Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμος του 2001»

Παρόντες:

Μάρκος Κυπριανού, πρόεδρος

 

Άριστος Χρυσοστόμου

Σωτηρούλα Χαραλάμπους

Γιώργος Λιλλήκας

Πρόδρομος Προδρόμου

Σταύρος Ευαγόρου

Μαρία Κυριακού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριάσεών της που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα από τις 10 Δεκεμβρίου 2001 μέχρι και τις 3 Ιουλίου 2002. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκε και παρευρέθηκε ο Υπουργός Οικονομικών, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ο πρόεδρος του Συμβουλίου και ο γενικός διευθυντής του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Επενδυτών Χρηματιστηριακών Αξιών (ΠΑΣΕΧΑ), καθώς και εκπρόσωποι του ΚΕΒΕ, της ΟΕΒ, του Συνδέσμου Δημόσιων Εταιρειών Κύπρου, του Συνδέσμου Χρηματιστών Κύπρου και του Συνδέσμου Επενδυτικών Εταιρειών Κύπρου.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θέσπιση νομοθεσίας για τη ρύθμιση του τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών και ειδικότερα της λειτουργίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ). Σκοπείται επίσης η εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της ελεύθερης διακίνησης επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ παράλληλα επιδιώκεται η αναμόρφωση της κυπριακής κεφαλαιαγοράς.

Με τις κυριότερες διατάξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου:

  1. Ρυθμίζεται η λειτουργία των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), δηλαδή των μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (χρηματιστών), των τραπεζών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, καθώς και των υπόλοιπων εταιρειών που θα παίρνουν άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και θα λειτουργούν ως ΕΠΕΥ στον τομέα των χρηματοοικονομικών μέσων.
  2. Καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις εδρεύουσες στην Κυπριακή Δημοκρατία ΕΠΕΥ άδεια λειτουργίας, εκτός από τις τράπεζες, στις οποίες η άδεια θα χορηγείται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της τραπεζικής νομοθεσίας, και ρυθμίζεται ο τρόπος ανάκλησης της εν λόγω άδειας.
  3. Καθορίζονται κανόνες προληπτικής εποπτείας και επαγγελματικής συμπεριφοράς των ΕΠΕΥ και ρυθμίζεται ο τρόπος της εποπτείας τους.
  4. Καθορίζονται οι προϋποθέσεις εγκατάστασης και διασυνοριακής παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στην Κυπριακή Δημοκρατία από ΕΠΕΥ με έδρα εκτός της Δημοκρατίας.
  5. Προβλέπεται η τήρηση και η διασφάλιση από τις ΕΠΕΥ σε ημερήσια βάση ελάχιστων ιδίων κεφαλαίων, ικανών να ανταποκριθούν στη σωρευτική κάλυψη των υποχρεώσεών τους.
  6. Προβλέπεται η σύσταση και η λειτουργία του “Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών ΕΠΕΥ” για την καταβολή αποζημιώσεων σε επενδυτές έναντι των οποίων οι ΕΠΕΥ αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την παροχή των εγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής από το αρμόδιο υπουργείο, με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο επεκτείνεται το ρυθμιστικό εποπτικό πλαίσιο σε όλο το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και σε όλους τους φορείς τους, εισάγεται ο κανόνας ότι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ανατίθεται στις ΕΠΕΥ και θεσπίζεται ειδικό καθεστώς εποπτείας των ΕΠΕΥ, προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς.

Με βάση τα ίδια στοιχεία, η απαγόρευση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στην Κύπρο από μη εποπτευόμενους φορείς και η θεσμική θωράκιση των κυπριακών ΕΠΕΥ δημιουργούν συνθήκες προστασίας των επενδυτών και θεμελιώνουν την αποτελεσματικότερη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς, χαρακτηριζόμενη από διαφάνεια και δίκαιη μεταχείριση των εμπλεκομένων σε αυτή. Περαιτέρω, με το ίδιο νομοσχέδιο διασφαλίζεται η ομαλή μετάβαση στο νέο εναρμονισμένο με το κοινοτικό δίκαιο καθεστώς και παρέχεται σε όλες τις δραστηριοποιούμενες στο χρηματιστηριακό χώρο επιχειρήσεις η δυνατότητα να συνεχίσουν να λειτουργούν, εφόσον έχουν την οργάνωση, το δυναμικό, τα οικονομικά μέσα και την υλικοτεχνική υποδομή που απαιτούνται, ανάλογα πάντοτε με το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών που παρέχουν.

Όσον αφορά την ανάγκη εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα αυτό, εισάγεται ο κανόνας ότι η κατ’ επάγγελμα παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπεται μόνο στις ΕΠΕΥ (Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, άρθρο 3, παρ. 1).

Με το ίδιο νομοσχέδιο επιτυγχάνεται η εναρμόνιση με τους κανόνες του κοινοτικού κεκτημένου όσον αφορά την επάρκεια των ΕΠΕΥ σε κεφάλαια μέσω της διατήρησης από αυτές ελάχιστου ύψους ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κινδύνων που αναλαμβάνουν σε συνδυασμό με τη μέριμνα για τη δημιουργία και διατήρηση κατάλληλης οργανωτικής δομής και επαρκών συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων (Οδηγία 93/6/ΕΟΚ, Οδηγία 93/22).

Τέλος, με το ίδιο νομοσχέδιο επέρχεται εναρμόνιση όσον αφορά τη δημιουργία συστήματος ασφάλισης και αποζημίωσης των επενδυτών, σε περίπτωση που η ΕΠΕΥ πτωχεύσει ή τεθεί υπό καθεστώς αφερεγγυότητας και περιέλθει σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι των πελατών της (Οδηγία 97/9).

Οι κυριότερες πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου είναι οι ακόλουθες:

  1. Επενδυτικές υπηρεσίες θεωρούνται η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα από τα χρηματοοικονομικά μέσα που προβλέπονται σ’ αυτό και η εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων. Η υπηρεσία αυτή συνίσταται στη διαμεσολάβηση από τις ΕΠΕΥ μεταξύ των επενδυτών πελατών τους και των μελών οργανωμένων αγορών (χρηματιστηρίων), τα οποία επιτρέπεται να καταρτίζουν στις αγορές αυτές συναλλαγές επί χρηματοοικονομικών μέσων είτε των εκδοτών τους.
  2. Η διαπραγμάτευση δι’ ίδιο λογαριασμό χρηματοοικονομικών μέσων. Η υπηρεσία αυτή συνίσταται στην αγορά και πώληση από τις ΕΠΕΥ χρηματοοικονομικών μέσων δι’ ίδιο λογαριασμό, είτε με συναλλαγές που καταρτίζει απευθείας με πελάτες ως έμπορος τίτλος είτε συμμετέχοντας στην οργανωμένη αγορά των χρηματοοικονομικών μέσων, δηλαδή των χρηματιστηρίων, με σκοπό την επίτευξη κέρδους.
  3. Η διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων, στο πλαίσιο εντολής επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα χρηματοοικονομικά μέσα. Τέτοια περίπτωση είναι η κατόπιν αναθέσεως επιμέλεια του συνόλου ή μέρους της περιουσίας ενός προσώπου από την ΕΠΕΥ, η οποία αποφασίζει την κτήση και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με σκοπό να επιτύχει απόδοση θετική και να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη της.
  4. Η αναδοχή της εκδόσεως του συνόλου ή μέρους των χρηματοοικονομικών μέσων ή/και τοποθέτησή τους. Η περίπτωση αυτή περιλαμβάνει την απλή διαμεσολάβηση κατά την πώληση και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων στο κοινό, τη μορφή της σύνταξης ή εξέτασης, καθώς και της εγγύησης της ακρίβειας του ενημερωτικού δελτίου στο οποίο περιλαμβάνονται οι ουσιώδεις πληροφορίες βάσει των οποίων οι επενδυτές θα αποφασίσουν αν θα ανταποκριθούν στη δημόσια προσφορά για εγγραφή.
    Τέλος, η αναδοχή μπορεί να συνίσταται και στην εγγύηση της κάλυψης της δημόσιας εγγραφής ή προσφοράς από το επενδυτικό κοινό, κατά την οποία ο ανάδοχος δεσμεύεται έναντι του εκδότη ότι θα αναλάβει την έκδοση στην περίπτωση που η κάλυψη από το ευρύ επενδυτικό κοινό δεν επαρκεί για τη συγκέντρωση των ζητούμενων κεφαλαίων. Με τον τρόπο αυτό μεταφέρεται ο κίνδυνος καλύψεως από τον εκδότη στον ανάδοχο. Επιπλέον, με το ίδιο νομοσχέδιο προβλέπεται η διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και ρυθμίζεται ποιες επιχειρήσεις θα επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες στη Δημοκρατία. Οι επιχειρήσεις αυτές θα δικαιούνται να εδρεύουν είτε στη Δημοκρατία είτε σε άλλα κράτη και να παρέχουν σ’ αυτήν υπηρεσίες για εγκατάσταση (υποκατάστημα) ή χωρίς, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι εδρεύουσες στη Δημοκρατία ΕΠΕΥ μπορούν να είναι τράπεζες ή εταιρείες που λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Η επιτροπή, αφού διεξήλθε τις πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου, επικεντρώθηκε στη συζήτηση επιμέρους σημείων του που κρίθηκαν ότι έχρηζαν περαιτέρω μελέτης και επεξεργασίας.

Μεταξύ των σημείων αυτών συγκαταλέγεται το θέμα της εποπτείας των ΕΠΕΥ. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, προβλέπεται ότι, όσον αφορά τα τραπεζικά ιδρύματα, αυτά παραμένουν κάτω από την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας, ενώ, όσον αφορά άλλες ΕΠΕΥ και ειδικότερα τις θυγατρικές ή τις συνδεδεμένες με τραπεζικά ιδρύματα εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, προβλέπεται ότι αυτές θα τελούν υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Για το θέμα της ενιαίας ή μη εποπτείας των ΕΠΕΥ, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών ανέφεραν ότι, παρά το γεγονός ότι σε άλλες χώρες υπάρχει η τάση για μια κοινή εποπτική αρχή για όλες τις ΕΠΕΥ, στην Κύπρο, επειδή λειτουργεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είναι δυνατό να ισχύσει η διπλή εποπτεία. Επισημάνθηκε επίσης ότι μόνο σε χώρες που δεν υπάρχει Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες οι εξουσίες εποπτείας των τραπεζικών επενδυτικών και ασφαλιστικών εταιρειών μεταφέρονται στην Κεντρική Τράπεζα.

Αντίθετα, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς τάχθηκε υπέρ της αποφυγής της διπλής εξουσίας όσον αφορά την εποπτεία, έτσι που να διευκολυνθεί η άσκηση της εξουσίας αυτής. Το θέμα όμως αυτό, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, θα μπορούσε να ρυθμιστεί σε κατοπινό στάδιο, έτσι που να υπάρξει μια ενιαία εποπτική αρχή.

Η επιτροπή, αφού διεξήλθε τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, επέφερε σ’ αυτό μεγάλο αριθμό νομοτεχνικών και άλλων τροποποιήσεων, τις οποίες έκρινε αναγκαίες για σκοπούς καλύτερης διαμόρφωσης του κειμένου του υπό αναφορά νομοσχεδίου και απόδοσης ορισμένων από τους περιληφθέντες σ’ αυτό όρους κατά πιο κατανοητό τρόπο. Όσον αφορά τις αποφάσεις της σε σχέση με επιμέρους σημεία του, οι κυριότερες είναι οι ακόλουθες:

  1. Αναφορικά με το θέμα της άσκησης εποπτείας επί των ΕΠΕΥ, κρίθηκε σκόπιμο στο παρόν στάδιο να μη γίνει οποιαδήποτε τροποποίηση στις προβλεπόμενες αρχές εποπτείας.
  2. Η αύξηση κατά 50% όλων των προβλεπόμενων στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο διοικητικών ποινών και η εισαγωγή πρόνοιας ότι κατά την επιβολή της ποινής θα λαμβάνεται υπόψη το όφελος που αποκόμισε ο παραβαίνων τις διατάξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου.
  3. Η αναστολή της έναρξης λειτουργίας των Εταιρειών Διαμεσολάβησης για Επενδύσεις σε Κινητές Αξίες (ΕΔΕΚΑ) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του 2003. Η απόφαση αυτή βασίζεται στο ότι κρίθηκε πρόωρη η εισαγωγή του θεσμού αυτού και εκφράσθηκαν ανησυχίες ότι θα μπορούσε να υπάρξει κίνδυνος από τη χαλαρότερη ρύθμισή του.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υπό το φως όλης της διεξαχθείσας συζήτησης και όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν της, υιοθετώντας ως θέμα αρχής τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου και επισυνάπτοντας νέο κατάλληλα διαμορφωμένο κείμενο σχεδίου νόμου, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμος του 2002».

10 Ιουλίου 2002

 
     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων