Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμος του 2002»

Παρόντες:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού:  

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων:

 

 

Μάρκος Κυπριανού, πρόεδρος

Τάσσος Παπαδόπουλος, πρόεδρος

Άριστος Χρυσοστόμου

Ανδρέας Χρίστου

Γιώργος Λιλλήκας

Σταύρος Ευαγόρου

Σταύρος Ευαγόρου

Ελένη Μαύρου

Σωτηρούλα Χαραλάμπους

Δημήτρης Συλλούρης

Γιάννος Λαμάρης

Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Πρόδρομος Προδρόμου

Γιαννάκης Ομήρου

Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Ανδρούλα Βασιλείου

Μαρία Κυριακού

Δώρος Θεοδώρου

 

Το πιο πάνω νομοσχέδιο, παρ’ όλο που κατατέθηκε στη Βουλή από το Υπουργείο Εξωτερικών με στόχο να παραπεμφθεί στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, στα πλαίσια της διαδικασίας που έχει υιοθετηθεί για την ταχύτερη διεκπεραίωση της εξέτασης νομοσχεδίων που σχετίζονται με την εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό κεκτημένο, στο στάδιο της κατάθεσής του στη Βουλή κρίθηκε σκόπιμο να παραπεμφθεί τόσο ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων όσο και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, ως της καθ’ ύλην αρμόδιας επιτροπής.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η πλήρης εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό κεκτημένο και ειδικότερα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (οικονομική και νομισματική πολιτική) και το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.

Ειδικότερα, με τον προτεινόμενο νόμο διασφαλίζεται η πλήρης ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Με το παρόν νομοσχέδιο διασφαλίζονται όλες οι πτυχές της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, όπως προβλέπονται στο σχετικό κοινοτικό κεκτημένο, οι οποίες αφορούν τη θεσμική ανεξαρτησία και την οικονομική ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και την προσωπική ανεξαρτησία των οργάνων της. Επιπλέον, με το παρόν νομοσχέδιο διασφαλίζεται η εναρμόνιση με το σχετικό κοινοτικό κεκτημένο σε σχέση με τον πρωταρχικό σκοπό της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, δηλαδή τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών.

Πέραν των διατάξεων που απαιτούνται για τη διασφάλιση της πλήρους ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο, στο παρόν νομοσχέδιο ενσωματώνεται μεγάλο μέρος της υφιστάμενης νομοθεσίας που αφορά την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία δεν αντίκειται στο κοινοτικό κεκτημένο.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, για να καταστεί δυνατός ο εκσυγχρονισμός, καθώς και η εναρμόνιση της νομοθεσίας που προτείνεται για την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με το κοινοτικό κεκτημένο, κρίθηκε αναγκαίο να τροποποιηθούν ανάλογα τα άρθρα του συντάγματος που αφορούν την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, γι’ αυτό και κατατέθηκε, παράλληλα με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, νομοσχέδιο για την τροποποίηση του συντάγματος, το οποίο έχει στο μεταξύ ψηφιστεί και τεθεί σε εφαρμογή από τις 5 Ιουλίου 2002.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το υπό συζήτηση νομοσχέδιο σε αρκετές συνεδρίες της από το Μάιο μέχρι και τον Ιούλιο του 2002. Στα πλαίσια των συνεδριών της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, εκπρόσωποι του Γραφείου του Επικεφαλής της Διαπραγματευτικής Αντιπροσωπίας για την Ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχεδίου από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, η επιτροπή αποφάσισε να εισηγηθεί ορισμένες τροποποιήσεις στο νομοσχέδιο, οι κυριότερες από τις οποίες είναι οι ακόλουθες:

1. Η θητεία των μελών της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής να μπορεί να ανανεωθεί για μια φορά μόνο. Η δήλωση συμφέροντος των μελών της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής σε χρηματοοικονομικό οργανισμό να γίνεται για μια φορά στην αρχή της ανάληψης των καθηκόντων τους και μια φορά για κάθε έτος που ακολουθεί.

2. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας, πέρα από την αναγνωρισμένη οικονομική και επιχειρηματική πείρα, να έχουν διαζευκτικά το προσόν της επιστημονικής κατάρτισης.

3. Να επεκταθεί από ένα έτος σε δύο έτη η προβλεπόμενη προθεσμία μετά την πάροδο της οποίας ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας θα μπορούν, χωρίς έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, να αναλάβουν οποιαδήποτε θέση ή να αποδεχτούν συμφέρον σε τραπεζικό ή χρηματοοικονομικό ίδρυμα που λειτουργεί στη Δημοκρατία ή ελέγχεται από οργανισμό που λειτουργεί στη Δημοκρατία και τελεί υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας ή να αποδεχτούν οποιαδήποτε αντιμισθία από τον τερματισμό του διορισμού τους. Επίσης, να διαγραφεί η πρόνοια για την προαπαιτούμενη έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου για την ανάληψη της πιο πάνω θέσης.

4. Ο ετήσιος προϋπολογισμός της Κεντρικής Τράπεζας να κοινοποιείται στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

5. Σε σχέση με το θέμα της διαχείρισης του δημόσιου χρέους, για τη ρύθμιση του οποίου υπήρξε διαφωνία μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργού Οικονομικών, η επιτροπή αποφάσισε να υιοθετήσει την εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα διαβούλευσης μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και της Κεντρικής Τράπεζας. Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, η διαχείριση δημόσιου χρέους γίνεται από την Κεντρική Τράπεζα. Με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο ο διαχειριστής του δημόσιου χρέους, περιλαμβανομένης και της έκδοσης αξιογράφων της κυβέρνησης, είναι η Κεντρική Τράπεζα, μόνο αν αυτό της ανατεθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. Στην ίδια διάταξη προβλέπεται ότι η διαχείριση γίνεται μέσα στα πλαίσια γενικών διευθετήσεων μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργού Οικονομικών.

Με τη νέα διατύπωση που εισηγείται η επιτροπή, η Κεντρική Τράπεζα είναι ο διαχειριστής του δημόσιου χρέους, περιλαμβανομένης και της έκδοσης αξιογράφων της κυβέρνησης, εκτός αν το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίσει άλλως πως. Προκειμένου όμως να αφαιρεθούν από την Κεντρική Τράπεζα τα καθήκοντα διαχείρισης του δημόσιου χρέους, το Υπουργικό Συμβούλιο οφείλει να προειδοποιήσει την Κεντρική Τράπεζα είκοσι τέσσερις μήνες πριν από την υλοποίηση της σχετικής απόφασής του.

6. Σε σχέση με το θέμα του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία διενεργείται από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, υπήρξε εισήγηση από τη Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας να παραμείνει η διευθέτηση αυτή, αντί για την προτεινόμενη ρύθμιση, με βάση την οποία οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Κεντρικής Τράπεζας ελέγχονται από εγκεκριμένους ανεξάρτητους ελεγκτές, οι οποίοι διορίζονται από το συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας κατόπιν συνεννοήσεως με τον Υπουργό Οικονομικών. Η επιτροπή αποδέχτηκε την εισήγηση της Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας ως προς την ουσία της, θεώρησε όμως ορθό να τη θέσει ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, για να διερευνήσει κατά πόσο αυτή συνάδει με τις ειδικές πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υιοθετώντας τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, αφού διαμορφωθεί με βάση τις πιο πάνω θέσεις της και με την επιφύλαξη για το προαναφερθέν θέμα σε σχέση με τον έλεγχο των λογαριασμών της Κεντρικής Τράπεζας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων μελέτησε το εν λόγω νομοσχέδιο στη συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε την 1η Ιουλίου 2002. Στη συνεδρία αυτή κλήθηκε και παρευρέθηκε ο επικεφαλής της διαπραγματευτικής αντιπροσωπίας για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση κ. Γιώργος Βασιλείου, καθώς και εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και των αρμόδιων κυβερνητικών υπηρεσιών.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αφού μελέτησε το υπό συζήτηση νομοσχέδιο και έλαβε υπόψη τις εισηγήσεις και τις προτεινόμενες από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού τροποποιήσεις, συμφωνεί επίσης με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου, καθώς και με τις εισηγήσεις της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού.

Σε σχέση με το θέμα του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της Κεντρικής Τράπεζας η επιτροπή το συζήτησε με τους εκπροσώπους της Κεντρικής Τράπεζας και τους εκπροσώπους της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και έλαβε υπόψη τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου αναφορικά με το θέμα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, η επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να εισηγηθεί τη διατήρηση του νομοσχεδίου όπως προτείνεται, έχοντας όμως λάβει προηγουμένως τη διαβεβαίωση των εκπροσώπων της Κεντρικής Τράπεζας και της εκτελεστικής εξουσίας ότι στην πράξη θα ορίζεται ως ελεγκτής της Κεντρικής Τράπεζας ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας και μόνο σε περίπτωση που θα υπάρξει αντίθετη άποψη από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ορίζεται άλλος εγκεκριμένος ανεξάρτητος ελεγκτής.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω και αφού το υπό συζήτηση νομοσχέδιο διαμορφώθηκε με βάση τις πιο πάνω θέσεις των δύο επιτροπών, οι επιτροπές εισηγούνται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο. Σημειώνεται ότι ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού καθορίζεται αναδρομικά η 5η Ιουλίου 2002, ημερομηνία κατά την οποία έχει τεθεί σε εφαρμογή και η σχετική τροποποίηση του συντάγματος, όπως έχει ήδη αναφερθεί.

10 Ιουλίου 2002

 
     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων