών των επιτροπών και της Βουλής, με βάση την οποία είχε απορριφθεί το αρχικό νομοσχέδιο, γι’ αυτό και ζήτησε από τη Νομική Υπηρεσία να αναδιαμορφώσει το κείμενο, ώστε να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες της πλειοψηφίας των μελών της.

Ειδικότερα, στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, όπως αναθεωρήθηκε σύμφωνα με την πιο πάνω θέση της πλειοψηφίας, έχει περιληφθεί νέα πρόνοια που το διαφοροποιεί ουσιαστικά από το αρχικό, με βάση την οποία οι εξουσίες και αρμοδιότητες που αφορούν τη δραστηριότητα της τυποποίησης και τη διαδικασία της πληροφόρησης στον τομέα της τυποποίησης ανήκουν στην Κυπριακή Εταιρεία Τυποποίησης η οποία συστάθηκε βάσει του περί Εταιρειών Νόμου στις 22 Μαΐου 2002 και μπορούν να ασκούνται από τον οργανισμό μόνο σε περίπτωση που αυτές ανατεθούν στον οργανισμό από την εν λόγω εταιρεία. Η νεοϊδρυθείσα εταιρεία έχει επίσης τη δυνατότητα να τερματίσει οποτεδήποτε με απόφασή της την ανάθεση στον οργανισμό των δραστηριοτήτων της τυποποίησης και της πληροφόρησης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων υιοθετεί κατά πλειοψηφία τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, όπως έχει τελικά διαμορφωθεί με βάση τα πιο πάνω, γι’ αυτό και εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Τυποποίησης, Διαπίστευσης και Τεχνικής Πληροφόρησης Νόμος του 2002».

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις διαφωνούν με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, όπως έχει τελικά διαμορφωθεί από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι όλες οι προβλεπόμενες στο νόμο δραστηριότητες θα έπρεπε να ασκούνται από ένα νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, όπως προβλεπόταν στο πρώτο νομοσχέδιο του 1999, το οποίο η κοινοβουλευτική ομάδα του ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις είχε τότε υποστηρίξει. Οι εν λόγω βουλευτές διαφωνούν περαιτέρω με τη σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και κυρίως με την ανάθεση σ’ αυτήν και άλλων δραστηριοτήτων πλην της πιστοποίησης, δηλώνοντας ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο στη μορφή που αρχικά κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία και πριν να τροποποιηθεί με βάση τις θέσεις της πλειοψηφίας των μελών της επιτροπής ήταν πλησιέστερο προς τη θέση αρχής την οποία η ομάδα τους υποστήριξε σε όλα τα στάδια της συζήτησης του θέματος. Οι εν λόγω βουλευτές επιφυλάχθηκαν περαιτέρω να εκφράσουν τις απόψεις τους στην ολομέλεια του σώματος κατά τη συζήτηση του όλου θέματος, όπου και προτίθενται να υποβάλουν σχετική τροπολογία.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής των Ενωμένων Δημοκρατών κ. Ανδρούλα Βασιλείου διαφωνεί επίσης με τη θέση της πλειοψηφίας των μελών της επιτροπής και τάσσεται υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου όπως αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή.

10 Ιουλίου 2002

 
     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων